Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ψευδής καταμήνυση (άρθ. 229 ΠΚ) – Νέος ΠΚ και ζητήματα περί επιεικέστερου ποινικού νόμου – Δυσμενέστερη η διάταξη του νέου ΠΚ όσον αφορά στο αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης, αφενός ως προς την ποινή και αφετέρου ως προς την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος

Με το άρθρο πρώτο του Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α΄ 95/11.06.2019) κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1η Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 460 του νέου ΠΚ), ενώ σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ ορίζεται ότι: «Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου».

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο, γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά απ` αυτές. Εάν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ’ αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε ποινών στερητικών της ελευθερίας, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή. Επίσης λαμβάνονται υπόψη τα στοιχεία της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 229 παρ. 1 του παλαιού ΠΚ, «όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι’ αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι’ αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της υπ’ αυτής προβλεπόμενης ψευδούς καταμήνυσης, απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι τελέσθηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο της μήνυσης ή ανακοίνωσης να είναι αντικειμενικώς ψευδές και το πρόσωπο που έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση, να την έκανε με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού. Το έγκλημα είναι τελειωμένο μόλις περιέλθει η μήνυση ή η έγκληση στην αρχή ή γίνει ανακοίνωση σε αυτήν, ανεξάρτητα από το αν επήλθε ή όχι εν τέλει το επιβλαβές αποτέλεσμα της δίωξης, ήτοι αν ασκήθηκε ή όχι ποινική δίωξη κατά του μηνυομένου – εγκαλουμένου ή αν ο τελευταίος τελικώς απαλλάχθηκε. Για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση του δράστη, κατά το χρόνο της καταμήνυσης, ότι η καταμήνυση είναι ψευδής. Δεν είναι αναγκαία όμως η παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή περιστατικών, αν ο αναιρεσείων γνώριζε αναγκαίως την πραγματική κατάσταση από προσωπική του αντίληψη[1].

Ενώ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του νέου ΠΚ, όπως αυτή ισχύει από 01.07.2019 (Ν. 4619/2019), «Όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι’ αυτόν ενώπιον αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή».

Από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων, προκύπτει ότι σημαντική αλλαγή στο έγκλημα αυτό είναι η κατάργηση της αναφοράς στο σκοπό του δράστη, καθότι μέχρι και την 30η.06.2019, η ψευδής καταμήνυση (άρθρο 229 παρ. 1 παλαιού ΠΚ) τιμωρείται μόνο όταν ο δράστης την τελεί με σκοπό καταδίωξης του καταγγελομένου προσώπου, δηλαδή για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης απαιτείται εκτός του άμεσου δόλου, και επιπρόσθετος υπερχειλής δόλος, αφού απαιτείται σκοπός του δράστη να προκαλέσει την ποινική ή πειθαρχική δίωξη του καταμηνυομένου ή του αναφερομένου. Καθώς όμως στο ελληνικό δίκαιο ισχύει ως προς τη δίωξη η αρχή της νομιμότητας, ήδη η καταγγελία της πράξης δημιουργεί άμεσα τον κίνδυνο άσκησης ποινικής δίωξης, ώστε η αναφορά στον επιπρόσθετο σκοπό να εμφανίζεται περιττή.

Συνεπώς, από την 01.07.2019, ως προς τα στοιχεία της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης δεν απαιτείται πλέον σκοπός καταδίωξης του καταμηνυομένου ή του αναφερομένου, δηλαδή δεν απαιτείται υπερχειλής δόλος αλλά μόνο άμεσος δόλος, και συνακόλουθα η διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του παλαιού ΠΚ είναι επιεικέστερη, αφού με αυτή, για την καταδίκη του δράστη απαιτείται εκτός από τη συνδρομή και απόδειξη του άμεσου δόλου η συνδρομή και απόδειξη του υπερχειλούς δόλου, που δεν απαιτείται πλέον με τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του νέου ΠΚ.

Επίσης, από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του παλαιού ΠΚ είναι επιεικέστερη και ως προς την ποινή, αφού με αυτήν προβλεπόταν ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του νέου ΠΚ, προβλέπεται πλέον ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή[2].

 

Αγγελική Πολυδώρου, Δικηγόρος

e-mail: info@efotopoulou.gr

[1] βλ. ΑΠ 1705/2020, ΑΠ 487/2019, ΑΠ 445/2016

[2] βλ. ΑΠ 1890/2019 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί