Το απρόσβλητο της διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών για έγκριση αρχειοθέτησης κατ αρθρο 43 παρ. 4 ΚΠΔ με ένδικα μέσα και με την προσφυγή του 52ΚΠΔ
Σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 4 ΚΠΔ: “Αν έχει διενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση ή αυτεπάγγελτη προανάκριση κατά το άρθρο 245 της παρ. 2 ή ένορκη διοικητική εξέταση ή υπάρχει πόρισμα ή έκθεση αρμόδιας κατά τον νόμο για έλεγχο αρχής και ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών κρίνει ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη, θέτει την υπόθεση στο αρχείο και, υποβάλλοντας τη δικογραφία στον εισαγγελέα εφετών, αναφέρει σε αυτόν τους λόγους για τους οποίους δεν άσκησε ποινική δίωξη. Ο τελευταίος, αν δεν συμφωνεί, έχει δικαίωμα να παραγγείλει είτε τη συμπλήρωση προκαταρκτικής εξέτασης είτε την άσκηση ποινικής δίωξης, εκθέτοντας στην παραγγελία του συνοπτικά τους λόγους που την δικαιολογούν, προσδιορίζοντας σαφώς τα νομικά χαρακτηριστικά της αξιόποινης πράξης.”
Το άρθρο 52 ΚΠΔ παρέχει στον εγκαλούντα τη δυνατότητα προσφυγής ενώπιον του εισαγγελέα εφετών μόνο στην περίπτωση έκδοσης από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών απορριπτικής διάταξης κατ’ άρθρο 51 ΚΠΔ. Επομένως, αν ο εισαγγελέας δεν εκδώσει τέτοια διάταξη, αλλά απορρίψει τη σχετική καταγγελία κατ’ άρθρο 43 παρ. 3 και 4 ΚΠΔ, δεν χωρεί προσφυγή κατ’ άρθρο 52 ΚΠΔ. Μάλιστα, το αποτέλεσμα αυτό ισχύει ακόμα και αν η κατά το άρθρο 43 παρ. 3 και 4 ΚΠΔ απόρριψη της καταγγελίας είναι εσφαλμένη, διότι στην πραγματικότητα πρόκειται για έγκληση και όχι για μήνυση ή αναφορά. Το συμπέρασμα αυτό είναι εύλογο, αφού η κατ’ άρθρο 43 παρ. 3 και 4 ΚΠΔ απόρριψη της καταγγελίας (αρχειοθέτηση) θα τεθεί υποχρεωτικά υπόψη του εισαγγελέα εφετών και θα κριθεί το σχετικό ζήτημα από αυτόν και χωρίς να υποβληθεί σχετικό παράπονο από τον καταγγέλλοντα (για την (εσφαλμένη) απόρριψη της έγκλησης κατ’ άρθρο 43 παρ. 3 και 4 ΚΠΔ ή αντίστροφα της μήνυσης ή αναφοράς κατ’ άρθρο 51 ΚΠΔ (βλ. αναλυτικά και π.π., άρθρο 43, αριθ. 62 και 63 και άρθρο 51, αριθ. 128 και 129).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462, 482, 484,504 και 510 ΚΠΔ προκύπτει ότι το ένδικο μέσο της αναιρέσεως ως επιτρέπεται μόνο κατά των βουλευμάτων των Δικαστικών Συμβουλίων και των αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων, όχι όμως και κατά των πράξεων έγκρισης αρχειοθέτησης μήνυσης του εισαγγελέως εφετών ή κατά της διάταξης του εισαγγελέως εφετών, που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 51 του ίδιου Κώδικα επί προσφυγής της υποβαλλομένης εγκλήσεως (ΑΠ 316/2016, ΝΟΜΟΣ).
Σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 6 ΚΠΔ: “Ο αρμόδιος εισαγγελέας ανασύρει τη δικογραφία από το αρχείο μόνον όταν αναφαίνονται νέα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία ή γίνεται επίκληση αυτών, τα οποία δικαιολογούν κατά την κρίση του την επανεξέταση της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή καλεί τον μηνυόμενο ή αυτόν σε βάρος του οποίου διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση για παροχή εξηγήσεων.”
Συγκεκριμένα προβλέπεται πως ο αρμόδιος εισαγγελέας ανασύρει τη δικογραφία από το αρχείο, μόνον όταν γίνεται επίκληση ή αναφαίνονται νέα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία, τα οποία δικαιολογούν, κατά την κρίση του την επανεξέταση της υπόθεσης [ιδ. ως νεότερο στοιχείο και την μεταστροφή της νομολογίας των ανώτερων δικαστηρίων Σεβαστίδη Χ., ό.π., σελ. 549]. Η προσέγγιση του νομοθέτη κρίνεται θετική, επαληθεύοντας και αυθεντικά την απολύτως κρατούσα στη θεωρία και τη νομολογία άποψη σχετικά με την έκταση της δέσμευσης που προκύπτει από την εισαγγελική πράξη αρχειοθέτησης. Εξάλλου, ιδιαίτερα θετικά αξιολογείται η πρόβλεψη του δευτέρου εδαφίου της έκτης παραγράφου, σύμφωνα με την οποία σε περίπτωση ανάσυρσης, ο εισαγγελέας καλεί τον μηνυόμενο ή αυτόν σε βάρος του οποίου διενεργήθηκε η προκαταρκτική εξέταση να παράσχει εξηγήσεις. Η διαδικασία αυτή θέτει τα εχέγγυα για την ουσιαστικά ανάπτυξη του δικαιώματος ακρόασης του υπόπτου, ενώ, επί πλέον, είναι επωφελής για τον εισαγγελέα που θα έχει τη δυνατότητα να αξιολογήσει συνολικά το αποδεικτικό υλικό και να αχθεί σε ασφαλέστερη κρίση (βλ. και Αιτιολογική Έκθεση Ν 3904/2010, σελ. 6).
Ζέτα Μασσέλου, ασκ. δικηγόρος
info@efotopoulou.gr