Το πλαίσιο της απόλυτης ακυρότητας του άρθρου 171 Κ.Π.Δ.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 171 του Κ.Π.Δ, «Απόλυτη ακυρότητα υπάρχει: 1. Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: α) τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του κώδικα οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών και του παρόντος κώδικα για ακυρότητα εξαιτίας κακής σύνθεσής του, β) την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα και την υποχρεωτική συμμετοχή του στη διαδικασία στο ακροατήριο και σε πράξεις της προδικασίας που ορίζονται στον νόμο, γ) την αναστολή της ποινικής δίωξης σε όσες περιπτώσεις την επιβάλλει υποχρεωτικά ο νόμος, δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ή του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πράξη κατά την προκαταρκτική εξέταση και την άσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχονται από τον νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ε.Ε. 2. Αν ο κατηγορούμενος ζήτησε να ασκήσει δικαίωμα που του παρέχεται από τον νόμο και το δικαστήριο του το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για την σχετική αίτηση. 3. Αν ο υποστηρίζων την κατηγορία παρέστη παράνομα στην διαδικασία του ακροατηρίου».
Η διάταξη του άρθρου 171, η οποία περιέχει τις περιπτώσεις της απόλυτης ακυρότητας, είναι διάταξη πλαίσιο, με την έννοια ότι σε αυτή περιγράφεται το γενικό πλαίσιο κάθε περίπτωσης. Για να επέλθει απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 του Κ.Π.Δ., δεν είναι απαραίτητο να απαγγέλλεται τούτο ρητώς από ορισμένη διάταξη. Αρκεί να πρόκειται για περίπτωση που υπάγεται στο άρθρο αυτό. Σύμφωνα δε με το άρθρο 174 παρ. 1 ΚΠΔ, η απόλυτη ακυρότητα λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας ακόμη και στον Άρειο Πάγο. Αν η απόλυτη ακυρότητα αναφέρεται σε πράξεις της προδικασίας μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως ή να προταθεί ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου η σχετική ακυρότητα μπορεί να προταθεί από τον εισαγγελέα ή από τους διαδίκους που έχουν συμφέρον. Αν η σχετική ακυρότητα αναφέρεται σε πράξη της προδικασίας, πρέπει να προταθεί έως το τέλος της. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 176 παρ. 1 εδ. α στοιχ. α ΚΠΔ αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο. Το Δικαστικό Συμβούλιο κηρύσσοντας την ακυρότητα, διατάσσει την επανάληψη των άκυρων πράξεων αν το κρίνει αναγκαίο και εφικτό (Μιχ. Μαργαρίτης, Ερμηνεία ΚΠΔ, σελ. 360). Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου 176 του Κ.Π.Δ. «Η ακυρότητα μιας πράξης καθιστά άκυρες και τις εξαρτημένες από αυτήν μεταγενέστερες πράξεις της ποινικής διαδικασίας». Ως εξαρτημένες θεωρούνται όσες πράξεις παρήχθησαν συνέπεια της άκυρης προγενέστερης που αποτελεί λογικό νόμιμο όρο των μεταγενέστερων και οι οποίες συνιστούν έτσι το αναγκαίο αποτέλεσμα αυτής. Η εξάρτηση των επόμενων πράξεων από την άκυρη πρέπει να είναι αποκλειστική και πραγματική και όχι τυχαία ή ευκαιριακή, σε τρόπο δηλαδή, ώστε οι μεταγενέστερες πράξεις να τελούν σε σχέση προέλευσης από την άκυρη πράξη (ΟλΑΠ 2/96 ΠοινΧρ Μ ΣΤ` σελ. 1571). Επιπροσθέτως, κατ` άρθρο 307 του Κ.Π.Δ.: «Κατά την διάρκεια της ανάκρισης το συμβούλιο των πλημμελειοδικών με πρόταση του εισαγγελέα ή ενός διαδίκου ή με αίτηση του ανακριτή αποφασίζει:….στ) για κάθε άλλο θέμα που προβλέπεται σε ειδικές διατάξεις»
[ΣΥΜΒ.ΠΛΗΜ/ΚΩΝ ΑΘΗΝΩΝ 335/2026 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ]
Βασιλική Φλωκατούλα – δικηγόρος
info@efotopoulou.gr