Το ιατρικό απόρρητο και η δυνατότητα των ιατρών να υπερασπιστούν τον εαυτό τους όταν είναι εναγόμενοι
Σύμφωνα με το άρθρο 371ΠΚ «1. Κληρικοί, δικηγόροι και κάθε είδους νομικοί παραστάτες, συμβολαιογράφοι, γιατροί, μαίες, νοσοκόμοι, φαρμακοποιοί και άλλοι στους οποίους κάποιοι εμπιστεύονται συνήθως λόγω του επαγγέλματος τους ή της ιδιότητάς τους ιδιωτικά απόρρητα, καθώς και οι βοηθοί των προσώπων αυτών, τιμωρούνται με χρηματική ποινή ή με φυλάκιση μέχρι ενός έτους αν φανερώσουν ιδιωτικά απόρρητα που τους τα εμπιστεύτηκαν ή που τα έμαθαν λόγω του επαγγέλματός τους ή της ιδιότητάς τους.
- Όμοια τιμωρείται όποιος, μετά το θάνατο ενός από τα πρόσωπά της παρ. 1, και απ’ αυτή την αιτία γίνεται κάτοχος εγγράφων ή σημειώσεων του νεκρού σχετικών με την άσκηση του επαγγέλματός του, ή της ιδιότητάς του και από αυτά φανερώνει ιδιωτικά απόρρητα.
- Η ποινική δίωξη γίνεται μόνο με έγκληση.
- Η πράξη δεν είναι άδικη και μένει ατιμώρητη αν ο υπαίτιος απέβλεπε στην εκπλήρωση καθήκοντός του ή στη διαφύλαξη έννομου ή για άλλο λόγο δικαιολογημένου ουσιώδους συμφέροντος, δημόσιου ή του ίδιου ή κάποιου άλλου, το οποίο δεν μπορούσε να διαφυλαχθεί διαφορετικά».
Η έννοια του απορρήτου, αν και δεν ορίζεται υπό του νόμου, ή του Ποινικού Κώδικα, αντίστοιχα, θεωρείται ότι είναι κάθε τι που δεν είναι γνωστό γενικά ή σε αόριστο αριθμό προσώπων (Φιλιππίδης Τ. “Η παραβίαση της επαγγελματικής εχεμύθειας” Ποιν. Χρον. Β/97), ενώ ιδιωτικό απόρρητο είναι κάθε γεγονός της ιδιωτικής ζωής κάποιου ατόμου οιουδήποτε περιεχομένου, το οποίο δεν είναι δημοσίως γνωστό σε μικρό ή ευρύ κύκλο προσώπων, προκειμένου δε περί του ιατρικού (απορρήτου) περιλαμβάνεται κάθε ασθένεια, εκτός της ορατής, την οποία υποχρεούται να διαφυλάξει ο ιατρός υπέρ του πάσχοντος, δοθέντος ότι τούτο επιβάλλεται από τον ιατρικό όρκο αλλά από το άρθρο 23 ΑΝ 1565/39″Περί Ιατρικού Κώδικα” (βλ. Μπάκα Χρ. “Η κάμψη του απόλυτου χαρακτήρα της απαγόρευσης κατάθεσης του γιατρού στην ποινική δίκη” Ποιν. Χρον. 1996 σελ. 769 και επόμ.). Θεμιτή παραβίαση του επαγγελματικού απορρήτου προβλέπεται από τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρ. 371 ΠΚ σύμφωνα με την οποία: Η πράξη δεν είναι άδικη και μένει ατιμώρητη αν ο υπαίτιος απέβλεπε στην εκπλήρωση καθήκοντός του ή στη διαφύλαξη εννόμου ή για κάποιο άλλο λόγο δικαιολογημένου ουσιώδους συμφέροντος δημοσίου ή του ιδίου ή κάποιου άλλου, το οποίο δεν μπορούσε να διαφυλαχθεί διαφορετικά. Με την ως άνω διάταξη θεσπίζεται ένας ειδικός λόγος άρσεως του αδίκου πέραν των γενικών λόγων (άμυνα, κατάσταση ανάγκης κλπ) και ο δράστης μένει ατιμώρητος, αν, με τη φανέρωση του απορρήτου, απέβλεπε σε εκπλήρωση είτε νομικού είτε ηθικού καθήκοντος ή άλλου δικαιολογημένου ενδιαφέροντος το οποίο μπορεί είτε να είναι δημόσιο είτε ιδιωτικό, οικονομικό ή άλλο του δράστη (π.χ. δικαστική επιδίωξη αμοιβής Δικηγόρου, Ιατρού ή για την υπεράσπισή του) ή τρίτου προσώπου (π.χ. Ιατρός ανακοινώνει τη σχιζοφρένεια του πελάτη του για να αποφευχθεί η παράδοση σ’ αυτόν των παιδιών του που δεν μπορούσε να αντιπράξει αλλιώς ΑD HOC ΑΠ 109/60 Ποιν. Χρον. 1/322) υπό την ρητή προϋπόθεση το καθήκον ή το συμφέρον, εξ αιτίας του οποίου έγινε η φανέρωση του απορρήτου να συντρέχει ΙΝ CONCRETO και να είναι κοινωνικά υπέρτερης αξίας από το καθήκον επαγγελματικής εχεμύθειας (βλ. μελέτη Ν. Σαρλή “Το επαγγελματικό απόρρητο των μαρτύρων στην ποινική δίκη” Ελ. Δικ. 28/261 και επόμ. Γνωμοδ. Εισαγ. Πρωτ. Γρηγ. Πεπόνη σε Ποιν. Χρον. 1996 σελ. 1742, Μπάκα Χρ. “Η κάμψη του απόλυτου χαρακτήρα…” οπ. Π., Γνωμοδότηση Εισ. Α.Π. 11/1984 Ποιν.Χρον. 1985/183. Λ. Καράμπελας: “Η ποινική ευθύνη για τη μετάδοση του Εητζ κατά την άσκηση της Ιατρικής -Οδοντιατρικής πράξης” Αρχ. Νομ. 1989/97, Χαραλαμπάκη Αρ. “Ιατρική ευθύνη και δεοντολογία” Υπεράσπ., 1993/507, Δάλλα- Βοργία Π. “Ιατρικό απόρρητο και ο γιατρός εργασίας” Επιθ. Εργ. Δ. 1988/186).
Ελένη Κλουκινιώτη
info@efotopoulou.gr