Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Συγκρότηση της έννοιας της βαρύτερης τελευταίας παραλλαγής του αδικήματος της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης της παραγράφου 4 του ν. 3500/2006

Σύμφωνα με το άρθ. 6 παρ. 1, 2 εδ. α` και 4 ν. 3500/2006, “1. Το μέλος της οικογένειας το οποίο προξενεί σε άλλο μέλος αυτής σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, υπό την έννοια του εδαφίου α` της παρ. 1 του άρθρου 308 του Ποινικού Κώδικα, ή με συνεχή συμπεριφορά προξενεί εντελώς ελαφρά κάκωση ή βλάβη της υγείας του, με την έννοια του εδαφίου β` της παραπάνω διάταξης, τιμωρείται με φυλάκιση, τουλάχιστον, ενός έτους”. 2. Αν η πράξη της πρώτης παραγράφου είναι δυνατόν να προκαλέσει στο θύμα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται φυλάκιση, τουλάχιστον, δύο ετών (…) και “4. Αν η πράξη της πρώτης παραγράφου συνιστά μεθοδευμένη πρόκληση έντονου σωματικού πόνου ή σωματικής εξάντλησης, επικίνδυνης για την υγεία, ή ψυχικού πόνου, ικανού να επιφέρει σοβαρή ψυχική βλάβη, ιδίως με την παρατεταμένη απομόνωση του θύματος, επιβάλλεται κάθειρξη. Αν το θύμα είναι ανήλικος, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών”.

Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι για τη συγκρότηση της έννοιας της βαρύτερης τελευταίας παραλλαγής του αδικήματος της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης της παραγράφου 4 απαιτούνται πρόσθετα στοιχεία, ήτοι του βασανισμού του θύματος, ενόψει ιδίως της ευάλωτης θέσης του, το οποίο τελεί διαρκώς υπό την εγκληματική διάθεση του οικείου προς αυτό δράστη. Με τον τρόπο αυτό δηλώνεται η βούληση του νομοθέτη να αποτρέψει φαινόμενα μετατροπής της οικογένειας σε τόπο ατιμώρητης καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (βλ. και την αιτιολογική έκθεση του Ν. 3500/2006). Μάλιστα, στη διάταξη του άρθ. 6 παρ. 4 του εν λόγω νόμου ο ποινικός νομοθέτης επαναλαμβάνει επακριβώς τη διατύπωση του άρθ. 137Α παρ. 2 ΠΚ, όπου τυποποιείται νομοθετικά η έννοια των βασανιστηρίων. Η ρηματική ταύτιση των δύο διατάξεων πιστοποιεί ότι κομβικό σημείο προς θεμελίωση της ιδιαίτερα διακεκριμένης κακουργηματικής αυτής μορφής ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης συνιστά η συνδρομή του στοιχείου των «βασανιστηρίων», τα οποία προσβάλλουν τα ατομικά έννομα αγαθά της σωματικής ακεραιότητας, της τιμής και πρωτίστως της προσωπικής ελευθερίας εν προκειμένω του μέλους της οικογένειας. Αυτό που χαρακτηρίζει τα βασανιστήρια και τα διακρίνει από τις υπόλοιπες μορφές αυθαίρετης βίας είναι ότι η υποταγή της βούλησης των ατόμων και η προσβολή της ελευθερίας τους γίνεται στα πλαίσια μιας σχέσης εξουσίασης, και μάλιστα όχι οποιασδήποτε, αλλά μιας θεσμοθετημένης σχέσης εξουσίασης, όχι μόνο στο επίπεδο των σχέσεων μεταξύ του κράτους και του πολίτη, αλλά εν προκειμένω και μεταξύ των μελών μίας οικογένειας, που προσφέρει στο δράστη προνομιούχα «πρόσβαση» στα έννομα αγαθά του θύματος, το οποίο τελεί «υπό την εξουσία» του, χωρίς να έχει καμία δυνατότητα αυτοδιάθεσης. Εξαιτίας αυτής ακριβώς της σχέσης, η χρήση των βασανιστηρίων και των άλλων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας δεν συνεπάγεται απλώς μια συνηθισμένη προσβολή της ελευθερίας, αλλά οδηγεί κατά κυριολεξία στην εξουδετέρωση της βούλησης του ατόμου και στον υποβιβασμό του σε αντικείμενο εξουσίασης. Συγκεκριμένα, τα βασανιστήρια στη μορφή του άρθ. 6 παρ. 4 του Ν. 3500/2006 τυποποιούνται ως έγκλημα αποτελέσματος, όπως και στην αντίστοιχη διατύπωση του άρ. 137Α παρ. 2 ΠΚ.

Ειδικότερα: α) Πρώτο αποτέλεσμα είναι η πρόκληση έντονου σωματικού πόνου. Επομένως, κάθε σωματικός πόνος δεν αποτελεί βασανισμό, αλλά μόνο εκείνος που προκαλείται μεθοδευμένα και είναι τόσο έντονος ώστε να έχει ισχυρή επίδραση επί των αισθήσεων του ανθρώπου. Κατά συνέπεια, πρέπει να αποκλεισθεί από την εν λόγω αντικειμενική υπόσταση κάθε ελαφρύς ή και ασήμαντος σωματικός πόνος. Βεβαίως, επειδή ο πόνος είναι υποκειμενικό αίσθημα, η αντικειμενικότητα του θα κριθεί από το είδος της σωματικής βλάβης ή κάκωσης με την οποία αιτιωδώς συνδέεται. β) Δεύτερο αποτέλεσμα είναι η πρόκληση σωματικής εξάντλησης, η οποία καθίσταται επικίνδυνη για την υγεία. Ως σωματική εξάντληση λογίζεται αφενός η σωματική κατάπτωση και αφετέρου η εξασθένηση και γενικά η αδυναμία του ανθρώπινου οργανισμού, εφόσον καθίστανται επικίνδυνες για την υγεία του υφισταμένου τα βασανιστήρια. Κατά την ορθότερη άποψη, η διακινδύνευση της υγείας εν προκειμένω είναι συγκεκριμένη. γ) Τρίτο αποτέλεσμα η πρόκληση ψυχικού πόνου, ικανού να επιφέρει σοβαρή ψυχική βλάβη. Εδώ υπάγεται κάθε ψυχολογική μέθοδος και τεχνητή μεταχείριση, η οποία, έχοντας την αφετηρία της στη θεωρία της μάθησης και στην επιστήμη της συμπεριφοράς, αποσκοπεί στην άσκηση ψυχολογικής πίεσης με την πρόκληση ανώμαλων τρόπων ψυχικής βίωσης και αντιδράσεων. Και εδώ η διακινδύνευση της ψυχικής υγείας είναι, κατά την ορθότερη άποψη, συγκεκριμένη, παρά τη διατύπωση του νόμου. Η πρόκληση των πιο πάνω αποτελεσμάτων (έντονος σωματικός ή ψυχικός πόνος ή σωματική εξάντληση), που αναφέρονται διαζευκτικά στο νόμο, υπάγεται στην έννοια των βασανιστηρίων, με βάση το γράμμα του νόμου, μόνο όταν είναι «μεθοδευμένη». Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, μεθοδευμένη είναι η πρόκληση σωματικού πόνου, εξάντλησης κ.λπ., όταν η πράξη επαναλαμβάνεται και έχει μία χρονική διάρκεια. Έτσι, η πρόκληση στιγμιαίου πόνου, όσο έντονος και αν είναι αυτός, δεν θεωρείται πράξη βασανιστηρίων. Κατά άλλη άποψη, εναρμονισμένη με τις διατυπώσεις των διεθνών κειμένων για την πρόληψη των βασανιστηρίων και τη νομολογία του ΕΔΔΑ, η μεθόδευση προϋποθέτει «επιλογή συμπεριφοράς» και εσκεμμένη τέλεση με προγραμματισμένο τρόπο, και δεν απαιτείται κατ’ ανάγκη επανάληψη ή διάρκεια της συμπεριφοράς αυτής. Ουσιώδης διαφορά του εγκλήματος που τυποποιείται στη διάταξη του άρθ. 6 παρ. 4 σε συνδυασμό με την παρ. 1 του Ν. 3500/2006 και αυτού του άρθ. 137Α παρ. 1 και 2 ΠΚ, εκτός φυσικά από το ενεργητικό υποκείμενο τους (μέλος οικογένειας – υπάλληλος), εντοπίζεται στην ανάγκη επέλευσης του (πρόσθετου) αποτελέσματος της σωματικής βλάβης του θύματος, έστω εντελώς ελαφράς. Ενώ δηλαδή στη διάταξη του άρθ. 137Α παρ. 1 και 2 ΠΚ η πρόκληση σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας, ως αποτέλεσμα, δεν είναι αναγκαία για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, σε καμία από τις πιο πάνω υπό στοιχεία α`-γ” μορφές του, στη διάταξη του άρθ. 6 παρ. 4-1 του Ν. 3500/2006, η επέλευση της προσβολής της σωματικής ακεραιότητας είναι αναγκαία για την πλήρωση της σχετικής αντικειμενικής υπόστασης. Έτσι, δεν αρκεί η διακινδύνευση της σωματικής ακεραιότητας στις υπό στοιχεία β` και γ` ως άνω περιπτώσεις, η οποία μάλιστα πρέπει να είναι συγκεκριμένη (και όχι δυνητική ή αφηρημένη), αλλά είναι απαραίτητο να εξελίχθηκε η αιτιώδης διαδρομή μέχρι τη βλάβη αυτής, έστω εντελώς ελαφρά. Στη δε υπό στοιχείο α περίπτωση απαιτείται ο έντονος σωματικός πόνος και η σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας να συνδέονται αιτιακά μεταξύ τους. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος οποιουδήποτε βαθμού, ακόμη και ενδεχόμενος, τόσο για την πρόκληση έντονου σωματικού ή ψυχικού πόνου ή σωματικής εξάντλησης, όσο και για την πρόκληση σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας, καθώς δεν πρόκειται για έγκλημα διακρινόμενο εκ του αποτελέσματος (άρθ. 29 ΠΚ), όπως συμβαίνει με το άρθ. 310 παρ. 1 και 137Β εδ. β` ΠΚ, εφόσον τα βασανιστήρια εντός της οικογένειας δεν τυποποιούνται αυτοτελώς ως έγκλημα δόλου, χωρίς την επέλευση της σωματικής βλάβης, αλλά και η «πράξη της πρώτης παραγράφου» του άρθ. 6, η (ενδοοικογενειακή) σωματική βλάβη, δεν τυποποιείται εκεί αυτοτελώς ως έγκλημα αμέλειας, αλλά μόνο ως έγκλημα δόλου. Πρόκειται, τέλος, για υπαλλακτικά μεικτό έγκλημα, υπό την έννοια ότι οι ίδιες σωματικές κακώσεις ή βλάβες της υγείας ενδέχεται να συνδέονται αιτιακά με την πρόκληση είτε έντονου σωματικού πόνου είτε ψυχικού πόνου ή σωματικής εξάντλησης, και, εφόσον δεν μεσολαβεί ειρήνευση των προστατευόμενων εννόμων αγαθών, επιβάλλεται στο δράστη μία ποινή. Τα έννομα αγαθά δε της σωματικής ακεραιότητας, της τιμής και πρωτίστως της προσωπικής ελευθερίας εντός της οικογένειας δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι ειρηνεύουν όσο διαρκεί η διακινδύνευση τους, η οποία σε εξαιρετικές περιπτώσεις ενδέχεται να αποτελεί ακόμη και μία μακράς διάρκειας απειλητική γι’ αυτά κατάσταση, που μπορεί ανά πάσα στιγμή να εξελιχθεί σε βλάβη τους (βλ. περισσότερα για την διάταξη της παραγράφου 4 και ιδίως ως προς την σύστοιχη με τα βασανιστήρια ερμηνεία της, σε ΣυμβΠλημΜυτ 21/2011 και ΣυμβΠλημΘεσ 806/2011, δ/νες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, όπου και εκτενής αναφορά και ανάλυση των αναφυομένων ερμηνευτικών ζητημάτων με παραπομπές και στη θεωρία) [102/2018 ΠΛΗΜΜ ΡΟΔΟΥ (ΣΥΜΒ), ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ].

Αγγελική Λιγοψυχάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

 

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί