Tο συμφέρον του υιοθετούμενου ως θεμελιώδης αρχή της υιοθεσίας
Γίνεται πάγια δεκτό από τη νομολογία, ότι η υιοθεσία, ως κυρίαρχη θεμελιώδης αρχή που διέπει τον κρατούντα στην Ελλάδα σήμερα βιοτικό ρυθμό, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται πλέον ως σύμβαση μεταξύ φυσικού και θετού γονέως, αλλά ως ζήτημα που ενδιαφέρει όλη την κοινωνία και το κράτος, γιατί αποβλέπει όχι στο να παρέχει στα άτεκνα ζεύγη τη δυνατότητα αποκτήσεως διαδόχου,
αλλά να εξυπηρετήσει το συμφέρον των υιοθετουμένων ανηλίκων, δηλαδή να εξασφαλίζει υπέρ αυτών τη δυνατότητα να αναπτυχθούν ηθικά και πνευματικά μέσα σε υγιές οικογενειακό περιβάλλον. Χαρακτηριστικά δε παρατηρείται, ότι το κέντρο βάρους του ενδιαφέροντος του νομοθέτη έχει μετατοπισθεί από εκείνον που υιοθετεί σε εκείνον που υιοθετείται (βλ. Ε. Κουνουγέρη – Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, τ. Ιβ` σελ. 183 επ., Παπαχρήστου, σε ΑΚ Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, σελ. 360).
Κομβικό λοιπόν ερμηνευτικό σημείο των ισχυουσών στις διατάξεις περί υιοθεσίας ανηλίκων αποτελεί η αρχική επιταγή του άρθρου 1542 εδ. β’ ΑΚ, σύμφωνα με την οποία η υιοθεσία πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου. Η γενική αυτή διάταξη συμβαδίζει με εκείνη του άρθρου 1558 ΑΚ, βάσει της οποίας το Δικαστήριο απαγγέλλει την υιοθεσία, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις -μεταξύ αυτών και η προάσπιση του συμφέροντος του υιοθετούμενου κατ’ άρθρο ΑΚ 1542 εδ. β- συνεκτιμώντας παράλληλα την έκθεση του αρμόδιου κοινωνικού λειτουργού με στόχο την τελική διαπίστωση του αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συμφέρει η υιοθεσία τον υιοθετούμενο, λαμβανομένων υπόψη της υγείας, της οικογενειακής και περιουσιακής κατάστασης, καθώς και της αμοιβαίας ικανότητας προσαρμογής των εμπλεκομένων σε αυτή. Πέραν της πιο πάνω αναφερθείσας διατάξεως του άρθρου 1542 εδ. β` ΑΚ και της συστηματικής θέσης της στη προμετωπίδα του κεφαλαίου του Αστικού Κώδικα, που αφορά την υιοθεσία και άλλες διατάξεις δείχνουν τη βούληση του Έλληνα νομοθέτη να αντιμετωπίσει τους περί υιοθεσίας ισχύοντες νόμους με εφαρμοστική ευρύτητα και με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον του τέκνου.
Με βάση τα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, η ελληνική νομολογία σε πολλές περιπτώσεις έχει αποκλίνει από τις ρυθμίσεις του νόμου, κάνοντας δεκτή αίτηση υιοθεσίας στηριζόμενη στην προάσπιση του συμφέροντος του τέκνου και στο συμφέρον που απορρέει γι’ αυτό από την τελούμενη υιοθεσία. Συγκεκριμένα τη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων έχει απασχολήσει σε πολλές αποφάσεις το ζήτημα της υπέρβασης των ανώτατων ορίων διαφοράς ηλικίας μεταξύ υιοθετούντων και υιοθετουμένου που προβλέπει ο νόμος (βλ. σχετ. για το θέμα αυτό ΕφΑθ 6952/2008 ΕφΑΔ 2009.1213, ΠολΠρΠατρ 385/2007 ΕφΑΔ 2008.1074, ΠολΠρΘεσ 25358/2007 Αρμ 2008.65, ΠολΠρΑθ 912/2005, ΝοΒ 2006.1029).
Συγκεκριμένα, έχει νομολογιακά κριθεί ότι τα όρια ηλικίας που προβλέπονται στο άρθρο 1544 ΑΚ δεν μπορεί παρά να έχουν σχετική, άλλως επιβοηθητική αξία και σε καμία περίπτωση δεν δύνανται να θεωρηθούν ότι καθιερώνουν απαράβατο τυπικό κώλυμα υιοθεσίας, ιδιαίτερα αναφορικά με το ανώτατο όριο διαφοράς ηλικίας του ως άνω άρθρου το οποίο μπορεί κάλλιστα να καμφθεί, εφόσον η συγκεκριμένη υιοθεσία ανηλίκου κριθεί από το δικαστήριο ότι συντρέχει σπουδαίος λόγος να πραγματοποιηθεί, ο οποίος βέβαια δεν είναι άλλος από την όσο γίνεται αρτιότερη εξυπηρέτηση του συμφέροντος του ανηλίκου υιοθετουμένου (βλ. ΕφΘεσ 2020/1999 Αρμ ΝΓ` 1065, γνωμοδότηση Β. Δούβλη, σε ΕλλΔνη 42.1263). Μάλιστα έχει κριθεί ότι με την χαρακτηριστική απόφαση του ΠολΠρΘεσ 25358/2007 (Αρμ 2008.65-Σχετ.) «ότι η απόρριψη της αιτήσεως εξαιτίας της μη συνδρομής του τυπικού λόγου του ανώτατου ορίου ηλικίας θα δημιουργούσε ψυχολογικά, ηθικά και πρακτικά προβλήματα, τόσο στο υιοθετούμενο, το οποίο εντάχθηκε πλήρως στο νέο οικογενειακό περιβάλλον, όσο και στους υιοθετούντες, οι οποίοι το περιθάλπουν με αμέριστη στοργή και αγάπη (βλ. την μαρτυρική κατάθεση), πέραν του γεγονότος ότι θα προσέκρουε, όπως ήδη αναφέρθηκε, και στο συμφέρον του ανηλίκου, το οποίο αποτελεί καίριο και καθοριστικό κριτήριο δικαστικής παραδοχής οποιασδήποτε αιτήσεως υιοθεσίας και απαγγελίας της».
Περαιτέρω, σύμφωνα τη διάταξη του άρθρου 1558 του ΑΚ το Δικαστήριο απαγγέλλει την υιοθεσία, εφόσον συντρέχουν οι όροι του νόμου κατ αφού διαπιστώσει συνεκτιμώντας και τη συνταχθείσα προηγουμένως βάσει του άρθρου 1557 ΑΚ έκθεση κοινωνικής έρευνας, ότι ενόψει της πραγματικότητας, της υγείας κα της οικογενειακής περιουσιακής κατάστασης εκείνου που υιοθετεί και του υιοθετουμένου καθώς και της αμοιβαίας ικανότητας τους για προσαρμογή υιοθεσία συμφέρει τον υιοθετούμενο. Ως συμφέρον του υιοθετουμένου, που ανάγεται σε ειδική προϋπόθεση της υιοθεσίας νοείται τόσο το περιουσιακό, όσο και αυτό που ανάγεται στην προσωπική του κατάσταση δηλαδή το πνευματικό, ηθικό, κοινωνικό συμφέρον, το οποίο προέχει έναντι του πρώτου. Το συμφέρον του υιοθετημένου δεν αρκεί να εξυπηρετείται μόνο κατά το χρόνο τέλεσης της υιοθεσίας, αλλά και μελλοντικό κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Επίσης, οι δημιουργούμενοι με την υπόθεση όροι για τη βιολογική και ψυχοπνευματική ανάπτυξη του υιοθετουμένου πρέπει να είναι ευνοϊκότεροι από τους πριν από αυτήν υπάρχοντες (Κουνουγέρη – Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο. τόμος Ι εκδ. 1998, σ. 312-313, Βαθρακοκοίλης ο.π. άρθρο 1558, σ. 1119-1121 Φουντεδάκη, Υιοθεσία-Προΰποθέσεις, διαδικασία, προσβολή, έκθ. 1998. σ. 147).
Μαρία Τζαβέλα
Δικηγόρος, LL.M.
E-mail: info@efotopoulou.gr