Το αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης στη νομολογία
Σύμφωνα με πάγια νομολογία από τη διάταξη 229 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του υπ’ αυτής προβλεπόμενου εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι τελέσθηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση,
το περιεχόμενο της μηνύσεως ή ανακοινώσεως να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού. Με άλλα λόγια κατά το άρθρο 229 παρ. 1 του ΠΚ, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε από αυτόν με σκοπό να ασκηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου αναφέρεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Η ανακοίνωση αρκεί να έγινε και σε απλό όργανο της Αρχής, το οποίο, όμως, είναι υποχρεωμένο να διαβιβάσει στην Αρχή τα καταγγελλόμενα. Αν δεν το πράξει, η πράξη του δράστη παραμένει στο στάδιο της απόπειρας (ΑΠ 215/2014, Α’ Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 650/2013,Α’ Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 665/2013, Α’ Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Υπαίτιος της πράξεως που προβλέπεται, από το άρθρο 229 παρ. 1 του ΠΚ, δηλαδή της ψευδούς καταμήνυσης, είναι εκείνος, που εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι` αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι` αυτήν. Κατά συνέπεια, για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠΔ.
Εν περιλήψει απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να απέβλεπε στο να κινηθεί με αυτήν πειθαρχική ή ποινική δίωξη εναντίον αυτού του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή (ΑΠ 303/1996).
Έπειτα σύμφωνα με θεωρία και νομολογία η ψευδής καταμήνυση πρέπει να γίνει προς την Αρχή. Ως τέτοια θεωρείται κάθε άμεσο ή έμμεσο όργανο της πολιτείας τεταγμένον όπως με δημόσια αυθεντία κατ’ ιδίαν κρίση ενεργεί για την πραγματοποίηση των σκοπών της πολιτείας (βλ. σχετ. ΑΠ 55/58, ΠΧρ ΛΗ 459, ΕφΑθ 1277/87, ΝοΒ 36, 753). Το διακρίνον την αρχή από του υπαλλήλου είναι ότι η έννοια της αρχής δεν προϋποθέτει μόνο αυτοτελή δράση αλλά και αυτοτελή οργάνωση της υπηρεσίας χωρισμένη κατά τρόπο διαρκή υπό του δικαίου και του Συντάγματος. Ο μεμονωμένος υπάλληλος δεν καθίσταται Αρχή απλώς με τούτο, επειδή είναι κληθείς όπως ενεργεί αυτοτελώς για την παραγωγή των σκοπών της πολιτείας αλλά πρέπει η υπηρεσία του να είναι αναγνωρισμένη και οργανωμένη υπό την πολιτεία ως διαρκές υποκείμενο πολιτειακών κυριαρχικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (ΑΠ 5294, ΠΧρ ΜΔ 599). Η Αρχή πρέπει να είναι ημεδαπή, ενώ αντιθέτως δεν απαιτείται να είναι η αρμόδια προς δίωξη, διότι από οποιαδήποτε αρχή έστω και μη καταδιωκτική ή δικαστική εν γένει, αν γίνει μήνυση, η Αρχή αυτή είναι υποχρεωμένη προς διαβίβαση (άρθρα 37 επ. ΚΠΔ) προς την αντίστοιχη αρμόδια, οπότε εμμέσως επιτυγχάνεται ο σκοπός του υπαιτίου (ΑΠ 1643/98).
Λυδία Ζωγοπούλου, δικηγόρος