Αίτημα επίδειξης εγγράφων – Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί στην αίτηση για επίδειξη εγγράφων θεμελιώνει τον από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης
Από τις διατάξεις των αρθρ. 450 §2 και 451 §1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Οι διατάξεις των άρθρ. 450-452 εφαρμόζονται αποκλειστικά, όταν ζητείται η επίδειξη κατά τη διάρκεια εκκρεμούς δίκης, στην οποία επιδεικτέο έγγραφο πρόκειται να χρησιμεύσει για απόδειξη. Αν η επίδειξη ζητείται από διάδικο, μπορεί η αίτηση να υποβληθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης, ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του εφετείου (βλ. Νικολόπουλος, Το δίκαιο αποδείξεως 2005 σ. 248, ΑΠ 178713, 546, 659 ΤΝΠ ΔΣΑ), με το δικόγραφο της έφεσης ή των πρόσθετων λόγων ή με τις προτάσεις του εφετείου (Μαργαρίτης, Ερμηνεία ΚΠολΔ, Τόμος Ι, σελ. 706).
Για να είναι η αίτηση αυτή ορισμένη πρέπει να αναφέρονται σ` αυτήν ειδικώς τα έγγραφα των οποίων ζητείται η επίδειξη. Πρέπει να προσδιορίζεται το έγγραφο του οποίου ζητείται η επίδειξη και να περιγράφεται με ακρίβεια το περιεχόμενο του, το οποίο πρέπει να είναι πρόσφορο για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού, να γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης, η εντεύθεν δε αοριστία δεν μπορεί να αναπληρωθεί από το λόγο ότι κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ο διάδικος μπορεί ή πρέπει να κατέχει το έγγραφο αυτό και να εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος (ΑΠ 695/2020, ΑΠ 414/2016, ΑΠ 808/2015, ΑΠ 610/2022, δημ. σε areiospagos.gr).
Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί στην αίτηση για επίδειξη εγγράφων θεμελιώνει τον από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση αυτή ήταν παραδεκτή και σύννομη, τουτέστιν να γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, να προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενό του και να εκτίθενται περιστατικά από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 2095/2009,ΑΠ 1045/2004) [383/2025 ΑΠ, δημ. σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ].
Άλλωστε, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 περ. γ` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως “αίτηση” κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οιανδήποτε μορφή της, που δημιουργεί εκκρεμότητα δίκης, και ιδίως η αγωγή, η ανταγωγή, η κυρία παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, η ανακοπή ή τριτανακοπή και τα ένδικα μέσα (ΑΠ 917/2020, 19/2020). Τέτοια αίτηση είναι επίσης και αυτή με την οποία ο διάδικος ζητεί τη διενέργεια υποχρεωτικής για το δικαστήριο διαδικαστικής πράξης, όπως είναι και η περί επίδειξης εγγράφου τοιαύτη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 450 § 2 και 451 § 1 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση όμως ότι στην αίτηση αυτή γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο του αιτούντος, προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενό του και εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τοιούτου ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 567/2021, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 168/201).
Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, εάν από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης από τον Άρειο Πάγο προκύπτει ότι το δικαστήριο εξέτασε και απέρριψε την αίτηση δικαστικής προστασίας, για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, διότι στην περίπτωση αυτή δεν αφήνει την αίτηση αδίκαστη (ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 1492/2021, ΑΠ 567/2021, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 917/2020). Ειδικότερα, για την ευδοκίμηση του παρόντος λόγου αναίρεσης απαιτείται παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας, σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων, όχι μόνο στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό. Αντίθετα, ο ανωτέρω εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1586/2008), έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα, από το ότι το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ’ ουσίαν εκ των πραγμάτων την “αίτηση” αυτή, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που την συγκροτούν ή που αποτελούν προϋπόθεση της έρευνας ή βασιμότητάς της (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 81/2022, ΑΠ 471/2021, ΑΠ 323/2017, ΑΠ 761/2017), ή όταν από τη μη απάντηση στο αίτημα συνάγεται “σιγή” απόρριψη αυτού (ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 143/2017).
Ελένη Μακροδημήτρη, ασκ. δικηγόρος
info@efotopoulou.gr