Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και σύμβαση εταιρείας
Σύμφωνα με το άρθρο 648 ΑΚ, με τη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και αυτός να καταβάλει το συμφωνημένο μισθό.
Σύμβαση εταιρίας υφίσταται αντιθέτως σύμφωνα με τη διάταξη 741 του ΑΚ, όταν δύο ή περισσότεροι αντισυμβαλλόμενοι συμφωνούν πως έχουν αμοιβαίως υποχρέωση να επιδιώκουν με κοινές εισφορές κοινό σκοπό και ιδίως οικονομικό.
Η θεμελιώδης διαφορά των δύο συμβάσεων εντοπίζεται εύκολα εκ πρώτης όψεως και ερείδεται, αφενός στον προσδιορισμό της σύμβασης εργασίας, ως ανάληψη του κινδύνου του δικού του παραγωγικού μέσου από κάθε αντισυμβαλλόμενο μέρος χωριστά, ασχέτως του αν μεταξύ τους υπάρχει πάντοτε άμεση και έντονη σχέση εξάρτησης και αφετέρου στον προσδιορισμό της σύμβασης εταιρίας ως σύμβασης διεπόμενης πρωτίστως και κυρίως από την πλήρη πρόθεση για ισότιμη συνεργασία, από τον κοινό σκοπό και την κοινή ανάληψη κινδύνων.
Σύμβαση εργασίας και εταιρίας συμπλέκονται και συγχέονται συχνά στην πράξη λόγω κυρίως της προσφοράς προσωπικής εργασίας στη θέση ή ως πρόσθετο συμπλήρωμα της οφειλόμενης εισφοράς από τους εταίρους. Μάλιστα η αυξημένη, στο παρελθόν τουλάχιστον, πριν τις επίκαιρες αυστηρές, δυσμενείς μεταρρυθμίσεις του εργατικού δικαίου, προστασία των μισθωτών οδήγησε πολλές φορές στην οικονομικά προσφορότερη υποκατάσταση – «βάφτιση» της σύμβασης εργασίας σε τη σύμβαση εταιρίας από την πλευρά των εργοδοτών.
Κρίσιμο είναι να διευκρινιστεί πως η εταιρική ιδιότητα δεν αποκλείει σε καμία περίπτωση την παράλληλη σύναψη σύμβασης εξηρτημένης εργασίας ανάμεσα στον εταίρο και το διαχειριστή της εταιρίας ή ανάμεσα σε μέλος διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρίας και στην εταιρία. (ειδικότερα για τις προϋποθέσεις σύναψης σύμβασης εξηρτημένης εργασίας από μέλη διοικητικού συμβουλίου ΑΕ βλ. ΑΠ 443/1978 ΕΕΔ 37, 691, 1271/1983 ΔΕΝ 40. 426).
Αν η εργασία παρέχεται υπό τον πλήρη έλεγχο και καθορισμό των λοιπών εταίρων με δέσμευση ως προς το χρόνο, τρόπο και τόπο προσφοράς της εργασίας, με εμφανή δηλαδή ή έστω και υποκρυπτόμενη άσκηση διευθυντικού δικαιώματος από τη μία πλευρά, πρόκειται για σύμβαση εργασίας. Αντιθέτως, αν πρωταγωνιστεί στη μεταξύ των μελών σχέση η πρόθεση εταιρικής συνεργασίας και αν δεσπόζει μεταξύ τους η ισότητα στη συμπεριφορά και τη δυνατότητα λήψης αποφάσεων και πρωτοβουλιών πρόκειται προφανώς για σύμβαση εταιρίας.
Το πρόβλημα είναι ακόμη εντονότερο στα άτυπα εταιρικά μορφώματα.
Εν συνεχεία, σύμφωνα με τους θεωρητικούς του εργατικού δικαίου Βλαστό Σ. και Κουκιάδη Ι. αλλά και κατά την κρατούσα γνώμη στη νομολογία κρίσιμη ένδειξη για την ύπαρξη εταιρικής σύμβασης συνιστά η ύπαρξη συμμετοχής στα κέρδη και της ζημίες καθώς το ύψος αυτής, αν και όταν φυσικά υφίσταται τέτοια συμμετοχή. (βλ. σχετ. ΑΠ 1462/80 ΕΕΔ 40.77, ΑΠ 1155/77 ΕΕΔ 37. 87, ΑΠ 1047/1992 ΕΕΔ 37. 189).
Τέλος, τα όρια είναι ρευστά και προκαλείται συχνά στην πράξη αλλά και σε θεωρητικό επίπεδο σύγχυση, όχι μόνο ανάμεσα σε σύμβαση εξηρτημένης εργασίας και σύμβαση εταιρίας αλλά και μεταξύ της σύμβασης εργασίας και της σχέσης κοινωνίας.
Λυδία Ζωγοπούλου, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr