Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Το διεθνές ποινικό δίκαιο των δύο βαθμίδων, οι αρχές του Δ.Π.Δ. στον ελληνικό ποινικό κώδικα και το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης

Το διεθνές ποινικό δίκαιο strictο sensu αποκαλείται συχνά δίκαιο των δύο βαθμίδων με βάση το γεγονός ότι ερευνά και καθορίζει σε πρώτο επίπεδο, αν η εκάστοτε ημεδαπή πολιτεία έχει καταρχάς διεθνή ποινική δικαιοδοσία και θεωρεί κάποια πράξη ποινικά κολάσιμη

(από το γεγονός ότι ένα κράτος δικαιούται να τιμωρήσει μία πράξη ως εγκληματική προκύπτει αυτονοήτως και η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων του) και σε δεύτερο επίπεδο ποιο δίκαιο επακριβώς θα εφαρμόσει η επιλαμβανόμενη της υποθέσεως η πολιτεία αυτή.

Μόλις διαπιστωθεί πως μία συμπεριφορά υπόκειται στην ημεδαπή ποινική εξουσία μπορεί πλέον περαιτέρω να διερευνηθεί σε δεύτερο βαθμό ποιό δίκαιο θα είναι στην περίπτωση αυτή το εφαρμοστέο, δηλαδή το ημεδαπό ουσιαστικό δίκαιο ή κάποιο άλλο. Σε πρώτη φάση ρυθμίζονται κατά συνέπεια τα τοπικά όρια των ποινικών νόμων και η έκταση της ημεδαπής ποινικής εξουσίας και σε δεύτερη φάση το εφαρμοστέο δίκαιο. Στο ελληνικό δίκαιο, πάντως η ιδιορρυθμία αυτή του διεθνούς ποινικού δικαίου ως δικαίου των δύο βαθμίδων δεν ασκεί κάποια ιδιαιτέρως σημαντική επιρροή, διότι στα πλαίσια του ελληνικού δικαίου, όταν μία πράξη υπάγεται στην ελληνική ποινική εξουσία εφαρμοστέο δίκαιο είναι εκ των ων ουκ άνευ το ελληνικό.

Tα όρια των ελληνικών ποινικών νόμων καθορίζουν τα εξής άρθρα του γενικού μέρους του ποινικού μας κώδικα:

Κατά δε το άρθρο 16 του Ελληνικού ποινικού κώδικα: “Τόπος τελέσεως της πράξεως θεωρείται ο τόπος όπου ο υπαίτιος διέπραξε ολικά ή μερικά την αξιόποινη ενέργεια ή παράλειψη, καθώς και ο τόπος όπου επήλθε ή, σε περίπτωση απόπειρας, έπρεπε σύμφωνα με την πρόθεση του υπαιτίου να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα”.

Κατά τα άρθρα περί ενεργητικής και παθητικής αρχής της προσωπικότητας 6 και 7 ΠΚ ισχύουν τα εξής: Οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται και για πράξη που  χαρακτηρίζεται από αυτούς ως κακούργημα ή πλημμέλημα και που τελέστηκε  στην αλλοδαπή από ημεδαπό, αν η πράξη αυτή είναι  αξιόποινη  και  κατά  τους  νόμους  της  χώρας  στην  οποία  τελέστηκε  ή  αν διαπράχθηκε σε  πολιτειακά ασύντακτη χώρα.  2.   Η  ποινική δίωξη ασκείται και εναντίον αλλοδαπού ο οποίος κατά την τέλεση της πράξης ήταν ημεδαπός. Επίσης ασκείται και εναντίον εκείνου που  απέκτησε την  ελληνική  ιθαγένεια  μετά  την  τέλεση  της πράξης. 3. Στα  πλημμελήματα,  για  να  εφαρμοστούν  οι  διατάξεις των  παραγρ. 1  και  2,  απαιτείται  έγκληση  του  παθόντος  ή  αίτηση  της κυβέρνησης της χώρας όπου τελέστηκε το πλημμέλημα. 4. Τα πταίσματα που διαπράττονται  στην  αλλοδαπή  τιμωρούνται μόνο στις περιπτώσεις που ειδικά ορίζει ο νόμος. 1.  Οι   ελληνικοί  ποινικοί  νόμοι  εφαρμόζονται  και  κατά αλλοδαπού για πράξη που τελέστηκε στην αλλοδαπή και που χαρακτηρίζεται  από αυτούς ως κακούργημα ή  πλημμέλημα,  αν  η  πράξη  αυτή  στρέφεται  εναντίον  Έλληνα  πολίτη  και αν είναι αξιόποινη και κατά τους νόμους  της χώρας όπου τελέστηκε ή  αν  διαπράχθηκε  σε  πολιτειακά  ασύντακτη  Χώρα. 2.  Οι διατάξεις των παρ. 3  και  4  του  προηγούμενου  άρθρου έχουν και εδώ εφαρμογή.

Τέλος κατά το άρθρο 8 ΠΚ, το οποίο προβλέπει εγκλήματα στην αλλοδαπή που τιμωρούνται πάντα από ελληνικούς ποινικούς νόμους : Οι  ελληνικοί  ποινικοί  νόμοι  εφαρμόζονται  σε ημεδαπούς και  αλλοδαπούς ανεξάρτητα από τους νόμους του τόπου της τέλεσης,  για  τις  πράξεις  που τελέστηκαν στην αλλοδαπή: “α) Εσχάτη προδοσία, προδοσία της χώρας που στρέφεται κατά του Ελληνικού Κράτους και Τρομοκρατικές πράξεις (άρθρο 187 Α).” β)  εγκλήματα  που αφορούν  τη  στρατιωτική υπηρεσία και την υποχρέωση στράτευσης (ειδικό  μέρος, Κεφ.  Η’) «γ) αξιόποινη πράξη που τέλεσαν ως υπάλληλοι του ελληνικού κράτους ή οργάνου ή οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχει την έδρα του στην Ελλάδα δ) πράξη που στρέφεται εναντίον ή απευθύνεται προς υπάλληλο του ελληνικού κράτους ή έλληνα υπάλληλο οργάνου ή οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά την άσκηση της υπηρεσίας τους ή σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων τους.» ε)  Ψευδορκία  σε διαδικασία   που  εκκρεμεί  στις  ελληνικές  αρχές  στ)  πειρατεία  ζ) εγκλήματα σχετικά με το νόμισμα  (ειδικό  μέρος, Κεφ.Θ’) «η) πράξη δουλεμπορίου, εμπορίας ανθρώπων, σωματεμπορίας, ασέλγειας με ανήλικο έναντι αμοιβής, διενέργειας ταξιδιών με σκοπό την τέλεση συνουσίας ή άλλων ασελγών πράξεων σε βάρος ανηλίκου ή πορνογραφίας ανηλίκου,».  και  την παρ.1 άρθρου δεύτερου Ν.3625/2007,ΦΕΚ Α 290,αντικαταστάθηκε ως άνω με την παράγραφο 1 άρθρου 2 Ν.4198/2013,ΦΕΚ Α 215/11.10.2013. θ) παράνομο εμπόριο  ναρκωτικών   φαρμάκων  ι)  παράνομη  κυκλοφορία  και  εμπόριο  άσεμνων  δημοσιευμάτων ια) κάθε άλλο έγκλημα, για το οποίο ειδικές διατάξεις  ή  διεθνείς  συμβάσεις  υπογραμμένες  και  επικυρωμένες  από  το ελληνικό  κράτος προβλέπουν την εφαρμογή των ελληνικών ποινικών νόμων.

Σχετικά με το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης η νομοθεσία μας προβλέπει τα εξής: Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του άνω Ν. 3251/2004 το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία. Στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που περιέχει ειδικότερα τα ακόλουθα στοιχεία: α) την υπηκοότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) το όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ)μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ)φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιπτώσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ)την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ)στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της. Στο άρθρο 9 παρ.3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι, όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος είναι το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος, κατά δε το άνω άρθρο 22 παρ.1 του ίδιου νόμου κατά της παραπάνω οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον Εισαγγελέα εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης.

Κατά το άρθρο 5 του ίδιου νόμου, το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα (12) μηνών ή σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων (4) μηνών, κατά δε το άρθρο 10 παρ.1 στοιχ.α’του νόμου τούτου, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 αυτού, το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί τούτο, συνιστά έγκλημα σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα (12) μηνών, όπως επίσης εκτελείται, κατά το στοιχ.β’της άνω παρ.1 του άρθρου 10, εφόσον τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων (4) μηνών για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή κακούργημα. Περαιτέρω, κατά την παρ.2 του αμέσως ανωτέρω άρθρου 10, η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις αναφερόμενες στην παράγραφο αυτή (2) αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών (3) ετών, ειδικότερα δε μεταξύ των άλλων και για α) εγκληματική οργάνωση και β)παράνομη εμπορία και διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 11 περ.ζ του Ν.3251/2004 “η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος, αν τούτο έχει εκδοθεί για την αξιόποινη πράξη, η οποία θεωρείται κατά τον ελληνικό ποινικό νόμο ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Ελλάδος…”.

 

Λυδία Ζωγοπούλου, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί