Περί αυτοδίκαιης λύσης συμφώνου συμβίωσης, τέλεσης γάμου με τρίτο πρόσωπο προ της λύσεως τοιούτου συμφώνου και τεκμηρίου πατρότητας τέκνου γυναίκας που τελεί γάμο ενόσω αποτελεί μέρος εν ισχύι συμφώνου συμβίωσης
Το άρθρο 4 του Ν. 3719/2008 (πρώτος νόμος για το σύμφωνο συμβίωσης) προέβλεπε ότι «1. Το σύμφωνο συμβίωσης λύεται: α) με συμφωνία των συμβληθέντων, που γίνεται αυτοπροσώπως με συμβολαιογραφικό έγγραφο, β) με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση, αφότου αυτή κοινοποιηθεί με δικαστικό επιμελητή στον άλλον και γ) αυτοδικαίως, αν συναφθεί γάμος είτε μεταξύ των συμβληθέντων είτε μεταξύ ενός από αυτούς και τρίτου. 2. Η λύση του συμφώνου συμβίωσης ισχύει από την κατάθεση του συμβολαιογραφικού εγγράφου ή της μονομερούς δήλωσης στον ληξίαρχο, όπου έχει καταχωρηθεί και η σύσταση αυτού.».
Το άρθρο 7 του Ν. 4356/2015 (δεύτερος νόμος για το σύμφωνο συμβίωσης, ΦΕΚ Α 181/24.12.2015), όμως, προβλέπει ότι «1. Το σύμφωνο συμβίωσης λύνεται: α) με συμφωνία των μερών, που γίνεται αυτοπροσώπως με συμβολαιογραφικό έγγραφο, β) με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση, εφόσον έχει επιδοθεί προηγουμένως με δικαστικό επιμελητή πρόσκληση για συναινετική λύση στο άλλο μέρος και έχουν παρέλθει τρεις (3) μήνες από την επίδοση και γ) αυτοδικαίως, αν συναφθεί γάμος μεταξύ των μερών. 2. Η λύση του συμφώνου συμβίωσης ισχύει από την κατάθεση αντιγράφου του συμβολαιογραφικού εγγράφου, που περιέχει τη συμφωνία ή τη μονομερή δήλωση, στο ληξίαρχο όπου έχει καταχωριστεί και η σύστασή του.».
Κατά τα προρρηθέντα, σε αντίθεση με τον προγενέστερο νόμο για το σύμφωνο συμβίωσης, ο νέος νόμος δεν προβλέπει την αυτοδίκαιη λύση του συμφώνου σε περίπτωση τέλεσης γάμου ανάμεσα στο ένα από τα μέρη αυτού (ενν. του συμφώνου) και ένα τρίτο πρόσωπο.
Ως εκ τούτου, εάν κάποιος τελέσει γάμο ενώ αποτελεί μέρος ενός συμφώνου συμβίωσης το οποίο δεν έχει λυθεί με κάποιον από τους οριζόμενους στο άρθρο 7 του Ν. 4356/2015 τρόπους και, άρα, διατηρεί την ισχύ του, ο γάμος αυτός θα είναι άκυρος ως προσκρούων σε κώλυμα από σύμφωνο συμβίωσης με τρίτον, σύμφωνα με το άρθρο 1354 ΑΚ·[1] τούτο, δε, ανεξάρτητα από την καλοπιστία ή κακοπιστία του προσώπου που τον τέλεσε αναφορικά με το σύμφωνο συμβίωσης που έχει συνάψει με έτερο πρόσωπο. Η ακυρότητα αυτή, όμως, που είναι απόλυτη, δεν εμποδίζει την επέλευση των αποτελεσμάτων του γάμου, για την ακύρωση του οποίου απαιτείται αμετάκλητη δικαστική απόφαση, η οποία θα αναπτύξει αναδρομική ανατρεπτική ενέργεια (1376 ΑΚ, 1381 ΑΚ). Σημειωτέον, προσέτι, ότι η εν λόγω ακυρότητα δεν θεραπεύεται με την άρση του κωλύματος, δηλαδή με την εκ των υστέρων λύση του συμφώνου συμβίωσης. Τούτο σημαίνει ότι ο γάμος πρέπει να επαναληφθεί μετά την άρση του περί ου πρόκειται κωλύματος. Παρατηρητέον, πάντως, ότι, σύμφωνα με το εδάφ. β΄ του άρθρου 1354 ΑΚ, «Οι σύζυγοι μπορούν να επαναλάβουν την τέλεση του μεταξύ τους γάμου και πριν αυτός ακυρωθεί». Προς διευκόλυνση των τελεσάντων τον άκυρο γάμο, δηλαδή, παρέχεται σε αυτούς η ευχέρεια τέλεσης του νέου γάμου πριν από την ακύρωση του προηγουμένου.
Εξ ετέρου, το άρθρο 9 του Ν. 4356/2015 ορίζει ότι «Το τέκνο που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του συμφώνου συμβίωσης ή μέσα σε τριακόσιες (300) ημέρες από τη λύση ή την ακύρωση του συμφώνου, τεκμαίρεται ότι έχει πατέρα τον άνδρα με τον οποίο η μητέρα κατάρτισε το σύμφωνο. Το τεκμήριο ανατρέπεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Τα άρθρα 1466 επ. ΑΚ, καθώς και τα άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ, εφαρμόζονται αναλόγως.».
Τι ισχύει, όμως, στην περίπτωση κατά την οποία μια γυναίκα τελεί γάμο και κατόπιν τίκτει παιδί, ενώ αποτελεί μέρος ενός συμφώνου συμβίωσης το οποίο δεν έχει λυθεί με κάποιον από τους οριζόμενους στο άρθρο 7 του Ν. 4356/2015 τρόπους; Το προαναφερθέν τέκνο καταλαμβάνεται από το τεκμήριο πατρότητας του εισέτι εν ισχύι συμφώνου συμβίωσης, σύμφωνα με το άρθρο 9 του Ν. 4356/2015; Η απάντηση στο προεκτεθέν ερώτημα είναι καταφατική. Βέβαια, η διάταξη του άρθρου 9 του Ν. 4356/2015 προβλέπει ότι, όσον αφορά στο τεκμήριο πατρότητας από σύμφωνο συμβίωσης, εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 1466 ΑΚ («Σύγκρουση δύο τεκμηρίων»), που ορίζει ότι «Αν μέσα στις τριακόσιες ημέρες από τη λύση ή την ακύρωση του γάμου γεννήθηκε τέκνο από γυναίκα που τέλεσε νέο γάμο, τεκμαίρεται ότι αυτό έχει πατέρα το δεύτερο σύζυγο, εκτός αν γίνει δεκτή αγωγή για προσβολή της πατρότητάς του, οπότε τεκμαίρεται ότι είναι τέκνο του πρώτου συζύγου.». Στην υπό εξέταση περίπτωση, ωστόσο, δεν υφίσταται λελυμένο σύμφωνο συμβίωσης, ο δε μεταγενέστερος γάμος τυγχάνει άκυρος, οπότε δεν φαίνεται να υπάρχει έδαφος ανάλογης εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 1466 ΑΚ. Ο Β. Αντ. Βαθρακοκοίλης, πάντως, αναφερόμενος στην περίπτωση της διγαμίας της μητέρας, δηλαδή της τέλεσης νέου γάμου αυτής πριν από τη λύση ή την ακύρωση του προηγούμενου γάμου της και, άρα, κατά παράβαση του άρθρου 1354 ΑΚ, υποστηρίζει το μεν ότι «το τέκνο που γεννιέται καλύπτεται από το τεκμήριο του προηγούμενου γάμου που διατηρεί την ισχύ του και είναι έγκυρος», το δε ότι «πρέπει να γίνει δεκτό, με βάση την κοινωνική πραγματικότητα και εμπειρία, να εφαρμοστεί αναλογικά η ανωτέρω διάταξη (ενν. το άρθρο 1466 ΑΚ), προς αποτροπή σύγχυσης και σοβαρών προβλημάτων».[2] Τα ίδια θα μπορούσαν να υποστηριχθούν και για την περίπτωση της γυναίκας που τελεί γάμο και τίκτει τέκνο ενόσω αποτελεί μέρος εν ισχύι συμφώνου συμβίωσης.
Ανδρέας Ματσακάς
LL.M. Ποινικών Επιστημών
Advanced LL.M. Δικαίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
E-mail: info@efotopoulou.gr
[1] Η διάταξη αυτή, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 4356/2015, ορίζει ότι «Εμποδίζεται η σύναψη γάμου πριν λυθεί ή ακυρωθεί αμετάκλητα ο γάμος που υπάρχει, καθώς και πριν λυθεί ή ακυρωθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση το σύμφωνο συμβίωσης που συνδέει τον ένα μελλόνυμφο με τρίτον. Οι σύζυγοι μπορούν να επαναλάβουν την τέλεση του μεταξύ τους γάμου και πριν αυτός ακυρωθεί.».
[2] Βλ. Β. Αντ. Βαθρακοκοίλη, «ΕΡΝΟΜΑΚ Ερμηνεία Νομολογία Αστικού Κώδικα (κατ’ άρθρο) τόμος Ε΄ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ Άρθρα 1346 – 1694 Με τις τροποποιήσεις έως και του ν. 3089/2002», Αθήνα 2004, σελ. 615.