Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Χρησικτησία κατά Μονής

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 51 του ΕισΝΑΚ, η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους. Δυνάμει του Β.Δ. της 23.2.1835 για τον Πολιτικό Νόμο των Ελλήνων στο νεοσυσταθέν ελληνικό κράτος είχαν εφαρμογή τα οριζόμενα από το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο που τέθηκε σε ισχύ. Οι διατάξεις αυτές του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο από 21 Ιουνίου 1837 νόμο “Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων”, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι “ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμενοι διατάξεις”.

Από τις διατάξεις Κωδ. 1.2.23, Ν. 111, Β. 5-2-14 του προϊσχύσαντος βυζντινορωμαϊκού δικαίου, προκύπτει, ότι για να θεμελιωθεί δικαίωμα χρησικτησίας σε μοναστηριακά ακίνητα χρειαζόταν αρχικά παρέλευση 100 ετών, μεταγενέστερα δε ο χρόνος ορίστηκε σε 40 έτη και ακολούθως, με το άρθρο 1 ν.ΓΧΞ/1910 σε 30 έτη. Λόγω της διαχρονικής αρχής, κατά την οποία εάν με νεότερο νόμο ορισθεί βραχύτερος χρόνος παραγραφής και χρησικτησίας, εφόσον ο υπολειπόμενος κατά τον παλαιότερο νόμο χρόνος είναι βραχύτερος από το χρόνο που προβλέπει ο νεότερος, εφαρμόζεται ο παλαιότερος νόμος, έπεται ότι για την απόκτηση κυριότητας σε χρησικτησία σε μοναστηριακό ακίνητο, έπρεπε να είχε συμπληρωθεί έως τις 12-9-1915, χρόνος νομής 40 ετών, αφού έκτοτε ανεστάλη η συμπλήρωση της χρησικτησίας, ενώ από 26-5-1926, που ακόμη ίσχυε η αναστολή, απαγορεύθηκε η παραγραφή των εμπράγματων δικαιωμάτων σε ακίνητα των μονών και συνεπώς δεν είναι έκτοτε δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία. Τέλος, η διάταξη του άρθρου 21 του από 16.5.1920 ν.δ/τος «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ», σύμ­φωνα με την οποία τα επί ακινήτων δικαιώματα του Δημοσίου, της Αεροπορικής Αμύνης και των Ιερών Μονών δεν υπόκεινται στο μέλλον σε καμία παρα­γραφή, η δε τυχόν αρξάμενη παραγραφή καμία νό­μιμη συνέπεια δεν θα έχει αν μέχρι τη δημοσίευση του διατάγματος αυτού δεν συμπληρώθηκε τριακο­νταετής παραγραφή κατά τους ισχύοντες νόμους, αναφέρεται μόνο στην παραγραφή επί των ακινήτων του Δημοσίου και της Αεροπορικής Αμύνης και όχι και την τεσσαροκονταετή παραγραφή των αξιώσε­ων επί ακινήτων των Ιερών Μονών. Και τούτο διότι, αφού ο τριακονταετής χρόνος παραγραφής δεν μπορούσε να συμπληρωθεί από την ισχύ του εν λό­γω νόμου (ΓΧΞ/1910) μέχρι τη δημοσίευση του πιο πάνω ν.δ/τος (16.5.1926), η τυχόν αρξάμενη παρα­γραφή σε βάρος ακινήτων των Ιερών Μονών έπρε­πε να συμπληρωθεί με βάση τις παλαιές περί τεσ­σαροκονταετούς παραγραφής διατάξεις. Η λήξη ό­μως κάθε παραγραφής δικαιωμάτων και του χρόνου χρησικτησίας ανεστάλη με τα εκδοθέντα σε εκτέ­λεση του νόμου ΔΞΗ/1912 από 12.9.1915 έως 16.5.1926 αλληλοδιάδοχα διατάγματα, αναστολή η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως. Επομέ­νως, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησι­κτησία επί ακινήτου που ανήκει σε Ιερά Μονή και για την παραγραφή των εμπραγμάτων δικαιωμάτων αυτής απαιτείται τεσσαροκονταετής νομή, η οποία όμως πρέπει να συμπληρωθεί το βραδύτερο μέχρι τις 12.9.1915 (άλλες αποφάσεις αναφέρουν 11.9.1915) και γι’ αυτό πρέπει να έχει αρχίσει τουλάχιστον από τις 12.9.1875 (αντίστοιχα 11.9.1985) (ΑΠ 1041/1977, ΝοΒ 26.925, BN ΙΑ- 648).

Μετά λοιπόν την 11.9.1915 επί των ακινήτων κτημάτων των Ι. Μονών δεν ήταν δυνατόν να χωρήσει έκτακτη χρησικτησία από τρίτους. Τούτο προκύπτει από τον συνδυασμό των ακόλουθων διατάξεων: α) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 του ΝΔ 22/4.5.1926 “περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων του Δημοσίου, της Αεροπορικής Αμύνης κ.λπ.”, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 17 του ΕισΝΚΠολΔ, κατά την οποία τα εμπράγματα δικαιώματα αυτών δεν υπόκεινται σε καμία στο μέλλον παραγραφή, η δε αρξαμένη ουδεμία κέκτηται συνέπεια αν μέχρι της δημοσιεύσεως του διατάγματος δεν συνεπληρώθη η κατά τους ισχύοντας νόμους παραγραφή, β) Από τις διατάξεις του Ν ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων περί δικαιοστασίου που έληξε το έτος 1930. γ) Από τα άρθρα 4 παρ. 3 του υπ` αριθ. 4/1959 Κανονισμού της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος και 62 παρ. 2 του Ν 590/1977 “περί καταστατικού χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος”, με τα οποία οι διατάξεις των άρθρων 4 και 23 του ΑΝ 1539/1938 “περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων” έχουν ανάλογη εφαρμογή και επί των κτημάτων των ανηκόντων στα αναφερόμενα στο άρθρο 1 παρ. 4 του νόμου τούτου νομικά πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και οι Ι. Μονές (ΑΠ 1650/1981). δ) Από το άρθρο 4 του εν λόγω Ν 1539/1938, κατά το οποίο τα επί των ακινήτων δικαιώματα του Δημοσίου δεν υπόκεινται σε παραγραφή, η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, σύμφωνα με το άρθρο 53 Εισ.Ν.ΑΚ και επεκτάθηκε και υπέρ των Δήμων και Κοινοτήτων (άρθρο 1 του ν.δ/τος 31/1968) και υπέρ των κτημάτων των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου του άρθρου 1 παρ.4 του ν. 590/1977 “περί καταστατικού χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος” σύμφωνα με το άρθρο 62 παράγρ. 4 του ως άνω νόμου, στα οποία συμπεριλαμβάνονται η Εκκλησία της Ελλάδος, οι μητροπόλεις, οι ενορίες και οι μονές (βλ. ΑΠ 1906/2017) (Ολ.ΑΠ 8/2013, ΑΠ 184/2018, 849/2021 ΑΠ NOMOS), ε) Από τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 3 του ΝΔ 3432/1955 “περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί ΟΔΕΠ νομοθεσίας κ.λπ.”, που εφαρμόζεται και επί των ακινήτων των Ι. Μονών, και κατά την οποία έχει σε αυτά εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του κωδικοποιημένου με το από 24.10/2.11.1931 ΠΔ, Ν 4944/1931 “περί Ταμείου του Εθνικού Στόλου”, σύμφωνα με την οποία το Ταμείο Εθνικού Στόλου θεωρείται αδιαλείπτως ότι έχει την νομή ακινήτου κτήματος από της κτήσης της κυριότητας αυτού, ανεξάρτητα από κάθε αφαίρεση αυτής από τρίτο. Από τις συνδυασμένες αυτές διατάξεις προκύπτει ειδικότερα ότι οι Ι. Μονές, μετά την 11.9.1915, θεωρούνται ότι έχουν αδιαλείπτως την νομή επί των κτημάτων αυτών από της κτήσεως της κυριότητάς τους ανεξαρτήτως κάθε αφαιρέσεως αυτής από οποιονδήποτε τρίτον, και άρα είναι αυτά ανεπίδεκτα χρησικτησίας, (βλ. ΑΠ 1267/1997, ΑΠ 695/1994, ΑΠ 1650/1981), (ΑΠ 777/2001, ΑΠ 695/1994), (840/2010 ΑΠ NOMOS), (ΑΠ 14/1994, ΕΕΝ 62 (1995) 17, ΑΠ 1650/1981, ΝοΒ 30.932, ΑΠ 449/ 1977, ΝοΒ 26.39, BN ΙΑ-649). Τα ίδια άλλωστε επαναλήφθηκαν και σε νεότερα νομοθετήματα, όπως στο άρθρο 58 § 2 ν.δ. 86/1969, στο άρθρο 4 § 3 του υπ’ αριθ. 4/1959 Κανονισμού της Ι.Σ. της Εκ­κλησίας της Ελλάδος και στο άρθρο 62 § 2 του ν. 590/1977 περί του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλη­σίας της Ελλάδος (ΑΠ 724/1983, ΝοΒ 31.1409, ΑΠ 1650/1981, ΝοΒ 30.932, BN ΙΑ-650, ΕφΘεσ 1161/1983, Αρμ 37.965, ΕφΑθ 5510/1982, Δ/νη 23.598, ΠολΠρΤρικ 666/1997, αδημοσίευτη στο νομικό τύπο, ΠολΠρΒόλου 463/1996, Αρμ. 51.1012). Επομένως, και αν ακόμη οι ιερές Μονές απο­βληθούν από τη νομή, η κυριότητα τους δεν κατα­λύεται, διότι η «νομή» του καταλαβόντος τρίτου δεν μπορεί κατά νόμο να οδηγήσει σε χρησικτησία. Η προστασία αυτή ίσχυε και για τα μοναστηρια­κά κτήματα που είχαν χαρακτηρισθεί στο παρελ­θόν ως εκποιητέα και τα διαχειριζόταν ο ΟΔΕΠ (223/2006 ΜΠρ Τρικάλων NOMOS) (930/2012 ΑΠ NOMOS), (1/2002 ΜΠρ Τρικάλων NOMOS).

Έλενα Ψαρρού

Δικηγόρος

info@fotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί