Προσθήκη του επωνύμου του συζύγου με δήλωση ενώπιον του ληξίαρχου ή κατόπιν αιτήσεως κατά τη διοικητική διαδικασία αλλαγής επωνύμου
Οι σχέσεις μεταξύ των συζύγων ρυθμίζονται εξαντλητικά από τον Αστικό Κώδικα. Ειδικώς, σχετικά με το επώνυμο των συζύγων, το άρθρο 1388 ΑΚ, ως έχει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983 (Α΄ 25) ορίζει ότι «με το γάμο δεν μεταβάλλεται το επώνυμο των συζύγων, ως προς τις έννομες σχέσεις.
Στις κοινωνικές σχέσεις ο κάθε σύζυγος μπορεί, εφόσον σ΄ αυτό συμφωνεί και ο άλλος, να χρησιμοποιεί το επώνυμο του τελευταίου ή να το προσθέτει στο δικό του». Στο εν λόγω δε άρθρο προστέθηκε μεταγενεστέρως με το άρθρο 28 του ν. 3719/2008 («Μεταρρυθμίσεις για την οικογένεια, το παιδί, την κοινωνία και άλλες διατάξεις», Α΄ 241), τρίτη παράγραφος που ορίζει, επί πλέον, ότι «με συμφωνία των συζύγων, ο καθένας από αυτούς μπορεί να προσθέτει στο επώνυμό του το επώνυμο του άλλου. Η προσθήκη γίνεται με κοινή δήλωση ενώπιον του ληξίαρχου και ισχύει μέχρι να ανακληθεί ενώπιον του ληξιάρχου με κοινή δήλωση των συζύγων ή με μονομερή δήλωση οποιουδήποτε των συζύγων, η οποία κοινοποιείται στον άλλο σύζυγο…».
Με τις ρυθμίσεις αυτές του Αστικού Κώδικα, που είναι αναγκαστικού δικαίου και δημοσίας τάξεως, ρυθμίζεται εξαντλητικώς και υποχρεωτικώς η νομική κατάσταση των συζύγων από πλευράς επωνύμου (βλ. ΣτΕ 1442/2011, ΣτΕ 4473/1995, ΣτΕ 1810/1987), κατά τις οποίες ορίζεται ειδικώς ότι με το γάμο ο κάθε σύζυγος διατηρεί το επώνυμό του. Μετά δε και τη νεότερη συμπλήρωση των διατάξεων αυτών του ΑΚ με το ν. 3719/2008, προβλέπεται επιπρόσθετα η δυνατότητα του κάθε συζύγου να προσθέτει στο επώνυμό του και εκείνο του άλλου συζύγου. Τούτο, όμως, γίνεται μόνο κατά τη διαδικασία του Αστικού Κώδικα, δηλαδή κατόπιν συμφωνίας των συζύγων με κοινή δήλωσή τους ενώπιον του ληξιάρχου και όχι δια της διοικητικής οδού.
Στο άρθρο μόνο του ν.δ. 2573/1953, με τίτλο «περί αλλαγής επωνύμου και προσλήψεως επωνύμου, πατρωνύμου και μητρωνύμου» (Α΄ 241), όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 9 του άρθρου 9 του ν. 2307/1995 (Α΄ 113), ορίζεται (παράγραφος 1) ότι η πρόσληψη και αλλαγή επωνύμου γίνεται με απόφαση του Νομάρχη (σήμερα πλέον με το άρθρο 94 παρ.6 του ν.3852/2010 («Πρόγραμμα Καλλικράτης») η αρμοδιότητα για «πρόσληψη, αλλαγή επωνύμου, καθώς και η πρόσληψη πατρώνυμου και μητρωνύμου» ανήκει από 01-01-2011 στους Δήμους και όχι στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση) εφαρμοζόμενων των ειδικότερων διατάξεων της κατά νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως απόφασης Φ. 42301/12167/28.6.1995 του Υπουργού Εσωτερικών (ΦΕΚ Β΄ 608).
Στην υπ’ αριθμ. 1442/2011 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι η αίτηση προσθήκης στο επώνυμο της αιτούσας του επωνύμου του συζύγου της ενώπιον του Νομάρχη, ακολουθούμενης δηλαδή της διοικητικής διαδικασίας και όχι της κοινής δήλωσης ενώπιον του ληξιάρχου, ορθώς απερρίφθη από τη Διοίκηση με το αιτιολογικό ότι «η αλλαγή του επωνύμου του ατόμου ενδιαφέρει τη δημόσια τάξη και επιπλέον στη συγκεκριμένη περίπτωση η αλλαγή επωνύμου με λόγο το γάμο θα επέφερε ανατροπή των εφαρμοσθεισών ρυθμίσεων του Αστικού Κώδικα και καταστρατήγηση τω ανωτέρω διατάξεων». Με την ίδια κατά βάση αιτιολογία απορρίφθηκε και η προσφυγή της απόφασης της Νομάρχη ενώπιον του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας. Στην απορριπτική δε αυτή απόφαση του Γενικού Γραμματέα αναγράφονται, ειδικότερα, προς επίρρωση της αιτιολογίας τα εξής: «Το επώνυμο ναι μεν αποτελεί στοιχείο της προσωπικότητας του ατόμου, η αλλαγή, όμως, αυτού δεν ανήκει στην ευχέρεια και την πρωτοβουλία του ατόμου, αλλά ενδιαφέρει τη Δημόσια Τάξη. Χωρεί δια της διοικητικής οδού με την επίκληση μόνο σοβαρών λόγων (επώνυμο κακόηχο, που προκαλεί θυμηδία, δυσχερές στην προφορά, κακή φήμη από πράξεις άλλου προσώπου)… Οι αλλεπάλληλες αλλαγές του επωνύμου προκαλούν σύγχυση και δυσχέρεια στις συναλλαγές. Οι λόγοι που επικαλείται η προσφεύγουσα δεν συνιστούν κατά την έννοια των ισχυουσών διατάξεων, σοβαρό λόγο ή εξαιρετική περίπτωση». Η αιτιολογία αυτή, της απορρίψεως του αιτήματος αλλαγής επωνύμου-προσθήκης του επωνύμου του συζύγου κρίθηκε από την πλειοψηφία των Συμβούλων επαρκής. Και τούτο διότι στο άρθρο 1388 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983, προσδιορίζεται υποχρεωτικώς η νομική κατάσταση των συζύγων από πλευράς επωνύμου, οριζομένου ειδικώς ότι με το γάμο οι σύζυγοι διατηρούν το επώνυμό τους. Και ναι μεν, μετά και την νεότερη συμπλήρωση του άρθρου αυτού με το ν. 3719/2008, προβλέπεται στον Αστικό Κώδικα η δυνατότητα του συζύγου να προσθέτει στο επώνυμό του και εκείνο του άλλου συζύγου, η προσθήκη, όμως, αυτή χωρεί μόνο υπό τις προϋποθέσεις και κατά τη διαδικασία του ΑΚ, δηλαδή κατόπιν συμφωνίας των συζύγων με κοινή δήλωσή τους ενώπιον του ληξιάρχου. Συνεπώς, τόσον υπό την ισχύ του άρθρου 1388 ΑΚ προ της συμπληρώσεώς του με το ν. 3719/2008, όσον και μετά την εν λόγω συμπλήρωση, αποκλείεται η πρόσληψη επωνύμου εκ μέρους του ενός εκ των δύο συζύγων, δια της διοικητικής οδού βάσει των διατάξεων του νδ 2573/1953 και της κατ΄ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσης Φ.42301/12167/28-6-1995 αποφάσεως του Υφυπουργού Εσωτερικών.
Όπως έχει παγίως κριθεί (βλ. σχ. ΣτΕ 852/1957, 221/1962, 3659/1987, 2906/1996 κ.ά), από τις διατάξεις του ν. 2573/1983 και της κατ΄ επίκληση αυτού εκδοθείσης υπουργικής αποφάσεως, συνάγεται ότι ναι μεν το επώνυμο αποτελεί στοιχείο της προσωπικότητας του ατόμου, η αλλαγή του, όμως, δεν απόκειται στην ιδιωτική βούληση, αλλά γίνεται ύστερα από απόφαση του Νομάρχη, εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι και σοβαροί λόγοι, ικανοί να δικαιολογήσουν τη μεταβολή του επωνύμου. Οι διατάξεις αυτές (οι οποίες είναι εφαρμοστέες και επί υποβολής αιτήματος, με το οποίο ο ένας των συζύγων επιδιώκει αλλαγή του επωνύμου του συνισταμένη στην προσθήκη, στο επώνυμό του, του επωνύμου του άλλου συζύγου, δεδομένου ότι το άρθρο 1388 του Αστικού Κώδικα, όπως ίσχυε κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο, δεν αποκλείει την εφαρμογή της ανωτέρω διοικητικής διαδικασίας στην ειδική αυτή περίπτωση, βλ. σχετικώς ΣτΕ 2906/1996) έχουν υπαγορευθεί από λόγους γενικού συμφέροντος, δεδομένου ότι το επώνυμο, το οποίο έχει καθοριστικό ρόλο στην ταυτοποίηση του προσώπου, ενδιαφέρει τη δημόσια τάξη και, ειδικότερα, συνάπτεται με την ασφάλεια των συναλλαγών και των εννόμων εν γένει σχέσεων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου του ατόμου. Οι προσβαλλόμενες πράξεις, που απέρριψαν το αίτημα της προσθήκης του συζυγικού επωνύμου λόγω μη συνδρομής σοβαρών λόγων που να δικαιολογούν την εν λόγω αλλαγή-προσθήκη, κρίθηκε ότι έχουν νόμιμη και επαρκή αιτιολογία, διότι και επί αλλαγής επωνύμου, συνισταμένης στην προσθήκη στο επώνυμο του ενός συζύγου του επωνύμου του άλλου, δεν αρκεί η επιθυμία του ενδιαφερομένου συζύγου να μεταβληθεί με τον τρόπο αυτό το επώνυμό του, αλλά απαιτείται και επίκληση ειδικών, σοβαρών λόγων που δικαιολογούν τη μεταβολή.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει όμως η μειοψηφείσασα γνώμη στην ως άνω απόφαση, σύμφωνα με την οποία το επώνυμο του ατόμου, ως στοιχείο της προσωπικότητός του, προστατεύεται, όπως και τα λοιπά στοιχεία της προσωπικότητος, από το άρθρο 5 παράγραφος 1 του Συντάγματος. Η προστασία αυτή δεν διασφαλίζει μόνον το δικαίωμα του ατόμου έναντι εξωτερικών επεμβάσεων στο επώνυμο, αλλά καλύπτει, ως στοιχείο συνδεόμενο με την ανάπτυξη της προσωπικότητος, και το δικαίωμα του ατόμου να μεταβάλει το επώνυμό του. Το τελευταίο αυτό δικαίωμα, το οποίο ανήκει τόσο στους άγαμους όσο και στους εγγάμους, είναι, όπως το σύνολο των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη συνταγματική κατοχύρωση της ελεύθερης αναπτύξεως της προσωπικότητος, δεκτικό περιορισμού, υπό την προϋπόθεση ότι ο περιορισμός αυτός προβλέπεται στο νόμο, σκοπεί στην εξυπηρέτηση σκοπού δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος και δεν παραβιάζει τα όρια που χαράσσει η συνταγματική αρχή της αναλογικότητος. Εν όψει τούτου και δεδομένου ότι επώνυμο του ατόμου, ως στοιχείο καθοριστικό για την ταυτοποίησή του, ενδιαφέρει προδήλως τη δημόσια τάξη, είναι συνταγματικώς ανεκτή η θέσπιση, με τυπικό νόμο, διατάξεως, κατά την οποία μεταβολή του επωνύμου μπορεί να αποκλεισθεί από τη Διοίκηση αν η τελευταία επικαλεσθεί, με πράξη της ειδικώς αιτιολογημένη, ότι λόγω των ειδικών συνθηκών υπό τις οποίες τελεί το συγκεκριμένο άτομο, συντρέχουν λόγοι δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος που κωλύουν την μεταβολή του επωνύμου του. Η μεταβολή του επωνύμου χωρεί δηλαδή κατά την άποψη αυτή κατόπιν δηλώσεως ενώπιον του οικείου Νομάρχη, ο οποίος μπορεί να αποκλείσει την επιδιωκόμενη μεταβολή, εφόσον επικαλεσθεί αιτιολογημένως ότι τούτο επιβάλλουν λόγοι δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος. Η αντίθετη άποψη, σύμφωνα με την οποία η μεταβολή του επωνύμου χωρεί μόνον εάν ο ενδιαφερόμενος επικαλεσθεί και αποδείξει συγκεκριμένους και σοβαρούς λόγους που δικαιολογούν, κατά την κρίση της Διοικήσεως, την ικανοποίηση του αιτήματός του, δεν είναι συμβατή με τη συνταγματική προστασία του επωνύμου, εφόσον εξαρτά, κατ΄ ουσίαν, την άσκηση συνταγματικού δικαιώματος από προηγουμένη άδεια της Διοικήσεως. Εξ άλλου, η κρίσιμη ρύθμιση του ν. 2573/1953, όπως κατά τα ανωτέρω πρέπει να ερμηνευθεί, καταλαμβάνει και την περίπτωση κατά την οποία ο ένας των συζύγων επιδιώκει μεταβολή του επωνύμου του, συνισταμένη στην προσθήκη σ΄ αυτό του επωνύμου του συζύγου του. Το άρθρο 1388 του Αστικού Κώδικα, όπως ίσχυε κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983, δεν μπορεί να αποτελέσει έρεισμα προς παντελή αποκλεισμό του δικαιώματος τούτου των συζύγων, προεχόντως, διότι ουδείς λόγος δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος μπορεί να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό, με την τελευταία ως άνω νομοθετική διάταξη, της ασκήσεως του εν λόγω δικαιώματος, το οποίο συνιστά ειδικότερη έκφανση του συνταγματικώς, κατά τα εκτεθέντα, κατοχυρωμένου δικαιώματος μεταβολής του επωνύμου.
Θεώνη Κάδρα
Δικηγόρος
e-mail: info@efotopoulou.gr