Το πνευματικό δικαίωμα επί του προγράμματος Η/Υ στη σύμβαση παροχής μη τυποποιημένου λογισμικού (bespoke software)
Ο νομικός χαρακτηρισμός των πληροφοριακών συμβάσεων δημιουργεί σοβαρές υπαγωγικές δυσκολίες που οφείλονται αφενός στην ιδιομορφία του λογισμικού ως άυλου αγαθού ενδιάμεσης φύσεως μεταξύ προϊόντος της διάνοιας υπό την έννοια του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας και τεχνικού-βιομηχανικού αγαθού και αφετέρου στην ποικιλομορφία των πληροφοριακών συμβάσεων έτσι όπως απαντώνται στη συναλλακτική πρακτική. Οι συμβάσεις λογισμικού διακρίνονται σε συμβάσεις τυποποιημένου λογισμικού (off-the-shelf software) και σε συμβάσεις μη τυποποιημένου λογισμικού (bespoke software).
Όσον αφορά τη δεύτερη κατηγορία των συμβάσεων λογισμικού, αυτή μπορεί να υπαχθεί στην έννοια της συμβάσεως έργου επί της οποίας εφαρμοστέες θα είναι οι διατάξεις του ΑΚ και ιδιαίτερα οι ΑΚ 681 επ. Τούτος ο υπαγωγικός χαρακτηρισμός επηρεάζεται από το γεγονός ότι στη συνηθέστερη περίπτωση δεν μεταβιβάζεται στον αποκτώντα το δικαίωμα επί του εκπονηθέντος προγράμματος. Πράγματι η σύμβαση εκπόνησης λογισμικού δεν υπονοεί και την μεταβίβαση των δικαιωμάτων επί του προγράμματος. Για την μεταβίβαση του πνευματικού δικαιώματος του δημιουργού του προγράμματος απαιτείται ειδική προς τούτο συμφωνία. Αποτελεί αυτή η διαπίστωση έκφραση της γενικότερης αρχής in dubio pro autorem. Όμως, σύμφωνα με τον Κουμάντο, στην περίπτωση που θεωρείται ότι υπάρχει παραγωγή έργου κατά παραγγελία και θεωρηθεί ότι η παραγγελία εκτελείται δια συμβάσεως έργου η μεταβίβαση του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας στον εργοδότη μπορεί να συνάγεται και σιωπηρά, προφανώς από το σύνολο των περιστάσεων της σύμβασης. Αυτή η αποδοχή μειώνει οπωσδήποτε την εμβέλεια του τεκμηρίου υπέρ του δημιουργού. Ο νόμος πάντως δεν θέτει ως συστατικό στοιχείο της συμβάσεως έργου την ύπαρξη εκποιητικής συμβάσεως μεταβίβασης της κυριότητας (βλ. 681 ΑΚ). Η ratio της ευρείας αυτής διατύπωσης του ΑΚ συνίσταται στο γεγονός ότι ακόμα και σε συνθήκες βιομηχανικής-υλιστικής οικονομίας η έννοια του έργου περιελάμβανε και μορφές που δεν ενέπλεκαν ή ενέπλεκαν δευτερευόντως την μεταβίβαση πράγματος ή δικαιώματος. Έτσι η έννοια του έργου δύναται να συμπεριλάβει και προσφορά που συνίσταται αποκλειστικά σε παροχή ή σε καταβολή εργασίας ανεξάρτητα από το αν η εργασία αυτή κατατείνει στην παραγωγή προϊόντος διάνοιας. Ωστόσο η σχετική ελευθερία στην συμβατική πρωτοβουλία των μερών δεν πρέπει αν αποκρύψει το γεγονός ότι συχνά από την φύση της σύμβασης και την τελολογική της ερμηνεία σύμφωνα και με την 200 ΑΚ, θα πρέπει να θεωρείται ότι αποτελεί παρεπόμενη υποχρέωση του εργολάβου, αν όχι οπωσδήποτε να μεταβιβάσει την κυριότητα, τουλάχιστον να προβεί σε κάποιας μορφής αποξένωση από το έργο υπέρ του εργοδότη. Η δυνατότητα αυτή μερικής αποξένωσης του εργολάβου από το έργο του είναι πιο εύκολα νοητή στα άυλα αγαθά, όπου η ακώλυτη χρήση τους από τον εργοδότη δεν προϋποθέτει αναγκαστικά την σύγχρονη αποξένωση του εργολάβου από το σύνολο των εξουσιών του.
(Πηγή: Συμβάσεις Παροχής Λογισμικού (software) & Κανόνες Ανταγωνισμού, Βασίλης Σ. Καραγιάννης, Νομική Βιβλιοθήκη, Έκδοση 2002, σελ. 23 επ.)
Αμυγδαλιά Τσιάρα, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr