Στοιχεία ορισμένου αίτησης ασφαλιστικών μέτρων
Κατά το άρθρο 688 ΚΠολΔ παρ. 1 στην αίτηση με την οποία ζητείται να διαταχθούν ασφαλιστικά μέτρα πρέπει να ορίζεται το μέτρο το οποίο ζητείται και να αναφέρονται συνοπτικά τα πραγματικά περιστατικά που πιθανολογούν το δικαίωμα για την εξασφάλιση ή διατήρηση του οποίου ζητείται η λήψη του μέτρου ή για την κατάσταση της οποίας ζητείται η ρύθμιση με το μέτρο αυτό, καθώς και τον επικείμενο κίνδυνο ή την επείγουσα περίπτωση. Με την προκείμενη διάταξη ορίζεται το περιεχόμενο της αίτησης για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, το οποίο απαιτείται για να είναι ορισμένη και δεκτική δικαστικής εκτίμησης. Η έλλειψη ενός από τα στοιχεία που, κατά τις γενικές διατάξεις και υπό τις σ’ αυτές οριζόμενες προϋποθέσεις, απαιτούνται κατά την υπόψη διάταξη, καθιστά αόριστη την αίτηση και κατ’ ακολουθίαν απαράδεκτη, κατ’ αυτεπάγγελτη του δικαστηρίου έρευνα. Από τα ως άνω συνάγεται ότι δεν αρκεί για το ορισμένο της αίτησης να αναφέρεται σε αυτή, ότι γενικώς διώκεται η με διάταξη ασφαλιστικών μέτρων εξασφάλιση ή διατήρηση ή η ρύθμιση της ουσιαστικής αξίωσης, αλλά πρέπει να ορίζεται το αξιούμενο αυτό μέτρο. Επίσης, πρέπει στην αίτηση να αναφέρονται συνοπτικώς τα πραγματικά περιστατικά που πιθανολογούν το δικαίωμα, για την εξασφάλιση ή διατήρηση του οποίου ζητείται το ασφαλιστικό μέτρο ή την κατάσταση της οποίας η ρύθμιση ζητείται, γι’ αυτό αν δεν υπάρχει η αξιούμενη συνοπτική, ως άνω, αναφορά των παραγωγικών γεγονότων του ασφαλιστέου δικαιώματος, η αίτηση καθίσταται αόριστη. Η περιγραφή των πραγματικών γεγονότων, κατά τη διάταξη, πρέπει να είναι συνοπτική, δηλαδή, σύντομη αλλά σαφής, με αναγραφή όλων των πραγματικών γεγονότων που πιθανολογούν το δικαίωμα, για να μη δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα και τη γένεση του ασφαλιστέου δικαιώματος ή της έννομης σχέσης. Επιπλέον, από την όλη διατύπωση της υπόψη διάταξης, παρά την έλλειψη ειδικού ορισμού, στην αίτηση πρέπει να προσδιορίζεται το ασφαλιστέο δικαίωμα ή η έννομη σχέση της οποίας ζητείται η προσωρινή ρύθμιση. Τέλος, στοιχείο της αίτησης των ασφαλιστικών μέτρων είναι η συνοπτική αναφορά των περιστατικών που πιθανολογούν τη συνδρομή του επικείμενου κινδύνου ή της επείγουσας περίπτωσης (682 παρ. 1), χωρίς να αποκλείεται, λόγω έλλειψης δεσμευτικότητας, η επίκληση και άλλων γεγονότων κατά τη συζήτηση της αίτησης, υπό την προϋπόθεση όμως ότι δεν επέρχεται μεταβολή του ζητούμενου ασφαλιστικού μέτρου. Η παράλειψη παράθεσης των ως άνω γεγονότων καθιστούν, και αυτεπαγγέλτως απαράδεκτη την αίτηση.
Από τις βασικές για την έννοια του ασφαλιστικού μέτρου διατάξεων των αρθρ. 682 παρ. 1 και 688 παρ. ΚΠολΔ συνάγεται ότι το νόμω βάσιμο της αίτησης κρίνεται από τη σε αυτή αναφορά των θεμελιωτικών των δύο ως άνω προϋποθέσεων της διάταξης του αξιούμενου ασφαλιστικού μέτρου πραγματικών περιστατικών, δηλαδή της ουσιαστικής αξίωσης και του επικείμενου κινδύνου ή της επείγουσας περίπτωσης (Βαθρακοκοίλης, ΚΠολΔ, Ερμ- Νομ Αν, Τόμος Δ΄, σελ. 77-79).
Λένα Πολύζου
Δικηγόρος
Email:info@efotopoulou.gr