Προϋποθέσεις έναρξης παραγραφής αξιώσεων αθέμιτου ανταγωνισμού (βλ. παρατηρήσεις του κ. Βενιέρη, στην υπ’ αριθμ. 11/2007 απόφαση του ΕφΔωδ, δημ. ΔΕΕ 2008, 1112)
Οι αξιώσεις με βάση το δίκαιο του αθέμιτου ανταγωνισμού παραγράφονται σε έξι μήνες[1] από το χρονικό σημείο, κατά το οποίο ο δικαιούχος του προστατευτέου δικαιώματος έλαβε γνώση της πράξης και του υπεύθυνου προσώπου (άρθρο 19 Ν. 146/1914). Προβληματισμός δε δημιουργείται συχνά ως προς την προβολή της ένστασης παραγραφής και της μη απόδοσης προστασίας στον δικαιούχο με το επιχείρημα πως η αξίωση προστασίας του έχει παραγραφεί. Με βάση την υπάρχουσα θεωρία και νομολογία και με αφορμή την παραπάνω απόφαση πρέπει να διατυπωθούν οι παρακάτω σκέψεις.
Α. Έναρξη μετά από τη γνώση της προσβολής και του προσβολέα
Η παραγραφή των αξιώσεων εκ του Ν. 146/1914 αρχίζει όταν ο δικαιούχος της αξίωσης προστασίας έχει γνώση: i) της πράξης προσβολής και ii) του προσώπου που προσβάλλει το δικαίωμά του. Ως γνώση της ζημίας πρέπει να εννοηθεί η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της άδικης πράξης. Η γνώση της προσβολής σύμφωνα με τη νομολογία περί των αδικοπραξιών δεν απαιτεί πλήρη γνώση της ακριβούς έκτασης της ζημίας. Ωστόσο προς διευκρίνιση του βαθμού γνώσης που πρέπει να έχει ο δικαιούχος της αξίωσης πρέπει να επισημανθούν οι αυστηρές προϋποθέσεις του άρθρου 216 ΚΠολΔ. Η υποχρέωση σύνταξης του δικογράφου με πλήρη σαφήνεια και ορισμένο περιεχόμενο αλλά και πληρότητα αιτήματος προσδιορίζει και το βαθμό γνώσης του δικαιούχου. Αν δίνει δεκτό πως ο δικαιούχος της αξίωσης προστασίας πρέπει υπό το φόβο της παραγραφής να κινηθεί με κατάθεση αγωγής πριν ακόμα γνωρίζει πλήρως την έκταση, το βαθμό και το είδος της προσβολής, κινδυνεύει με απόρριψη της αγωγής του ως αόριστης. Αυτά συμβαδίζουν και με το άρθρο 251 ΑΚ, που ορίζει πως η έναρξη της παραγραφής αρχίζει από τότε που είναι δικαστικά επιδιώξιμη η αξίωση. Αν δεν γνωρίζει ο δικαιούχος πλήρως την ένσταση και την έκταση της προσβολής δεν είναι σε θέση να επιδιώξει αποτελεσματικά λόγω και του άρθρου 216 ΚΠολΔ την αξίωσή του. Άλλωστε η νομολογία αναφέρει πως απαιτείται η γνώση της έκτασης της ζημίας για την έναρξη της παραγραφής. Δεν αναφέρει πως δεν αποτελεί προϋπόθεση η γνώση της έκτασης και της έντασης της προσβολής.
Συνεπώς, ο ενάγων-δικαιούχος είτε αναγκάζεται να σπεύσει σε κατάθεση μιας «αόριστης» αγωγής με το φόβο της παραγραφής· είτε συλλέγει τα απαραίτητα στοιχεία (πραγματικά περιστατικά, προσδιορισμός αιτήματος) αλλά με καθυστέρηση καταθέτει την ορισμένη αγωγή και αντιμετωπίζει την ένσταση της συντομότατης παραγραφής εκ του άρθρου 19 Ν. 146/1914. Πρέπει λοιπόν τα δικαστήρια να συνυπολογίζουν την αυστηρή υποχρέωση του δικαιούχου να συμμορφωθεί στο άρθρο 216 ΚΠολΔ πριν κάνουν δεκτή την έναρξη της συντομότατης παραγραφής του άρθρου 19 Ν. 146/1914.
Προς την ίδια κατεύθυνση πρέπει να αναφερθούν κάποιες απόψεις για τη γνώση του προσβολέα ως στοιχείου έναρξης της παραγραφής. Ο ενάγων-δικαιούχος της αξίωσης προστασίας πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 118 παρ. 3 ΚΠολΔ να συντάξει την αγωγή, έτσι ώστε να αναφέρει το όνομα, των επώνυμο και την κατοικία-έδρα του εναγόμενου. Διαφορετικά η αγωγή θα απορριφθεί. Μέχρι να πληροφορηθεί ο δικαιούχος-ενάγων τα παραπάνω στοιχεία, το δικαστήριο δεν πρέπει να δεχθεί την έναρξη της παραγραφής. Για αυτό τονίζεται πως γνώση του προσβολέα υπάρχει, όταν ο ενάγων γνωρίζει τόσα περιστατικά όσα χρειάζονται για να εγείρει την αγωγή κατά του συγκεκριμένου προσώπου με πιθανότητες επιτυχίας. Διαφορετικά δεν είναι ορθό να θεμελιώνεται γνώση της προσβολής και άρα έναρξη της παραγραφής.
Από τα παραπάνω προκύπτει πως η έναρξη της παραγραφής πρέπει να τοποθετείται στο χρονικό σημείο, όπου ο δικαιούχος είναι σε θέση πραγματικά να καταρτίσει μια παραδεκτή και ορισμένη αγωγή. Τέλος πρέπει ως προς τη γνώση να σημειωθεί και το εξής: Το άρθρο 19 Ν. 146/1914 κάνει λόγο για «γνώση». Αυτή δεν πρέπει να εννοηθεί ως υποψία ή ως πιθανολόγηση του δικαιούχου για την ενδεχόμενη ύπαρξη της προσβολής και του προσβολέα. Πρέπει να υπάρχει σαφής γνώση του δικαιούχου-ενάγοντα ως προς την ύπαρξη του προσβολέα και της προσβολής, καθώς διαφορετικά αναγκάζεται σε κατάθεση αγωγών μόνο με βάση υπόνοιες.
Β. Ορισμένο της ένστασης παραγραφής σύμφωνα με το άρθρο 262 ΚΠολΔ
Το δικαστήριο πέραν των παραπάνω υποχρεούται σε αυτεπάγγελτη εξέταση του ορισμένου της ένστασης παραγραφής σύμφωνα με το άρθρο 262 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα, πρέπει η ένσταση του εναγόμενου να εμπεριέχει στοιχεία όμοια με αυτά που απαιτούνται για το ορισμένο της αγωγής. Δηλαδή πρέπει η ένσταση της παραγραφής να εμπεριέχει: i) τη νομική βάση του άρθρου 19 Ν. 146/1914, ii) την ιστορική βάση που αποτελούν τα γεγονότα γνώσης του δικαιούχου και iii) την αίτηση απόρριψης της αγωγής. Διαφορετικά η ένσταση παραγραφής πρέπει να απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστη.
Πρέπει επομένως ο εναγόμενος να προσδιορίζει πότε έλαβε ο ενάγων γνώση της προσβολής και του προσβολέα, την πληρότητα της γνώσης, δηλαδή το γεγονός ότι ο ενάγων γνώριζε τα πλήρη στοιχεία του εναγόμενου καθώς και το είδος, την ένταση και την έκταση της προσβολής. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να ενέχουν τέτοια πληρότητα ως αν να ήθελε σύμφωνα με τα άρθρα 118 και 216 ΚΠολΔ ο εναγόμενος να εγείρει αγωγή κατά του ενάγοντα.
Γ. Διάκριση αξιώσεων και παραγραφής
Η τρίτη σκέψη σχετικά με την παραγραφή των αξιώσεων προστασίας εκ του Ν. 146/1914 αφορά στο ενδεχόμενο ο ενάγων σε βάρος του ίδιου εναγόμενου να έχει θεμελιώσει διαφορετικές αξιώσεις με βάση το Ν. 146/1914. Είναι δηλαδή πιθανό μια πράξη του εναγόμενου να θεμελιώνει αξίωση προστασίας π.χ. με βάση το άρθρο 13 (προσβολή διακριτικής ένδειξης) αλλά να θεμελιώνει και αξίωση προστασίας με βάση το άρθρο 12 (δυσφήμιση) ή το άρθρο 1 (γενική ρήτρα). Αν ο χρόνος γνώσης του δικαιούχου-ενάγοντα για τις δύο διακριτές πράξεις προσβολής διαφοροποιείται, τότε αντίστοιχα πρέπει να διαφοροποιηθεί και ο χρόνος έναρξης της παραγραφής. Μπορεί συνεπώς να έχει παραγραφεί η αξίωση με βάση τη μια νομική βάση και να μην έχει παραγραφεί με βάση την άλλη νομική βάση.
Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα
Δικηγόρος
[1] Πλέον το άρθρο 19 του ν. 146/1914 ορίζει ότι: «Αι εκ των διατάξεων του νόμου τούτου πηγάζουσαι αξιώσεις επί παραλείψει ή επί αποζημιώσει εισάγονται ως εμπορικαί υποθέσεις ενώπιον του αρμοδίου πρωτοδικείου, παραγράφονται δε μετά “δεκαοκτώ” μήνας από του χρονικού σημείου, καθ` ο ο έχων την αξίωσιν έλαβε γνώσιν της πράξεως και του υπευθύνου προσώπου, πάντως δε μετά “πενταετία” αφ` ης εγένετο η πράξις. Διά τας επί αποζημιώσει αξιώσεις ουδέποτε άρχεται η παραγραφή προ του χρονικού σημείου καθ` ο επροξενήθη η βλάβη.