Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ρήτρες μη ανταγωνισμού 

Το άρθρο 16 του ν. 146/1914 ορίζει ότι «Με φυλάκισιν μέχρις εξ μηνών και με χρηματικήν ποινήν (μέχρι τριών χιλιάδων δραχμών) ή με μίαν των ποινών τούτων τιμωρείται όστις, ως υπάλληλος, εργάτης ή μαθητευόμενος παρά τινι εμπορικώ ή βιομηχανικώ καταστήματι ή επιχειρήσει, ανακοινώνει άνευ δικαιώματος εις τρίτους, κατά το χρονικόν διάστημα της υπηρεσίας του, απόρρητα του καταστήματος ή της επιχειρήσεως εμπεπιστευμένα αυτώ ως εκ της υπηρεσίας του, ή άλλως περιελθόντα εις την αντίληψίν του, προς τον σκοπόν ανταγωνισμού ή επί τη προθέσει βλάβης του κυρίου του καταστήματος ή της επιχειρήσεως. Με την αυτήν ποινήν τιμωρείται και ο χρησιμοποιών ή ανακοινών εις τρίτους άνευ δικαιώματος, προς τον σκοπόν ανταγωνισμού, τα τοιαύτα απόρρητα, ων έλαβε γνώσιν διά τινός των εν τω προηγουμένω εδαφίω ανακοινώσεων ή δι’ ιδίας αυτού πράξεως αντικειμένης εις τους νόμους ή τα χρηστά ήθη».

Τα ανωτέρω έχει εξειδικεύσει η νομολογία. Ειδικότερα η 1285/1984 ΑΠ έχει κρίνει ότι « εκ των διατάξεων των άρθρων 652 και 688 ΑΚ και 16 του ν. 146/1914 προκύπτει ότι ο μισθωτός, όστις έχει καθήκον πίστεως προς τον εργοδότην του, υποχρεούται να μη ενεργή ανταγωνιστικάς πράξεις, αίτινες βλάπτουν τα συμφέροντα του εργοδότου: Τοιαύται πράξεις, πλην άλλων, είναι η άσκησις δι` ίδιον λογαριασμόν, εν αγνοία του εργοδότου, εμπορικών εργασιών, ομοίων προς τας πράξεις του τελευταίου, ως και η εξυπηρέτησις πελατών του εργοδότου απ` ευθείας υπό του μισθωτού και δη επ’ αμοιβή. Η υποχρέωσις αύτη αποφυγής ανταγωνιστικών πράξεων ισχύει κατ` αρχήν δια το χρονικόν διάστημα της διαρκείας της εργασιακής σχέσεως, δεν αποκλείεται όμως όπως δια συμφωνίας δεσμευθή ο μισθωτός, ίνα μη ασκή επαγγελματικήν δραστηριότητα όμοιαν προς την του εργοδότου και επί χρόνον μετά την λήξιν της συμβάσεως εργασίας. Η τοιαύτη συμφωνία, συναπτομένη εντός της διαγραφομένης υπό των άρθρων 189, 192 και 193 του ΑΚ αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, δεν αντίκειται εις τας Συνταγματικάς διατάξεις (άρθρ. 1 και 22 § 1 του Συντάγματος του 1975), δι` ων κατοχυρούνται αι ατομικαί ελευθερίαι, εφ` όσον η συνταγματική κατοχύρωσις των ατομικών ελευθεριών δεν αποκλείει τους συμβατικούς περιορισμούς, υπό την προϋπόθεσιν ότι πρόκειται περί εγκύρου συμφωνίας, μη ερχομένης εις αντίθεσιν προς τον νόμον και ιδία προς τας διατάξεις των άρθων 178 και 179 ΑΚ, δι΄ ων απαγορεύεται η υπέρμετρος δέσμευσις της ελευθερίας του προσώπου, εις ην περιλαμβάνεται και η συνταγματικώς κατοχυρουμένη ελευθερία της εργασίας. Το κύρος δε της τοιαύτης ρήτρας, περί αποφυγής μελλοντικού ανταγωνισμού εξαρτάται εκ της διαρκείας αυτής μετά την λήξιν της συμβάσεως εργασίας, της τοπικής αυτής εκτάσεως και της απαγορευθείσης επαγγελματικής δραστηριότητος. Εξ άλλου δεν αποκλείει εις τινας περιπτώσεις, όπως θεωρηθή άκυρος η σύμβασις μόνον δι` ωρισμένας υποχρεώσεις του μισθωτού, έγκυρος δε δια τας υπολοίπους, αίτινες δεν ευρίσκονται εις αντίθεσιν προς τα χρηστά ήθη. Οταν ο μισθωτός παραβιάση έγκυρον συμφωνίαν περί μη ανταγωνισμού, τότε ο εργοδότης, υπέρ του οποίου συνωμολογήθη η ρήτρα, δικαιούται να αξιώση αποζημίωσιν δια μη εκπληρωθέν μέρος, ήτις καλύπτει την ζημίαν, ην υπέστη εκ των επιχειρηθεισών ανταγωνιστικών πράξεων, δύναται όμως ούτος να εξασφαλισθή εκ των προτέρων δια ποινικής ρήτρας καταπιπτούσης ένεκεν υπαιτίου αδυναμίας δι’ εκάστην συγκεκριμένην παράβασιν».

Ομοίως έχει κρίνει η υπ’ αριθμ 5131/2011 του εφετείου Αθηνών, που σημείωσε ότι «η απόσπαση πελατείας από πρώην στελέχη μιας επιχείρησης, τα οποία, μετά την αποχώρησή τους απ’ αυτήν ασκούν ανταγωνιστική δραστηριότητα και αποσπούν πελάτες της πρώην εργοδότριάς τους επιχείρησης είναι θεμιτή και νόμιμη, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπόκεινται σε μετασυμβατική απαγόρευση ανταγωνισμού με ρητή πρόβλεψη και δεν χρησιμοποιήθηκαν αθέμιτα μέσα ή παραπλανητικές μέθοδοι ή δυσφημιστικοί ή υποτιμητικοί ισχυρισμοί για την πρώην εργοδότριά τους ή δεν αποσπούν τους πελάτες της με αθέμιτα μέσα. Σε διαφορετική περίπτωση η συμπεριφορά τους είναι αθέμιτη, με συνέπεια η βλαπτόμενη πρώην εργοδότριά τους επιχείρηση να διατηρεί σε βάρος τους αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον καθώς και αποζημίωσης, παράλληλα δε, δεν αποκλείεται και επιπλέον αξίωσή της για χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης στην περίπτωση που συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 914, 919, 932, 288, 297, 298 του ΑΚ».

Επίσης έχει κριθεί ότι στις παρεπόμενες εξάλλου υποχρεώσεις του εργαζομένου εμπίπτει και η υποχρέωση εχεμύθειας. Ο εργαζόμενος υποχρεούται να μην ανακοινώνει σε τρίτους απόρρητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως που ανάγονται στην οργάνωση, την οικονομική υπόσταση, την πορεία των εργασιών, τις καταστάσεις των πελατών, το κοστολόγιο, τις πηγές προμήθειας πρώτων υλών, τις τεχνικές μεθόδους παραγωγής, τα σχέδια, τα προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών κ.λπ. τα οποία γνωρίζει λόγω της θέσεως του ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Η παραβίαση της υποχρεώσεως αυτής θεμελιώνει αξίωση του εργοδότη για εκπλήρωση και συνεπώς ο τελευταίος μπορεί να ασκήσει αγωγή για παράλειψη. Ειδικώς η παράβαση της υποχρεώσεως εχεμύθειας, εκτός από άλλες συνέπειες, όταν γίνεται με σκοπό ανταγωνισμού ή με πρόθεση βλάβης του εργοδότη αποτελεί ποινικό αδίκημα.

Ελένη Κλουκινιώτη

 info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί