Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Προσφυγή κατά κλητηρίου θεσπίσματος (322 ΚΠΔ)

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 3, 112 και 113 παρ. 2 και 3 του Π.Κ. προκύπτει ότι η παραγραφή των πλημμελημάτων είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, η προθεσμία όμως αυτή αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση όχι όμως πέρα από τα τρία έτη. Η κυρία διαδικασία αρχίζει με την έγκυρη επίδοση κλητηρίου θεσπίσματος ή κλήσεως προς τον κατηγορούμενο (Ολ. Α.Π. 2/1997). Εξάλλου, κατά το άρθρο 322 παρ. 1 του ΚΠοινΔ., όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 33 παρ. 3 του νόμου 4055/2012 και την εν συνεχεία προσθήκη γ’ εδαφίου μετά το εδάφιο β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 322 με το άρθρο 93 παρ. 2Β Ν. 4139/2013, ο κατηγορούμενος που κλητεύθηκε απευθείας με κλητήριο θέσπισμα στο ακροατήριο του τριμελούς πλημμελειοδικείου έχει δικαίωμα, αφού ενημερωθεί για την προανάκριση, να προσφύγει στον αρμόδιο εισαγγελέα εφετών μέσα σε δέκα ημέρες από την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, η προθεσμία δεν παρεκτείνεται εξαιτίας της απόστασης. Γι’ αυτήν την προσφυγή συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα της εισαγγελίας πρωτοδικών ή του γραμματέα του ειρηνοδικείου της διαμονής του, ο οποίος έχει υποχρέωση να το αναφέρει τηλεγραφικά στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών υποβάλλοντας ταυτόχρονα την έκθεση που συντάχθηκε. Ο προσφεύγων υποχρεούται να καταθέσει παράβολο υπέρ του Δημοσίου ποσού τριακοσίων (300) ευρώ. Το ύψος του ποσού αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Αν δεν κατατεθεί το παράβολο, η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη από τον εισαγγελέα εφετών. Σε περίπτωση που ο εισαγγελέας εφετών κάνει δεκτή την προσφυγή διατάσσει και την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό. Σε περίπτωση που η προσφυγή ασκείται από περισσότερους κατηγορουμένους, κατατίθεται μόνο ένα παράβολο. Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 2 του αυτού ως άνω άρθρου 322 του Κ.Ποιν.Δ., ο εισαγγελέας των εφετών έχει υποχρέωση να αποφασίσει μέσα σε δέκα ημέρες από τότε που θα φτάσει σ’ αυτόν η έκθεση προσφυγής, απορρίπτοντας την προσφυγή ή διατάσσοντας προανάκριση ή και συμπλήρωση της προανάκρισης που προηγήθηκε, μετά την ολοκλήρωση της οποίας, ο εισαγγελέας εφετών ή απορρίπτει την προσφυγή ή διατάσσει την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστικό συμβούλιο. Μπορεί επίσης να διατάξει την ενέργεια κυρίας ανάκρισης, μετά την ολοκλήρωση της οποίας εφαρμόζονται όσα προβλέπονται στο άρθρο 308 παρ. 3, χωρίς να επιτρέπεται όμως νέα προσφυγή. Η διάταξη του εισαγγελέα εφετών που απορρίπτει την προσφυγή επιδίδεται στον κατηγορούμενο σύμφωνα με τα άρθρα 155 επ. του Κ.Ποιν.Δ.. Αν από την επίδοση έως τη δικάσιμο που ορίστηκε αρχικά μεσολαβεί τουλάχιστον το μισό της προθεσμίας που χρειάζεται για την κλήτευση, ο κατηγορούμενος έχει υποχρέωση να εμφανιστεί σ’ αυτήν για να δικαστεί χωρίς άλλη κλήτευση. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 307 και 320 του Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι η προσφυγή κατά του κλητηρίου θεσπίσματος αποτελεί ειδικό ένδικο μέσο (Ολ. Α.Π. 1345/1988 ΠοινΧρ ΛΘ’ 311), επί του οποίου αποφαίνεται ο ιεραρχικά ανώτερος εισαγγελέας από τον εισαγγελέα που παρέπεμψε απ’ ευθείας με κλητήριο θέσπισμα τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, το οποίο σκοπό έχει την ανατροπή της παραπομπής στο ακροατήριο και ότι ο εισαγγελέας εφετών ή απορρίπτει την προσφυγή ή αντίθετα δέχεται την προσφυγή και διατάσσει την υποβολή (εισαγωγή) της υπόθεσης στο δικαστικό συμβούλιο κατά το άρθρο 245 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., οπότε, στην τελευταία περίπτωση, το δικαστικό συμβούλιο κρίνει επί της υποθέσεως, δηλαδή επί της κατηγορίας, η οποία επανέρχεται στο στάδιο της προδικασίας και όχι επί της προσφυγής και με το τυχόν παραπεμπτικό βούλευμά του δεν επικυρώνει την αρχική παραπομπή δι’ απ’ ευθείας κλήσεως, που έχει ήδη ανατραπεί με τη θετική διάταξη του εισαγγελέα εφετών επί της προσφυγής περί εισαγωγής της υποθέσεως (κατηγορίας) στο δικαστικό συμβούλιο. Ως εκ τούτου, μόνο στην περίπτωση απόρριψης της προσφυγής από τον Εισαγγελέα Εφετών διατηρούνται οι συνέπειες της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος για την έναρξη της κύριας διαδικασίας και την αναστολή της παραγραφής, ενώ όταν κατά παραδοχή της προσφυγής διαταχθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών η εισαγωγή της υποθέσεως στο δικαστικό συμβούλιο, μόνον από την κλήτευση του κατηγορουμένου μετά το παραπεμπτικό βούλευμα κατά τους όρους του άρθρου 320 του Κ.Ποιν.Δ. αρχίζει η κύρια διαδικασία και επέρχεται η αναστολή της παραγραφής κατά το άρθρο 113 παρ. 2 του Π.Κ. (Ολ. Α.Π. 1345/1988). Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η’ του Κ.Ποιν.Δ., υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι’ αυτό κατά το νόμο όροι. Στην πρώτη περίπτωση που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στη δεύτερη περίπτωση που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (170/2017 ΑΠ (Ποιν)].

Λαμπρινή Σταμέλου, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί