Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας (ΑΚ 57) – Έννοια και προϋποθέσεις προστασίας – Αναλογική εφαρμογή του άρθρου 367 ΠΚ και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου

Κατά το άρθρο ΑΚ 57, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει, μεταξύ άλλων, και αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, δεδομένου ότι η προσβολή της προσωπικότητας συνιστά κατά κανόνα και αδικοπραξία (άρθρα ΑΚ 914 επ.), αφού πρόκειται για προσβολή απόλυτου δικαιώματος. Προσέτι, κατά το άρθρο ΑΚ 59, το δικαστήριο στην περίπτωση αυτή της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας, με την απόφαση του μπορεί -ύστερα από αίτηση του προσβληθέντος και αφού λάβει υπόψη το είδος της γενόμενης προσβολής- να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει -με πληρωμή χρηματικού ποσού ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο επιβάλλεται από τις περιστάσεις- την ηθική βλάβη του προσβληθέντος, η οποία μπορεί, βεβαίως, να αποκατασταθεί και διά χρηματικής ικανοποίησης, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις του Αστικού Κώδικα (σώρευση νομικών βάσεων: ΑΚ 59 + ΑΚ 932. Βλ. και ΑΚ 299). Περαιτέρω, κατά το άρθρο ΑΚ 914, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά το άρθρο ΑΚ 932, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη -κατά την κρίση του- χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ιδίως (ενδεικτική η απαρίθμηση) για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Το δικαίωμα της προσωπικότητας -απορρέον απευθείας από το κατοχυρωμένο στο άρθρο 2 § 1 του Συντάγματος ατομικό δικαίωμα της αξίας του ανθρώπου και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας- είναι δικαίωμα μη περιουσιακό, απόλυτο, προσωπικό, εκτός συναλλαγής, αυτοτελές για κάθε πρόσωπο, αμεταβίβαστο και απαράγραπτο και οι ειδικότερες εκδηλώσεις του εμφανίζονται ως ειδικότερες εκφάνσεις του ενιαίου δικαιώματος, το οποίο ενδιαφέρει όχι μόνο τη σύνολη έννομη τάξη, αλλά και τη δημόσια τάξη, προσβολή δε του δικαιώματος της προσωπικότητας, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, αλλά και όπως συνάγεται από το σύνολο των συναφών διατάξεων του ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου -όπως η έννοια αυτή έχει επιπλέον διαμορφωθεί από τη νομολογία- υπάρχει σε κάθε περίπτωση με την οποία διαταράσσεται η υπάρχουσα κατάσταση σε μία ή περισσότερες από τις εκδηλώσεις / εκφάνσεις της σωματικής ή ψυχικής ή πνευματικής ή ηθικής ή κοινωνικής ατομικότητας του προσβαλλόμενου, ή με άλλα λόγια, σε κάθε περίπτωση μειωτικής επέμβασης από τρίτο σε οποιοδήποτε από το πλέγμα των εννόμων αγαθών, που συγκροτούν τη σφαίρα της προσωπικότητας του προσώπου, προσδιορίζουν την ταυτότητά του και συνθέτουν την υπόστασή του.

Στα προστατευόμενα έννομα αγαθά που περικλείονται στο δικαίωμα της προσωπικότητας -τα οποία δεν αποτελούν πάντοτε αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επιμέρους απλώς εκδηλώσεις του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, η προσβολή της οποίας λαμβάνεται υπόψη ως προσβολή της συνολικής έννοιας αυτής- εντάσσονται, μεταξύ άλλων, η τιμή κάθε ανθρώ­που, ήτοι η εγγενής και αυθυπόστατη εσωτερική ηθική αξία κάθε ανθρώπου, ως έλλογου και ηθικά αυτόνομου υποκειμένου, ή η εκτίμηση -κατά μιας διαφορετικά διατυπωμένης άποψης της νομολογίας- που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, η υπόληψή του, ήτοι η κοινωνική καταξίωσή του, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στην αντίληψη και εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι’ αυτόν, ή -με άλλα λόγια- η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση του επαγγέλματος του ή των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων, η ψυχική του υγεία και ο συναισθηματικός του κόσμος, η ιδιωτική του ζωή, η εικόνα του και οτιδήποτε εμπίπτει στη σφαίρα του απορρήτου, τα οποία δεν αποτε­λούν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά ειδικότερες, επιμέρους εκδηλώσεις / εκφάνσεις / πλευρές του ενιαίου και αυτοτελώς προστατευτέου δικαιώματος επί της ιδί­ας προσωπικότητας, έτσι ώστε η προσβολή οποιασδήποτε εκφάνσεως της προσωπικότητας να σημαίνει και προσβο­λή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Έτσι, η απόδοση -χάριν παραδείγματος- σε κάποιον πράξεων που η κοινωνία αποδοκιμάζει, διότι ενέχουν απαξία, εμπίπτει στα όρια της προσβολής της προσωπικότητας, τέτοιες δε πράξεις, διαταρακτικές της κοινωνικής προσωπικότητας του ανθρώπου, είναι και εκείνες που εμπεριέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής ή επαγγελματικής εντιμότητος του προσώπου, ακόμη και όταν αυτές απλώς τον καθιστούν ύποπτο ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των επαγγελματικών του καθηκόντων ή άλλων εκφάνσεων της δραστηριότητος του.

Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας -της οποίας η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας- είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων ΑΚ 57, 59, 299, 914, 919, 920 και 932: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής, ηθικής ή κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) ο παράνομος χαρακτήρας της προσβολής, γ) η συνδρομή υπαιτιότητας του προσβολέα, όταν πρόκειται για επιδίκαση αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, και, τέλος, δ) η επέλευση ηθικής βλάβης στον προσβαλλόμενο, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια προσβολή.

Ειδικότερα, η προσβλητική της προσωπικότητας συμπεριφορά είναι -κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου ΑΚ 914- παράνομη, είτε όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου συντελείται χωρίς δικαίωμα, καθότι αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του προσβληθέντος, είτε όταν γίνεται κατ’ ενάσκηση δικαιώματος μεν, το οποίο, όμως, είτε είναι ήσσονος σπουδαιότητας συγκριτικά με το δικαίωμα εκάστου προς σεβασμό της προσωπικότητάς του, κατά τις συνολικές θεμελιώδεις αξιολογήσεις της συνταγματικής έννομης τάξης, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική, σύμφωνα με το άρθρο ΑΚ 281 ή το άρθρο 25 § 3 του Συντάγματος, μπορεί δε να συνίσταται τόσο σε θετική ενέργεια, όσο και σε παράλειψη, η στοιχειοθέτηση της τελευταίας εκ των οποίων προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση οφειλόμενης θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύπτει είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από ήδη υπάρχουσα έννομη σχέση εκ δικαιοπραξίας μεταξύ προσβάλλοντος και προσβαλλόμενου, οπότε σε αυτή την περίπτωση μπορεί να συρρέουν αδικοπρακτική και ενδοσυμβατική ευθύνη, είτε από προηγούμενη συμπεριφορά του προσβάλλοντος, είτε, τέλος, από την αρχή της καλής πίστης, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στα άρθρα ΑΚ 200, 281 και 288 και η οποία ερμηνεύεται ως την συναλλακτική ευθύτητα εκείνη, την οποία επιδεικνύει ο μέσος χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος (ΑΠ 292/2015). Σημειωτέον δε ότι είναι αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης η φύση της διάταξης που με την προσβολή ενδέχεται να παραβιάζεται, και η οποία μπορεί, συνεπώς, να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.

Εξάλλου, επί προσβολής της προσωπικότητας και εφόσον αυτή είναι παράνομη, ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος, δεν απαιτείται δηλ. η εκ μέρους του ύπαρξη υπαιτιότητας, τούτο, όμως, ισχύει μόνο ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εκείνου που έχει προσβληθεί, ο νόμος απαιτεί η προσβολή να είναι παράνομη και υπαίτια, αφού το άρθρο ΑΚ 57 § 2 παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικοπραξιών (ΑΚ 914 επ.), αρκούντος κάθε είδους υπαιτιότητας (δόλου ή αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, κατά το άρθρο ΑΚ 330 § 2). Η προσβολή της προσωπικότητας με αδικοπραξία πραγματώνεται και με ποινικώς κολάσιμη πράξη, όπως π.χ. εξύβριση ή δυσφήμηση -απλή ή συκοφαντική- που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362, 363 και 364 (για την προσβολή της νομικής προσωπικότητας των ανωνύμων εταιρειών) του Ποινικού Κώδικα, οπότε και η αξίωση αποζημίωσης στην τελευταία αυτή περίπτωση βρίσκει νόμιμο έρεισμα την ειδικότερη διάταξη του άρθρου ΑΚ 920.

Κατά τον προσδιορισμό του ποσού της αιτούμενης χρηματικής ικανοποίησης το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που οι διάδικοι έθεσαν υπόψη του, όπως λ.χ. τον βαθμό πταίσματος του υποχρέου, το είδος και τη βαρύτητα της προσβολής, την ηλικία του δικαιούχου, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, ενώ συνεκτιμάται και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, ο δε καθορισμός του εύλογου αυτού χρηματικού ποσού για την ικανοποίηση του παθόντος δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια της διακριτικής του ευχέρειας.

Προσέτι, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων ΑΚ 57, 59, 480 – 482, 914, 926 και 932 συνάγεται ότι σε περίπτωση παράνομης -από πρόθεση- προσβολής της προσωπικότητας, αν η προσβολή επήλθε με περισσότερες πράξεις ενός ή περισσότερων προσώπων, οι οποίες, όμως, εμφανίζουν -ενόψει των περιστάσεων- χρονική αμεσότητα, τοπική εγγύτητα και λειτουργική συνάφεια, έτσι ώστε να συνιστούν -κατά τη φυσική αντίληψη των πραγμάτων και την καθημερινή αντίληψη της κοινωνικής ζωής- μία ενότητα, μία ενιαία πράξη, εντασσόμενες στο αυτό ενιαίο βιοτικό συμβάν και επιφέροντας στον προσβαλλόμενο μία και ενιαία βλάβη, την οποία αποσκοπεί να καλύψει η χρηματική ικανοποίησή του, στο πλαίσιο του ενός και του αυτού συμφέροντός του, οφείλεται ως χρηματική ικανοποίηση του παθόντος μια μόνο παροχή και επομένως ενιαίο ποσό, το οποίο αυτός μπορεί -κατ’ επιλογήν του- να ζητήσει με αγωγή διαιρετώς ή εις ολόκληρον από τον καθένα από τους αντιδίκους του. Στην περίπτωση αυτή, για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης που θα επιδικασθεί, θα ληφθεί ασφαλώς υπόψη και ο εξακολουθητικός χαρακτήρας της γενομένης προσβολής, έτσι ώστε η χρηματική ικανοποίηση να ανταποκρίνεται στην ένταση και στην απαξία της προσβολής (ΑΠ 2027/2014).

Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 367 ΠΚ, δεν αποτελούν άδικη πράξη κι επομένως ούτε και παράνομη -κατά την έννοια των άρθρων ΑΚ 57 και 914- προσβολή προσωπικότητας: α) οι δυσμενείς κρίσεις για επιστημονικές, καλλιτεχνικές ή επαγγελματικές εργασίες, β) οι δυσμενείς εκφράσεις που περιέχονται σε έγγραφο δημόσιας αρχής για αντικείμενα που ανάγονται στο κύκλο της υπηρεσίας της, καθώς και γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή δ) σε ανάλογες περιπτώσεις. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται: α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 (δηλ. της συκοφαντικής δυσφήμησης), καθώς και β) όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από της περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγονται τα εξής: αφενός μεν ότι ο άδικος χαρακτήρας της συκοφαντικής δυσφήμησης δεν αίρεται με κανέναν από τους κατονομαζόμενους στο άρθρο 367 ΠΚ ειδικούς λόγους άρσης του αδίκου, και, συνεπώς, παραμένει και το στοιχείο του παρανόμου ως ουσιαστικού στοιχείου της αδικοπραξίας, αφετέρου δε ότι παρομοίως δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της εξύβρισης ή της δυσφήμησης -με αποτέλεσμα να παραμένει και εδώ το στοιχείο του παρανόμου της αδικοπραξίας- οσάκις από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η εξυβριστική ή η συκοφαντική πράξη, προκύπτει ειδικός σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς στην προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου ή με περιφρόνηση αυτού ή που συνάγεται από τον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν ο τρόπος αυτός δεν ήταν πραγματικά και αντικειμενικώς αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ο οποίος, μολονότι γνώριζε την έλλειψη αναγκαιότητας του τρόπου αυτού, εντούτοις τον χρησιμοποίησε για να προσβάλλει την τιμή άλλου.

Σημειωτέον ότι ο ειδικός σκοπός εξύβρισης αποτελεί νομική έννοια, υποκείμενη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, και, συνεπώς, το δικαστήριο της ουσίας, που δέχεται ότι από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει η ύπαρξη ειδικού σκοπού εξύβρισης, πρέπει να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία εξήγαγε το συμπέρασμα, αφενός μεν ότι ο τρόπος αυτός δεν ήταν αναγκαίος για να εκφρασθεί ο δράστης, κάνοντας μνεία ως προς το ποιες -αντί εκείνων που χρησιμοποίησε- εκφράσεις μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να εκδηλώσει το δικαιολογημένο ενδιαφέρον του, αφετέρου δε ότι ο δράστης, καίτοι γνώριζε και άλλον ηπιότερο τρόπο, χρησιμοποίησε εν γνώσει του τον συγκεκριμένο μη αναγκαίο τρόπο, έχοντας ειδικό σκοπό εξύβρισης ή δυσφήμησης του παθόντος.

Ο ισχυρισμός του προσβολέα και εναγομένου ότι συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 367 § 1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή, καταλυτικό της αγωγής του ενάγοντος, ισχυρισμό / ένσταση περί άρσης του παράνομου χαρακτήρα της προσβολής, ενώ ο ισχυρισμός του παθόντος και ενάγοντος, που απορρέει από την διάταξη του άρθρου 367 § 2 ΠΚ, αποτελεί αντένσταση, στρεφόμενη κατά της απορρέουσας από την πρώτη παράγραφο του αυτού άρθρου, ένστασης.

Οσάκις, λοιπόν, αίρεται -κατ’ άρθρο 367 § 1 ΠΚ- ο καταρχήν άδικος χαρακτήρας των αξιόποινων πράξεων της εξύβρισης και της απλής δυσφήμησης (με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 367 ΠΚ), αποκλείεται εν ταυτώ και το στοιχείο του παρανόμου της υπαίτιας ζημιογόνου συμπεριφοράς, ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου, με αποτέλεσμα να μην ευρίσκει πεδίο εφαρμογής το άρθρο ΑΚ 914, που προϋποθέτει παράνομη συμπεριφορά, τούτη δε η αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 367 ΠΚ και στον διαγραφόμενο από τις διατάξεις των άρθρων ΑΚ 57- 59 και 914 επ. χώρο του ιδιωτικού δικαίου, γίνεται από την κανονιστικής φύσεως ανάγκη ύπαρξης συστηματικής και τελολογικής ενότητας και συνοχής στις θεμελιώδεις νομικοηθικές αξιολογήσεις της συντεταγμένης έννομης τάξης.

(Βλ. σχετικά: ΟλΑΠ 8/2008, ΑΠ 521/2018, ΑΠ 97/2018, ΕΦΑΘ 325/2018, ΕΦΠΑΤΡ 212/2018, ΠΠΡΑΘ 1101/2018, ΑΠ 1854/2017, ΑΠ 1587/2017, ΑΠ 1431/2017, ΑΠ 1394/2017, ΑΠ 1294/2017, ΑΠ 1182/2017, ΑΠ 718/2017, ΕΦΠΑΤΡ 335/2017, ΑΠ 632/2015, ΑΠ 2032/2014, ΑΠ 1216/2014,ΑΠ 931/2014,ΑΠ 864/2014, ΑΠ 354/2012, ΑΠ 285/2012, ΑΠ 121/2012, ΑΠ 19/2012, ΑΠ 967/2011, ΑΠ 179/2011, ΑΠ 1735/2009, ΑΠ 543/2009, ΑΠ 1920/2008, ΑΠ 1897/2006, ΑΠ 1395/2005, ΑΠ 137/2005, ΑΠ 1231/2004, ΑΠ 780/2004, ΑΠ 825/2002).

Μπενάκη Βικεντία – Άννα

Δικηγόρος Αθηνών

Μ.Δ.Ε. Φιλοσοφίας Δικαίου Νομικής Αθηνών

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί