Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ζητήματα ορισμένου της αγωγής διατροφής ανηλίκου τέκνου

Από τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1486 επ. ΑΚ, οι οποίες ρυθμίζουν τους όρους της επιδίκασης διατροφής τέκνου, που είναι ανήλικο και άπορο, συνάγεται ότι μεταξύ αυτών δεν συγκαταλέγεται και το χρονικό διάστημα για το οποίο ζητείται η διατροφή. Ως χρόνος έναρξης της καταβολής της διατροφής υπονοείται κατ’ αρχήν ο χρόνος υποβολής του αιτήματος παροχής  δικαστικής προστασίας [εκτός εάν ο ενάγων ζητεί διατροφή για το παρελθόν, οπότε πρέπει να επικαλεσθεί με συγκεκριμένο τρόπο την υπερημερία του εναγομένου, ΑΚ 1498], ο οποίος συμπίπτει με το χρόνο άσκησης της αγωγής και, ειδικότερα, με το χρόνο της επίδοσης αυτής, πού ολοκληρώνει την άσκηση (άρθρο 221 παρ. 1 ΚΠολΔ). Το αν ο χρόνος έναρξης πρέπει να μετατεθεί σε κάποιο χρονικό σημείο μετά την άσκηση της αγωγής, είναι περιστατικό που πρέπει να προβληθεί από τον έχοντα το σχετικό έννομο συμφέρον, ο οποίος κατά κανόνα θα είναι ο εναγόμενος. Ως χρόνος λήξης της καταβολής της διατροφής, που αποτελεί περιοδική παροχή, υπονοεί και κατ` αρχήν ο χρόνος κατά τον οποίο αναμένεται να αρθούν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του σχετικού δικαιώματος (π.χ. η ενηλικίωση του τέκνου ή η άρση της απορίας αυτού επί διατροφής τέκνου κλπ). Και αυτών των περιστατικών η επίκληση, όμως, πρέπει να γίνει από τον εναγόμενο, στον κατάλληλο χρόνο και με την άσκηση του προσήκοντος ενδίκου βοηθήματος (πρβλ. άρθρο 1494 ΑΚ), δεδομένου του ότι πρόκειται για γεγονότα των οποίων η επέλευση είναι βέβαιη, αλλά ο χρόνος αυτής αβέβαιος (πρβλ. άρθρο 11 αρ. 7 ΚΠολΔ). Εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του ενάγοντος να προσδιορίσει περιοριστικώς το χρονικό διάστημα για το οποίο ζητεί την επιδίκαση της διατροφής [τον ένδικο χρόνο], επιφυλασσόμενος [σιωπηρώς, αφού δεν νοείται παραίτηση από τη διατροφή για το μέλλον, ΑΚ 1409 έδ.α`] ως προς την άσκηση νέας αγωγής, υπό νέους όρους, για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα. Ο μη προσδιορισμός του χρονικού διαστήματος, για το οποίο ζητείται διατροφή, δεν καθιστά την αγωγή αόριστη (ΕφΑθ 2387/20Ο8 Δ 2009.138, ΕφΑθ 2369/2007 ΕφΑΔ 2008.462, ΕφΘεσ 602/2005, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 10141/1995 ΕλλΔνη 1997.1614, Μακρίδου. Η αόριστη αγωγή και οι δυνατότητες θεραπείας της, Δ` έκδοση, σ.61 υποσ. 212, σ. 65 υποσ. 225, πρβλ. όμως, και ΕφΠατρ 778/2007, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 5908/1993 ΕλλΔνη 1995.879), αλλά έχει ως συνέπεια την εφαρμογή της ερμηνευτικής διάταξης του  άρθρου 11 αρ. 7 ΚΠολΔ, προκειμένου να υπολογισθεί η αξία του αντικειμένου της διαφοράς και ό,τι συναρτάται προς αυτήν (π.χ. η καταβολή δικαστικού ενσήμου, η εκκαθάριση δικαστικών εξόδων, κ.λπ).

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1389, 1390 και 1391 Α.Κ. προκύπτει ότι για τη θεμελίωση αξίωσης του ενός από τους συζύγους για καταβολή σ’ αυτόν διατροφής σε χρήμα από τον άλλο, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, πρέπει ο ενάγων να επικαλείται και να αποδεικνύει τη συζυγική ιδιότητα, τη διακοπή της συμβίωσης για εύλογη αιτία, ότι οι βιοτικές του ανάγκες, λαμβανομένων υπόψη και των συνθηκών της χωριστής διαβίωσης, δικαιολογούν τον προσδιορισμό της διατροφής στο ζητούμενο με την αγωγή χρηματικό ποσό, χωρίς να είναι αναγκαίο και να εξειδικεύει τις ανάγκες αυτές, αναφέροντας και την απαιτουμένη για κάθε μία δαπάνη, αλλά αρκεί μόνο να αναφέρει το συνολικό ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των αναγκών του αυτών. Εξάλλου, δεν απαιτείται να διαλαμβάνεται στην αγωγή, ούτε στην απόφαση, η αποτίμηση της συνεισφοράς του καθενός από τους συζύγους για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, αφού η υποχρέωση για τη συνεισφορά αυτή υπάρχει όσο διατηρείται η έγγαμη συμβίωση, ενώ όταν αυτή διακοπεί, αντικαθίσταται με τη χρηματική διατροφή, που προσδιορίζεται από τη σύγκριση των εκατέρωθεν οικονομικών δυνατοτήτων. Στον εναγόμενο απόκειται να προβάλλει και να αποδείξει, ως καταλυτικούς (ολικά ή μερικά) ισχυρισμούς, τις οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων συζύγων, που προσδιορίζουν την αναλογία της συνεισφοράς καθενός απ’ αυτούς στη διατροφή αυτή (ΑΠ 773/2014, ΑΠ 132/2003, ΑΠ 1382/2000), καθώς και τις ανάγκες των λοιπών μελών της οικογένειας, στα οποία πρέπει να επιμεριστεί το άθροισμα των οικονομικών πόρων τους και ειδικότερα οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει την ύπαρξη τέκνων και τις ανάγκες τους, των οποίων η διατροφή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1389, 1486 παρ.2, 1489 παρ.2 ΑΚ, βαρύνει και τους δύο συζύγους και τα οποία, σύμφωνα με το άρθρο 1492 εδ. γ’ ΑΚ, συμπορεύονται με τη διατροφή του συζύγου (ΑΠ 1382/2000).

Τέλος, ως προς την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η αίτηση για προσωρινή επιδίκαση διατροφής ανηλίκου για να θεωρηθεί επαρκώς ορισμένη (άρθρο 118 και 688 παρ. 1 ΚΠολΔ) πρέπει να εκτίθενται σε αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που πιθανολογούν το δικαίωμα για την εξασφάλιση του οποίου ζητείται η λήψη του ανωτέρω μέτρου και συγκεκριμένα η συγγενική σχέση αιτούντος – καθ’ ου, η έλλειψη εισοδημάτων του/ των ανηλίκων τέκνων και η αδυναμία τους να εργαστούν, τα περιουσιακά στοιχεία του καθ’ ου – γονέα τους, οι ανάγκες που είναι προσδιοριστικές του ύψους της διατροφής, η οποία πρέπει να τους καταβληθεί προσωρινά και το αιτούμενο, για όλες αυτές τις ανάγκες τους, συνολικό ύψος της δαπάνης που αποτελεί την ανάλογη διατροφή τους (ΑΠ 1388/2009 ΕΠολΔικ 2010.428, ΑΠ 416/2007, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Κ. Παπαδόπουλος, Αγωγές Οικογενειακού Δικαίου, Έκδοση 2001, Τόμος Β’, παρ. 24, 51 και 67, σελ. 55-56, 119-120 και 148, αντίστοιχα).  

Μαρία Τζαβέλα

Δικηγόρος, LL.M.

E-mail: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί