Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Προϋποθέσεις λήψης ασφαλιστικών μέτρων για την εξασφάλιση ή διατήρηση του δικαιώματος συμμετοχής στα αποκτήματα (ΑΚ 1400)

Από το άρθρο 1400 συνάγεται ότι, σε περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου ή διάστασης των συζύγων που διήρκησε περισσότερο από τρία χρόνια, κάθε σύζυγος που συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση της περιουσίας του άλλου δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης που προέρχεται από τη δική του συμβολή. Η αξίωση αυτή είναι ενοχικής φύσης και προσωποπαγής, γεννιέται δε από τη στιγμή που θα λυθεί ή ακυρωθεί αμετάκλητα ο γάμος ή που θα συμπληρωθεί τριετία στη διάσταση των συζύγων. Πριν από την επέλευση των χρονικών αυτών σημείων ο σύζυγος έχει απλώς δικαίωμα προσδοκίας, το οποίο δεν εξομοιώνεται προς το υπό αίρεση δικαίωμα και γι` αυτό δεν είναι δυνατόν να εγερθεί προκαταβολικά από το μέλλοντα δικαιούχο η σχετική αγωγή για την επιδίκαση της εν λόγω απαίτησής του ή την κατ` άρθρο 70 του ΚΠολΔ αναγνώριση αυτής.

Συνακόλουθα, εφόσον κάθε σύζυγος δεν είναι ούτε υπό προθεσμία, ούτε υπό αίρεση δικαιούχος, αλλά έχει απλή προσδοκία κτήσης μελλοντικού δικαιώματος, στην περίπτωση της τριετούς διάστασης, η σχετική για τα αποκτήματα αγωγή δεν ασκείται νομίμως πριν από τη συμπλήρωση της τριετίας, καθόσον δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 69 του ΚΠολΔ, ενόψει του ότι δεν είναι γεννημένο το δικαίωμα, όπως απαιτείται κατά νόμο. Στο στάδιο αυτό της προσδοκίας και ευθύς ως οι σχέσεις των συζύγων διαταραχθούν, σε βαθμό ώστε να είναι πιθανή η επιδίωξη της λύσης του γάμου, επειδή είναι ενδεχόμενο ο υπόχρεος σύζυγος να προβεί σε εικονικές αναλήψεις υποχρεώσεων ή σε πραγματικές ή εικονικές διαθέσεις σε τρίτους των περιουσιακών του στοιχείων ή και σε άλλες πράξεις, που αποβλέπουν στη μείωση και εξαφάνιση αυτών, ώστε η απομένουσα σε αυτόν (τελική) περιουσία να είναι ασήμαντη ή έστω μη ουσιωδώς αυξημένη σε σχέση με την αρχική περιουσία του, με συνέπεια να δημιουργείται κίνδυνος για την ικανοποίηση της πιο πάνω αξίωσης του συζύγου του, ο νομοθέτης παρέσχε στο δικαιούχο σύζυγο προς προστασία του: Α) Αυτοτελή ενοχική αξίωση για την παροχή ασφάλειας, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 1402 ΑΚ. Η ασφάλεια που μπορεί να ζητηθεί, σύμφωνα με το τελευταίο αυτό άρθρο, είναι η υποθήκη, το ενέχυρο, η εγγύηση με εγγυητή ή εγγυητική επιστολή αξιόχρεης Τράπεζας ή και να διαταχθεί συντηρητική κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων του συζύγου οφειλέτη. Β) Εμπράγματη εξασφάλιση, κατά το άρθρο 1262 αριθμ.4, με τη δυνατότητα εγγραφής υποθήκης στα ακίνητα του υπόχρεου συζύγου του, με βάση αναγνωριζόμενο σε αυτόν τίτλο από το νόμο. Ο νόμιμος αυτός τίτλος χορηγεί στον δικαιούχο σύζυγο δικαίωμα για την εγγραφή της υποθήκης σε ακίνητα του υπόχρεου συζύγου του ή, ενδεχομένως, των κληρονόμων του, για την εξασφάλιση της απαίτησής του από το άρθρο 1400 ΑΚ, ανεξαρτήτως από το αν αυτή γεννηθεί ή όχι.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 682 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 683 έως 703 ΚΠολΔ, τα δικαστήρια, σε επείγουσες περιπτώσεις ή για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος, μπορούν να διατάξουν ασφαλιστικά μέτρα για την εξασφάλιση ή διατήρηση ενός δικαιώματος ή τη ρύθμιση μιας κατάστασης και να τα μεταρρυθμίζουν ή να τα ανακαλούν. Το δικαίωμα είναι δυνατό να εξαρτάται από αίρεση ή προθεσμία. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το δικαίωμα, για την προσωρινή προστασία του οποίου ζητούνται ασφαλιστικά μέτρα, θα πρέπει να έχει ήδη γεννηθεί και ενδεχομένως να τελεί υπό γνήσια δικαιοπρακτική (αναβλητική ή διαλυτική) αίρεση, πάντως όχι υπό αίρεση δικαίου (conditio juris). Αν τελεί υπό αίρεση δικαίου, πράγμα που σημαίνει ότι ακόμη δεν έχει γεννηθεί (ανύπαρκτο δικαίωμα), δεν μπορεί να τύχει ούτε προσωρινής δικαστικής προστασίας με τη βοήθεια του άρθρου 69 ΚΠολΔ, γιατί η διάταξη της παραγράφου 1 εδάφιο ε’ του εν λόγω άρθρου αναφέρεται στην περίπτωση των δικαιοπρακτικών αναβλητικών αιρέσεων και όχι των αιρέσεων δικαίου. Ενόψει των ανωτέρω, γίνεται φανερό ότι ο σύζυγος μπορεί να ζητήσει και τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων για την εξασφάλιση ή διατήρηση του δικαιώματος του από τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ. Προϋπόθεση, όμως, είναι να έχει γεννηθεί το δικαίωμά του συμμετοχής στα αποκτήματα, δηλαδή να έχει λυθεί ή ακυρωθεί ο γάμος, ή να έχει συμπληρωθεί τριετής διάσταση. Είναι, όμως, δυνατό να ζητηθεί η λήψη ασφαλιστικών μέτρων για την προστασία και αυτού του ενοχικού δικαιώματος για παροχή ασφαλείας, που προβλέπει το άρθρο 1402 ΑΚ, άρα και πριν από τη γέννηση της αξίωσης του άρθρου 1400 ΑΚ, εφόσον όμως έχει ασκηθεί μία από τις αγωγές που προβλέπει το άρθρο 1402 και συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις λήψης ασφαλιστικών μέτρων, ήτοι βάσιμη πρόβλεψη αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα και βάσιμος φόβος, ότι κινδυνεύει η αξίωση αυτή εξαιτίας της συμπεριφοράς του υπόχρεου συζύγου ή των κληρονόμων του (ΜΠρΡοδ 288/2024 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, με τις εκεί παραπομπές σε θεωρία και νομολογία).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 682 επ. ΚΠολΔ, συνάγεται ότι τα ασφαλιστικά μέτρα αποτελούν παρεπόμενο της εκκρεμούς ή μέλλουσας να ανοίγει διαγνωστικής δίκης ως προς το επικαλούμενο ουσιαστικό δικαίωμα και αποβλέπουν στη διασφάλιση, διατήρηση ή προσωρινή ρύθμιση του τελευταίου, μέχρι να συντελεστεί δικαστικά η διάγνωσή του και, συνεπώς, στη διασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης. Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 682 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι τα Δικαστήρια σε επείγουσες περιπτώσεις ή για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος μπορούν να διατάξουν ασφαλιστικά μέτρα για την εξασφάλιση ή διατήρηση δικαιώματος ή τη ρύθμιση κατάστασης, προκύπτει με σαφήνεια ότι, για τη λήψη του απαιτούμενου κάθε φορά ασφαλιστικού μέτρου, πρέπει (α) να υπάρχει επείγουσα γι` αυτό περίπτωση ή ανάγκη αποτροπής επικειμένου κινδύνου και (β) να πιθανολογείται η ύπαρξη δικαιώματος του αιτούντος. Ως επείγουσα περίπτωση ή επικείμενος κίνδυνος νοείται προδήλως η ύπαρξη ασυνήθους ανάγκης έκτακτης δικαστικής προστασίας του διαδίκου, που δικαιολογείται από τη συνδρομή παρόντων πραγματικών περιστατικών (Κάποιου συγκεκριμένου κινδύνου ματαίωσης της απαίτησης ή επείγουσας περίπτωσης της παρούσας στιγμής, η οποία είναι πιεστική και ανεπίδεκτη αναβολής και απαιτεί άμεση ρύθμιση, ώστε να αποφευχθεί η δημιουργία ανεπανόρθωτων ή δύσκολα αναστρέψιμων καταστάσεων. Πρέπει, δε, να σημειωθεί ότι η ως άνω διάταξη αναφέρεται στην επείγουσα περίπτωση και στον επικείμενο κίνδυνο κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο, χωρίς να καθορίζει εάν αφορούν στο επίδικο αντικείμενο ή τους διαδίκους, τούτο, δε, δεν διευκρινίσθηκε ούτε κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και, συνεπώς, ενόψει της σιωπής του νόμου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι μπορεί οι προϋποθέσεις αυτές να αναφέρονται και στις δύο περιπτώσεις.

Η ύπαρξη ή όχι επείγουσας περίπτωσης ή επικειμένου κινδύνου, για την αποτροπή του οποίου ζητείται να διαταχθεί κάποιο ασφαλιστικό μέτρο, απόκειται, σε κάθε περίπτωση, στην κρίση του κατά νόμο αρμοδίου να διατάξει το ασφαλιστικό μέτρο Δικαστηρίου, κρίση η οποία σχηματίζεται με βάση την πιθανολόγηση. Συγκεκριμένα, επείγουσα περίπτωση νοείται εκείνη η οποία χρειάζεται άμεση ρύθμιση με δικαστική παρέμβαση, λόγω της ανάγκης για τη γρήγορη απόλαυση του ασφαλιστέου ουσιαστικού δικαιώματος από μέρους του δικαιούχου, όπως συμβαίνει όταν η πάροδος του χρόνου μέχρι την άσκηση της τακτικής αγωγής πρόκειται να επιφέρει ουσιώδη βλάβη, οποιοσδήποτε έκτασης, στην υλική φύση του αντικειμένου, πρέπει, δε, να συντρέχει όταν πρόκειται να διαταχθεί προσωρινή ικανοποίηση του ασφαλιστέου δικαιώματος, δηλαδή για την προσωρινή επιδίκαση της απαίτησης (άρθρο 728 επ. ΚΠολΔ) και την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης (άρθρο 731 επ. ΚΠολΔ) .

Επικείμενος, δε, κίνδυνος, που πρέπει να είναι ουσιώδης και αναπότρεπτος, υπάρχει όταν η βλάβη, που απειλείται απ` αυτόν, ενόψει και της βραδείας οριστικής επίλυσης της διαφοράς, είναι πολύ κοντά και επικρέμαται στο πράγμα ή τους διαδίκους, όπως όταν απειλείται προσεχής αποξένωση του οφειλέτη από την περιουσία του, έτσι ώστε να είναι αδύνατη η επίσπευση εναντίον του αναγκαστικής εκτέλεσης όταν κάποτε ο αιτών δανειστής θα αποκτήσει εκτελεστό τίτλο, μετά τον τερματισμό της σχετικής κυρίας διαγνωστικής δίκης, πρέπει, δε, να συντρέχει όταν πρόκειται να διαταχθούν τα άλλα ασφαλιστικά μέτρα, δηλαδή εγγυοδοσία (άρθρο 704 επ. ΚΠολΔ), προσημείωση υποθήκης (άρθρο 706 ΚΠολΔ), συντηρητική κατάσχεση (άρθρο 707 επ. ΚΠολΔ), δικαστική μεσεγγύηση (άρθρο 725 ΚΠολΔ) και σφράγιση (άρθρο 737 ΚΠολΔ). Ωστόσο, μόνη η ελαττωμένη περιουσιακή κατάσταση του καθ’ ου δεν αρκεί για να δικαιολογήσει τη λήψη του ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης. Εξάλλου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί επικείμενο κίνδυνο ή επείγουσα περίπτωση πιθανή μεταβολή στο μέλλον της περιουσιακής κατάστασης κάποιου προσώπου, διότι με τέτοια εκδοχή θα δικαιολογείται η λήψη ασφαλιστικών μέτρων και δη με τη μορφή της συντηρητικής κατάσχεσης ή της εγγραφής προσημείωσης υποθήκης, σε κάθε εκκρεμή αγωγή, ενόψει της ενδεχομένης, κατά την κοινή πείρα και λογική, μεταβολής ή ελάττωσης της περιουσιακής κατάστασης του διαδίκου [32/2026 ΜονΠρΑχαΐας, δημ. σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ].

Ελένη Μακροδημήτρη, ασκ. δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί