Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ιδιόκτητοι ναοί

Οι ιδιόκτητοι ναοί αποτελούσαν ήδη θεσμό από την εποχή των βυζαντινών χρόνων, ο οποίος διατηρήθηκε και κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Με τον όρο αυτό, ιδιόκτητοι ναοί νοούνται οι ναοί εκείνοι, οι οποίοι ανήκουν ως ιδιοκτησία σε ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο, και παρέχουν στον ιδιοκτήτη το δικαίωμα να τους χρησιμοποιεί αποκλειστικώς προς εξυπηρέτηση των θρησκευτικών αναγκών των ιδίων και των οικογενειών τους (βλ. σχετ. Μάινα ΕΕΝ 34, 715 επ., Τρωιάνο Παραδόσεις Εκκλησιαστικού Δικαίου έκδ. 1984, σελ. 316, Χριστοφιλόπουλο Ελληνικό Εκκλησιαστικό Δίκαιοίο σελ. 111). Για την ίδρυση τους απαραίτητη ήταν και η έγκριση του οικείου επισκόπου της εκκλησίας στην οποία υπάγεται ο κύριος αυτού (Νικ. Μίλας Το Εκκλησ. Δίκ. της Ανατ. Ορθοδ. Εκκλ., ΝΕκδ. 1906, μετάφραση μελ. Αποστολόπουλου, ανατύπωση 1970, σελ. 527 επ., Κ. Πολυζωίδου Γνμδ στον Αρμ. 1999, 1308). Το δικαίωμα κυριότητας εξάλλου επί των ιδιόκτητων ναών αποκτάται είτε με την ανέγερσή τους από τον φορέα του δικαιώματος τούτου σε οικόπεδο της ιδιοκτησίας του με δικές του δαπάνες, είτε με καθολική ή ειδική διαδοχή επί προϋφισταμένου ομοίου δικαιώματος (Χριστοφιλόπουλος ό.π., Τρωιάνος “Οι ιδιόκτητοι ναοί και το άρθρο 966 ΑΚ” στο Νέο Δίκαιο 1976, σελ. 94, Πολυζωίδης ό.π.).

Η Εκκλησία εξάλλου, θέλοντας να δείξει την ευγνωμοσύνη της στους πιστούς που οικοδομούσαν ναούς, απένειμε ορισμένα προνόμια ηθικής αποκλειστικώς φύσης σ” αυτούς και στους νόμιμους διαδόχους τους, αναφορικά με την διαχείριση της περιουσίας του ναού και το διορισμό ιερέων σ` αυτόν, θέτοντας αυτούς παράλληλα υπό την ανωτάτη εποπτεία του επιχώριου επισκόπου. Τα προνόμια αυτά ρυθμίστηκαν από την εκκλησιαστικοπολιτική νομοθεσία επί του αυτοκράτορα Ιουστινιανού (νεαρά ΡΚΓ` κεφ. ιη` έτους 546) και αποτέλεσαν το θεσμό του κτητορικού δικαιώματος. Το δικαίωμα αυτό μπορούσε να το απονείμει μόνο ο επιχώριος επίσκοπος. Για το σκοπό αυτόν συντασσόταν από τον κτήτορα με τη συναίνεση του επισκόπου η λεγόμενη κτητορική πράξη (κτητορικό τυπικό), η οποία φυλασσόταν στο επισκοπικό αρχείο, είχε την σπουδαιότητα και σημασία νόμου και ίσχυε στον μετέπειτα χρόνο τόσο για τον κτήτορα όσο και για τον επιχώριο επίσκοπο. Το κτητορικό δικαίωμα είναι σύνολο δικαιωμάτων και καθηκόντων, τα οποία αφορούν το οικοδόμημα του εκκλησιαστικού καθιδρύματος, τα μέσα συντηρήσεως του οικοδομήματος, το θέμα διορισμού εφημερίου, τα καθήκοντα του κτήτορα και τη σχέση αυτού προς το καθίδρυμα και την εκκλησιαστική αρχή, όπως φροντίδα του κτήτορα για την καθαριότητα και τον ανακαινισμό του ναού, τέλεση των ιερών ακολουθιών, διορισμός του εφημερίου με τη -συγκατάθεση του αρμόδιου επισκόπου, τιμητική θέση στις διάφορες ακολουθίες, μνεία του ονόματος αυτού και των μελών της οικογένειας του στις ιεροτελεστίες κ.ά. Το εν λόγω δικαίωμα καταργείται, μεταξύ άλλων, όταν ο κτήτορας δεν εκπληροί τα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί με την κτητορική πράξη και γενικά εάν φανεί ανάξιος του προνομίου που του παραχωρήθηκε από την εκκλησία, οπότε ο επίσκοπος έχει δικαίωμα να άρει το κτητορικό δικαίωμα και να διαρρυθμίσει, όπως κρίνει, σύμφωνα και με τους κανόνες τα του ιδρύματος (βλ. σχετ. Νικ. Μίλας ό.π., σελ. 764 ό.π.). Το κτητορικό δικαίωμα επί ναού -μία ιδιότυπη νομική έννοια του Εκκλησιαστικού Δικαίου- συναντάται σε διάφορες περιοχές της χώρας [ενδεικτικά: ΠολΠρΣύρου 88/2000, ΑρχΝ 53 (2002) 494497` ΠολΠρΧίου 289/1959, Αρμ 13 (1959) 723 και ΑΠ 26/1961, ΕλλΔνη 2 (1961) 211 ΕφΑθ 3647/1980, ΕλλΔνη 23 (1982) 484` ΠολΠρΚέρκ 68/2004, Νόμος 364437` Σ. Καρύδης, Ορθόδοξες αδελφότητες και συναδελφικοί ναοί στην Κέρκυρα (15ος-19ος αι.), Αθήνα 2004 Π. Μάινας, «Κανόνες διέποντες τους ιδιοκτήτους και συναδελφικούς ναούς», ΕΕΝ 1967, 715 επ. Ν. Αμύγδαλος, «Το εν Χίω έθιμον της κληρονομικής διαδοχής του κτητορικού δικαιώματος», ΕλλΔνη 22 (1981) 218, με ενημερωτικό σημείωμα Ι. Κατρά]. Η ιδιότητα του κτήτορα έχει ηθικό και τιμητικό για τον ίδιο χαρακτήρα. Περιλαμβάνει ένα σύνολο δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του, που συνδέονται με το ναό (: διαφύλαξη, συντήρηση, ανακαίνιση και κτιριακή προστασία, διαχείριση περιουσιακών στοιχείων, διορισμός εφημερίου κλπ.), χωρίς όμως ιδιοκτησιακό περιεχόμενο ή παροχή οικονομικών ωφελημάτων υπέρ του κτήτορα. Με άλλη διατύπωση, το κτητορικό δικαίωμα προσομοιάζει μάλλον στη σύγχρονη έννοια της οικονομικής χορηγίας και απονέμεται ή αφαιρείται με πράξη του τοπικού επισκόπου [η πληρέστερη και εγκυρότερη περιγραφή τού βυζαντινής καταγωγής θεσμού του «κτητορικού δικαίου» ανευρίσκεται στο κλασικό έργο του Μελετίου Σακελλαροπούλου, Εκκλησιαστικόν Δίκαιον της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, Αθήναι 1898, σελ. 257 επ. πρβλ. Νικοδήμου Μίλας, Το Εκκλησιαστικόν Δίκαιον της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, 1906 (ανατύπωση: 1970), σελ. 527 επ.]. Είναι επομένως ακριβές ότι το κτητορικό δικαίωμα στον επίδικο ναό αφορούσε στην εκκλησιαστική διοίκηση και διαχείρισή του. Και όχι μόνον αυτό: οι κτήτορες καθίσταντο υπέγγυοι με την ατομική ή οικογενειακή τους περιουσία για τις οφειλές, χρέη ή τις δαπάνες του κτητορικού ναού. Αλλωστε, όπως ορθά κρίθηκε, τυχόν συμπεριφορά του κτήτορα αντίθετη προς τις αναληφθείσες εκ μέρους του οικονομικές υποχρεώσεις ή τα συμφέροντα του κτητορικού ναού, παρείχε το δικαίωμα στον επιχώριο Επίσκοπο ακόμη και να αφαιρέσει την τιμητική ιδιότητα του κτήτορα, αποδίδοντας αυτήν σε άλλον (ΑΠ 195/1980).

Από αυτά συνάγεται ότι τα παρεχόμενα στους κτήτορες δικαιώματα φέρουν χαρακτήρα ηθικό και ουδόλως συνάπτονται προς οικονομικές ωφέλειες αμέσως ή εμμέσως, ούτε αποτελεί τέτοια ωφέλεια η δυνατότητα απολήψεως μέρους των εισοδημάτων των αφιερωμένων στο ναό κτημάτων από τον κτήτορα, εάν κάτι τέτοιο επιφύλαξε στον εαυτό του με το τυπικό ή αν ήθελε περιπέσει σε ένδεια (Τρωϊάνος- Πούλης «Εκκλησιαστικό Δίκαιο» 2002 σελ. 420-421, ΑΠ 195/1980 ΝοΒ 28.1479). Σύμφωνα εξάλλου με τους υπ` αρ. 24 και 49 εκκλησιαστικούς κανόνες των συνόδων Χαλκηδόνος και της εν Τρούλλω αντίστοιχα, το σύνταγμα Βαλσαμώνος (Β. 651) και τα πρακτικά του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως (Α 221 και 224), που δεν μεταβλήθηκαν με τις μεταγενέστερες σχετικές διατάξεις των .. βδ της 26.4.1834 και της 13.10.1931 και του ν. 2200/1940, το κτητορικό δικαίωμα μπορούσε να αποκτηθεί από τον παραχωρούντα οικόπεδο προς ανέγερση ναού ή από τον ανεγείραντα ή επιδιορθούντα ετοιμόρροπο ή ερειπωμένο ναό (Μίλας ό.π. σελ. 765), ενώ, στην περίπτωση των ήδη υπαρχόντων ναών, με διαδοχή κατά τους συνοδικούς κανόνες (βλ. σχετ. ΑΠ 26/1961 ΝοΒ 9, 623, Μάινα ό.π.). Το επί των ναών κτητορικό δικαίωμα δεν είναι δικαίωμα ιδιοκτησίας υπό την εις τον ΑΚ έννοια και συνεπώς ο διαθέσας το προς ανέγερση του κτητορικού ναού οικόπεδο και ανεγείρας τούτο κτήτορας, δεν διατηρεί επί του ακινήτου του ή του ναού τέτοιο δικαίωμα, γι` αυτό και δεν καθίσταται τούτο αντικείμενο κληρονομικής διαδοχής σε περίπτωση θανάτου του κτήτορος κατά τις διατάξεις του ΑΚ ως εκφυγόν της περιουσίας του κληρονομουμένου κατά το χρόνο θανάτου του ως προκριθέν στην εξυπηρέτηση θρησκευτικού σκοπού. Η μεταβίβαση του κτητορικού δικαιώματος ρυθμίζεται ειδικώς και όσον αφορά τη διαδοχή από τους συνοδικούς κανόνες, κατά τους οποίους και σε περίπτωση θανάτου του κτήτορος άνευ διαθήκης και κληρονόμων ο ναός δεν περιήρχετο και ως προς τη διοίκηση και διαχείρισή του στο Δημόσιο, αλλά η εκκλησιαστική αρχή ανελάμβανε τα καθήκοντα αυτά του κτήτορος, θεωρούμενη ως υποκείμενο του κτητορικού δικαιώματος, το οποίο ο επίσκοπος είχε την εξουσία να απονείμει και σε άλλο πρόσωπο (ΑΠ 195/1980). (156/2014 Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας NOMOS).

Έλενα Ψαρρού

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί