Απάτη περί την πρόσληψη: η παρεχόμενη εργασία δε συνιστά ισάξια αντιπαροχή που αντισταθμίζει την προκληθείσα στον εργοδότη περιουσιακή βλάβη
Κατά τα γινόμενα δεκτά στη θεωρία[1] και τη νομολογία[2], το έγκλημα της απάτης (386 Π.Κ.) δε στοιχειοθετείται – λόγω μη συνδρομής του αντικειμενικού στοιχείου της περιουσιακής βλάβης για τον παραπλανηθέντα ή για τρίτον (επί περιπτώσεως τριγωνικής απάτης) – εάν η ζημία του εξαπατηθέντος (ή του τρίτου) ισοσταθμίζεται με ισάξια αντιπαροχή, η οποία περιήλθε σ’ αυτόν από την πράξη στην οποία παραπείσθηκε. Κατ’ εξαίρεση, ωστόσο, καταφάσκεται η περιουσιακή βλάβη, ακόμη και όταν η αξία της παροχής του παθόντος αντιστοιχεί σ’ εκείνη της αντιπαροχής του δράστη, όταν η τελευταία είναι άχρηστη στον πρώτο ενόψει των προσωπικών του αντικειμενικών αναγκών, συνθηκών και επιδιώξεων. Εάν, όμως, η χρησιμοποίηση του πράγματος από το ζημιωθέντα επιβάλλεται από το νόμο, ή εάν ο πλανηθείς μπορεί να εκποιήσει ευχερώς την άχρηστη γι’ αυτόν αντιπαροχή ή εάν η χρησιμοποίηση του πράγματος κατ’ άλλο τρόπο εναρμονίζεται αντικειμενικά προς τις οικονομικές επιδιώξεις και ανάγκες του πλανηθέντος, τότε δε στοιχειοθετείται περιουσιακή βλάβη.
Ενόψει των ανωτέρω, επί περιπτώσεων απάτης περί την πρόσληψη, ήτοι επί περιπτώσεων όπου επιτυγχάνεται η πρόσληψη σε θέση εργασίας δια της προσκόμισης πλαστών τίτλων σπουδών, γίνεται δεκτό στη θεωρία ότι[3], εάν η παρεχόμενη εκ μέρους του δράστη εργασία αντισταθμίζει πλήρως την παρεχόμενη αμοιβή, δε στοιχειοθετείται περιουσιακή ζημία, εκτός κι αν ο εργοδότης απέβλεπε στις ιδιαίτερες ικανότητες του προσλαμβανόμενου. Η ως άνω θεωρητική παραδοχή, ωστόσο, δεν έχει τύχει απήχησης στη νομολογία, καθόσον αυτό που νομολογιακά διακηρύσσεται είναι ότι[4], επί υποθέσεων απάτης περί την πρόσληψη, η παρεχόμενη εργασία δε συνιστά ισάξια αντιπαροχή που αντισταθμίζει την προκληθείσα περιουσιακή βλάβη, καθότι τούτο προϋποθέτει τη νομιμότητα της αντιπαροχής.
Χαρακτηριστικά είναι τα όσα διέλαβε, πρόσφατα, στη μείζονα σκέψη του το υπ’ αριθμ. 4485/2015 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με σύμφωνη εισαγγελική πρόταση Δ. Μουζάκη: «Ναι μεν δεν υπάρχει βλάβη όταν η ζημία που επήλθε από την απατηλή συμπεριφορά του εξαπατώντος ισοσταθμίζεται από μία ισάξια αντιπαροχή, η οποία περιήλθε στον εξαπατηθέντα από την πράξη την οποία αυτός παραπείσθηκε να διαπράξει, πλην αυτό προϋποθέτει ότι η αντιπαροχή είναι νόμιμη. Στην περίπτωση, π.χ., όπου κάποιος προσκομίζοντας πλαστό πτυχίο, πετύχει να προσληφθεί σε δημόσια θέση, καίτοι δεν έχει τα νόμιμα προσόντα να καταλάβει αυτή τη θέση και συνεπώς να παράσχει τις υπηρεσίες που παρέχει όποιος έχει τις απαιτούμενες γνώσεις και τα νόμιμα προσόντα, και προσελήφθη εκ του λόγου αυτού παρανόμως, δεν μπορεί να επικαλεσθεί ότι η ζημία του Δημοσίου από την καταβολή σ’ αυτόν αποδοχών της θέσεως που παρανόμως κατέλαβε έχει ισοσταθμιστεί από την παροχή της (μη νόμιμης) εργασίας του και ότι, επομένως, δεν έχει τελεσθεί το έγκλημα της απάτης… Έτσι, γίνεται δεκτό… ότι όταν ο εργοδότης παραπλανάται ως προς τις γνώσεις και ικανότητες του προσλαμβανόμενου, λόγω ψευδών παραστάσεων του τελευταίου («απάτη περί την πρόσληψη»), η ζημία του έγκειται: α) στην εκ μέρους του ανάληψη της υποχρέωσης να καταβάλει αμοιβή υπερβαίνουσα την ποιότητα των προσδοκώμενων υπηρεσιών και β) στο γεγονός ότι η παρεχόμενη από το δράστη εργασία δεν ανταποκρίνεται στον καταβαλλόμενο μισθό. Με άλλες λέξεις, σε περίπτωση πρόσληψης προσώπου σε δημόσια θέση εξαιτίας αξιόποινης παραπλάνησης εκ μέρους του ως προς τις απαιτούμενες να συντρέχουν στο πρόσωπό του προϋποθέσεις για την κατάρτιση συμβάσεως εργασίας, η περιουσιακή βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου συνίσταται αντικειμενικά στη δαπάνη που υποβλήθηκε για την απασχόληση προσώπου διαφορετικού από εκείνο που σύμφωνα με το νόμο έπρεπε να απασχοληθεί, δεν μπορεί δε να κρίνεται ότι νομίμως, ευλόγως και αζημίως για το Ελληνικό Δημόσιο λαμβάνει αυτός μισθό, εκ του λόγου και μόνον ότι δεν απολύθηκε ή ότι προσέρχεται στον τόπο της εργασίας του κατά την καθορισμένη ώρα και, αναλόγως, αποχωρεί, διότι τα παραπάνω δεν συνιστούν άνευ ετέρου ισάξια αντιπαροχή, αφού βάσει των συγκεκριμένων αναγκών και επιδιώξεων, ο εργοδότης απέβλεπε σε συγκεκριμένες ιδιότητες, προσδιοριζόμενες μάλιστα από το νόμο, που εξασφαλίζουν ένα minimum ηθικών και άλλων εγγυήσεων στο δημόσιο τομέα, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι κρίσιμο στοιχείο της σύμβασης εργασίας είναι και η αυτοπρόσωπη και προσήκουσα παροχή εργασίας…».
Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr
[1] Βλ. Α. Χαραλαμπάκη, Ποινικός Κώδικας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Τόμος Δεύτερος (Άρθρα 235-473), 2η έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, 2014, σελ. 3213 (υπό άρθρο 386), Χ. Χ. Μυλωνόπουλο, Ποινικό Δίκαιο, Ειδικό Μέρος, Τα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας (άρθρα 372-406 Π.Κ.), Δίκαιο & Οικονομία Π. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα 2001, σελ. 485 επ..
[2] Βλ. ΣυμβΠλημΑμαλ 86/2005, ΠοινΧρ ΝΣΤ΄, σελ. 557, ΑΠ 1203/1999, ΠοινΧρ Ν΄, σελ. 610, ΣυμβΕφΠατρ 167/2007, ΠοινΧρ ΝΗ΄, σελ. 160.
[3] Βλ. Χ. Χ. Μυλωνόπουλο, όπ.π. (υποσημ. 1), σελ. 494-495, Παπαχαραλάμπους, Υπερ 1994, σελ. 725.
[4] Βλ. ΕφΕυβ 46/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΣυμβΠλημΑθ 4485/2015 με σύμφ.εισ.πρότ. Δ. Μουζάκη, ΠοινΔικ 5/2016, σελ. 404-407, ΑΠ 196/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.