Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Κυριότητα Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών και των λιβαδιών στην Μακεδονία

Με το άρθρο 2 § 3 του Ν. 147/1914, που εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή της με τον ν. ΔΣΙΓ` (4213) της 14/14-11-1913 κυρωθείσας Συνθήκης των Αθηνών περί Ειρήνης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, ορίστηκε ότι στις Νέες Χώρες, που διατελούσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους (Μακεδονία, Ήπειρος, Κρήτη, νήσοι του Αιγαίου) “εισάγεται εν γένει η Ελληνική αστική νομοθεσία, διατηρούνται όμως εν ισχύει αι περί γαιών διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου αι ρυθμίζουσαι τα επ` αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους ελληνικούς νόμους. Κατά τα λοιπά παραμένουν οι εν ταις προσαρτώμενες χώρες προϋπάρχοντες αστικοί νόμοι”. Στην κατηγορία των Νέων Χωρών ανήκει και η Μακεδονία, στην οποία από 1-2-1914 άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 του ίδιου πιο νόμου (147/1914), η ελληνική νομοθεσία. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του ΕισΝΑΚ, η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο, κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου “περί γαιών” της 7ης Ραμαζάν 1274 (χριστιανικού 1856), του οποίου οι διατάξεις που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσης σ` αυτές διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν.147/1914, “δημόσιαι γαίαι είναι οι λειμώνες, οι αγροί, αι χειμερινοί και θεριναί βοσκαί, τα δάση και οι παρόμοιοι τόποι”, των οποίων η κυριότητα ανήκει στο Τουρκικό Δημόσιο (βλ. και άρθρα 4, 9, 12, 34 και 49 του ίδιου νόμου). Οι ως άνω δημόσιες εκτάσεις μπορούσαν να παραχωρηθούν από το Οθωμανικό Δημόσιο σε ιδιώτες με την καταβολή δικαιώματος (ταπού) και ετήσιας δόσης, με την έκδοση σχετικού τίτλου (ταπίου). Με την έκδοση όμως του τίτλου αυτού, οι ιδιώτες δεν αποκτούσαν πλήρες δικαίωμα κυριότητας επί της παραχωρηθείσας δημόσιας έκτασης, αλλά δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης ή “ωφέλιμης κυριότητας” (τεσσαρούφ), ενώ το δικαίωμα ψιλής κυριότητας (ρεκαμπέ) διατηρούσε το Οθωμανικό Δημόσιο, ειδικά δε επί καλλιεργήσιμων αγρών, δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μπορούσε να αποκτήσει και ο σφετεριστής, ο οποίος καταλάμβανε, εξουσίαζε και καλλιεργούσε δημόσιες γαίες επί δεκαετία χωρίς δικαστική αμφισβήτηση και χωρίς να απαιτείται και η έκδοση «ταπίου» στο όνομά του, το οποίο άλλωστε ήταν αποδεικτικό και όχι συστατικό του δικαιώματος «τεσσαρούφ». Από το σαφές περιεχόμενο της παραπάνω διάταξης, την ερμηνευτική εγκύκλιο του Τουρκικού Υπουργείου Δικαιοσύνης της 28 Σ. 1304, του άρθρου 13 του νόμου “περί εγγράφων ταπίων” της 8 Δ. Α. 1275 (ήδη έτος 1857), του άρθρου 2 των διασαφητικών διατάξεων περί ταπίων της 15 Σ. 1276 και των οδηγιών της 23 Μ. 1293 ή 7.2.1921 “περί εξελέγξεως τίτλων δασών”, αλλά και το σύνολο των διατάξεων του νόμου περί γαιών (ειδικότερα των άρθρων 8, 9, 24, 30, 61, 71 και 78), προκύπτει, ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση του δικαιώματος αυτού της μόνιμης εγκατάστασης είναι όχι μόνον η συνεχής επί δέκα (10) έτη κατοχή (εξουσίαση), αλλά και η ταυτόχρονη καλλιέργεια του κτήματος. Επομένως, δεν ήταν δυνατή από τον σφετεριστή, κατά τον ανωτέρω τρόπο, απόκτηση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί δασών, αφού μάλιστα από τις διατάξεις των άρθρων 3, 9, 19, 30, 68 και 71 του ως άνω νόμου περί γαιών, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2 και 3 των οδηγιών της 13ης Μωχαρέμ 1927 “περί εξελέγξεως τίτλων δασών”, προκύπτει ότι δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί δασών μπορούσε να αποκτηθεί μόνο δια ταπίου (ΑΠ 192/2019, ΑΠ 120/2018, ΑΠ 477/2016).[1]

Με το Διάταγμα 2468/1917 της Προσωρινής Κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης (άρθρο 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με το ν. 1072/1917, καταργήθηκε κατά βάση ο θεσμός των δημοσίων γαιών του οθωμανικού δικαίου. Από της ισχύος του πιο πάνω διατάγματος, δηλαδή από τις 20-5-1917, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, του υπολοίπου 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Δημόσιο, ενώ ο Ν. 2052/1920 επαναλαμβάνει στα άρθρα 49 επ. τις διατάξεις του διατάγματος 2468/1917. Στη συνέχεια, με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11/12.11.1929, που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4266/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του Α.Ν. 1540/1938, παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες των 4/5 και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και, έτσι, αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης έγιναν καθ` ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών (ΑΠ 1551/2023, ΑΠ 1983/2022, ΑΠ 1931/2022).

Για να αποκτήσει λοιπόν ο ιδιώτης κυριότητα επί δημοσίων γαιών απαιτείτο είτε να είχε κατά την 20 Μαΐου 1917 δικαίωμα διαρκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από ιδιώτη, βάσει ταπίου που είχε προεκδοθεί της προσάρτησης των νέων χωρών, ή, προκειμένου περί αγρών, μέχρι την ημερομηνία αυτή να είχαν καλλιεργηθεί επί δεκαετία χωρίς δικαστική αμφισβήτηση (ΑΠ 1412/2021, ΑΠ 854/2021). Οι δύο αυτοί τρόποι κτήσης του δικαιώματος εξουσίασης, το οποίο, στη συνέχεια, μετατράπηκε σε δικαίωμα κυριότητας, διαφέρουν μεταξύ τους και δεν στηρίζονται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία. Και αυτό γιατί η βάση της μιας αγωγής στηρίζεται στην κτήση του δικαιώματος εξουσίασης της δημόσιας γαίας με τη χορήγηση τίτλου (ταπίου) από το Δημόσιο στον ιδιώτη, ενώ της άλλης (αγωγής) στην πραγματική κατάσταση της από μέρους του ιδιώτη κατοχής και καλλιέργειας της καλλιεργήσιμης δημόσιας γαίας επί δέκα συνεχή έτη, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση (ΑΠ 1702/2022, ΑΠ 854/2021).

Για όσες δημόσιες γαίες δεν συνέτρεχαν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, η κυριότητά τους με την απελευθέρωση των νέων χωρών περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο δικαιώματι πολέμου βάσει διεθνών συνθηκών (άρθρο 60 της Συνθήκης της Λωζάνης της 24.7.1923 που κυρώθηκε με το από 25.8.1923 Ν.Δ.), σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 7 και 27 της συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας που κυρώθηκε με το Ν. 4793/1930 και της από 21.6.1924 απόφασης της μικτής επιτροπής ανταλλαγής πληθυσμών ή με τις διατάξεις του οθωμανικού νόμου περί γαιών που διατηρήθηκε σε ισχύ, όπως παραπάνω αναφέρεται. Η κυριότητα δε αυτή δεν μπορούσε πλέον να καταλυθεί με κατάληψη από ιδιώτη δημοσίου κτήματος και επιχείρηση πράξεων νομής σε αυτό μετά το έτος 1914, γιατί, όπως προκύπτει από τα άρθρα 1248 και 1614 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, η χρησικτησία δεν αναγνωρίζεται από αυτόν ως τρόπος κτήσης κυριότητας, ενώ δε κατά το διάστημα από 11.9.1915 έως το 1926 ίσχυε δικαιοστάσιο, με το διάταγμα της 22-4/16.5.1926 “περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης” να απαγορεύει τη χρησικτησία σε βάρος των δημοσίων κτημάτων (ΑΠ 1551/2023, ΑΠ 391/2023, ΑΠ 1931/2022, ΑΠ 854/2021).

Εξάλλου, στο άρθρο 52 παρ.3 του ν. 2052/1920 ορίζεται ότι: “3. Τα δικαιώματα του Δημοσίου επί δασικών εκτάσεων τα πηγάζοντα εκ διατάξεων του Οθωμανικού νόμου περί γαιών παραμένουν ισχυρά.” Ανάλογη πρόβλεψη υπάρχει στην παρ.1 του ίδιου άρθρου και για τα αδέσποτα ακίνητα. Έτσι θεμελιώθηκε το πρώτον μαχητό τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου για τα δάση και τις δασικές εκτάσεις κείμενα στις Νέες Χώρες, σε συνέχεια του αντίστοιχου οθωμανικού τεκμηρίου, είτε αυτά ανήκαν στην κατηγορία των ελευθέρων ιδιωτικής εξουσίασης (μουμπάχ), είτε των βακουφικών, είτε των κοινοτικών, είτε των ιδιωτικών (κουρή) εξουσιαζόμενων μόνο βάσει ταπίου. Εντούτοις, κατ` αναλογική εφαρμογή των ισχυόντων στο Παλαιό Βασίλειο δυνάμει του ΒΔ της 17.11/1.12.1836 “περί ιδιωτικών δασών” (ΦΕΚ 69/Α/1836), (το οποίο σημειωτέον δεν ορίζει τι είναι δάσος και δασική έκταση, αλλά προβλέπει διαδικασία αναγνώρισης ιδιωτικών δασών εντός έτους από την δημοσίευσή του, παρελθούσης δε της προθεσμίας, όλα τα δάση θεωρούνται δημόσια, αλλά δεν ισχύει για τις Νέες Χώρες, ΣτΕ 1104/1938, ΑΠ 124/2025), δόθηκε η δυνατότητα στους ιδιώτες τους διαθέτοντες τίτλο (ταπί), με το οποίο εξούσιαζαν δάσος ή δασική έκταση κείμενα στις Νέες Χώρες επί οθωμανικής κυριαρχίας, να αναγνωρισθεί το δικαίωμά τους αυτό (εξουσίασης), που στη συνέχεια μετατράπηκε σε κυριότητα, κατά τα ανωτέρω, απευθυνόμενοι στο Διοικητικό Δικαστήριο “παρά τω Υπουργείω Γεωργίας” , που συστάθηκε με το ν. 2201/1920 ( ΦΕΚ A 133/1920) και εφάρμοζε τα προβλεπόμενα στο ΝΔ της 22.4./16.5.1926 “Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ” (ΦΕΚ Α` 155) (ΑΠ 1100/2014). Προϋπόθεση, όμως, του ως άνω τεκμηρίου κυριότητας είναι η ύπαρξη δάσους κατά τον χρόνο εισαγωγής της ελληνικής νομοθεσίας στις Νέες Χώρες, δηλ. την 1-2-1914 (ΑΠ 124/2025) (456/2026 ΑΠ (NOMOS).

Αναφορικά δε με το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης δημόσιου κτήματος, μετά το θάνατο του εξουσιάζοντας μετέβαινε, με υπεισέλευση στην κληρονομία του, στα τέκνα του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 54 του προαναφερόμενου Οθωμανικού Νόμου “περί γαιών” και εκείνες των νόμων 12 Πανδ. (28.7), 14 παρ. 8 (11.7), 6 Πανδ. (29.2), 12 Πανδ. (38.16), 3.616 (2.19), Θεμ. φ. 3 (3.19) του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, το οποίο ίσχυε, κατά τους νόμους αυτούς, και επί Τουρκοκρατίας, στην Ελλάδα, ως προς τους χριστιανούς υπηκόους του Οθωμανικού Κράτους, δυνάμει σουλτανικών φιρμανιών, μετά δε την απελευθέρωση της Βόρειας Ελλάδος από το τουρκικό ζυγό, εξακολούθησε να ισχύει σ` αυτήν, όπως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου “περί γαιών”, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 2 του ν.147/1914 και του άρθρου 7 του ν. ΔΡΑΔ/1913, ο οποίος, κατά το άρθρο 16 αυτού, εφαρμόστηκε στις Νέες Χώρες αναδρομικά από 6-10-1912. Ενόψει αυτών, εφόσον, μετά το θάνατο του ασκούντα δικαίωμα εξουσίασης σε δημόσιο ακίνητο τα τέκνα αυτού υπεισήλθαν στην κληρονομιά του και συνέχισαν να ασκούν το δικαίωμα αυτό, μετά από δεκαετή αδιαμφισβήτητη κατοχή αυτού που συμπληρώθηκε στο πρόσωπό τους ή του κληρονομηθέντα μέχρι τις 20-5-1917, γίνονταν κύριοι του εν λόγω ακινήτου τα τέκνα αυτού, κατά τις διατάξεις του άρθρου 49 του ν. 2052/1920 και των άρθρων 101- 104 του Διατάγματος της 11/12-1-1929, κατά τις οποίες κρίνεται και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, η κτήση της κυριότητας αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 51 Εισ.Ν.ΑΚ (ΑΠ 582/1998, ΑΠ 446/1992). Από την αμέσως πιο πάνω διάταξη (του άρθρου 54) του νόμου περί “γαιών”, σε συνδυασμό της με εκείνες των άρθρων 5, 8, 9 και 15 του νόμου περί ταπίων (της 26 Σεφφέρ 1278), – όπως το άρθρο 15 τροποποιήθηκε μεταγενέστερα-, προκύπτει, επίσης, ότι οι συγγενείς του θανόντα εξουσιαστή έχουν δικαίωμα να τους παραχωρηθεί από το Δημόσιο κατά προτίμηση το εξουσιαζόμενο εδαφικό τμήμα. Η παραχώρηση αυτή είναι αυτοτελής, το αποκτώμενο δε με βάση αυτή δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) είναι νέο και δεν αποτελεί συνέχεια του προηγούμενου. Εξάλλου, κατά μεν τις διατάξεις, επίσης, των ν. 10, πανδ. (29.2), Βασ, 10 (35.14) του προϊσχύσαντος Β. Ρ. Δ. η υπεισέλευση του κληρονόμου σε μέρος της κληρονομίας ισχύει για ολόκληρη την κληρονομιά, της οποίας γίνεται αυτός συγκοινωνός με τους λοιπούς κληρονόμους, κατά δε τις διατάξεις των ν. 3 Κωδ. 7.34, ν. 42 πανδ. 41.2, ν. 7 παρ. 5, πανδ. 10.3, ν. 28 πανδ. 10,3 του ίδιου πιο πάνω δικαίου, οι οποίες, κατά τα άρθρα 50 και 43 του Εισ.Ν.ΑΚ, εφαρμόζονται και στην κοινωνία μεταξύ συγκυρίων ή συγκληρονόμων, που δημιουργήθηκε πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) και συνεχίζεται και μετά από αυτή, καθώς και τις αντίστοιχες προς αυτές διατάξεις των άρθρων 787, 980, 981, 982, 994, 1113 και 1884 ΑΚ, συνάγεται η αρχή, ότι ο συγκοινωνός, όπως είναι και ο εξ αδιαθέτου κληρονόμος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών συγκοινωνών κατά το λόγο της μερίδας, του καθενός και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ’ αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία), προτού καταστήσει γνωστό στους άλλους συγκοινωνούς, είτε ρητά, είτε σιωπηρά με πράξεις που υποδηλώνουν τέτοια απόφαση, ότι νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο της μερίδας του ή ολόκληρο το κοινό πράγμα αποκλειστικά στο όνομά του ως κύριος, για δικό του λογαριασμό, περάσει δε από τη γνωστοποίηση αυτή η κατά νόμο απαιτούμενη προθεσμία της εν λόγω (αποσβεστικής ή κτητικής) παραγραφής. Η πιο πάνω αρχή προϋποθέτει την ύπαρξη κοινωνίας δικαιώματος, κατά το χρόνο που άρχισε να νέμεται αποκλειστικά και μόνο στο δικό του όνομα, ως κύριος, εκείνος κατά του οποίου προτείνεται η σχετική ένσταση ή ο άμεσος δικαιοπάροχός του. Δεν απαιτείται, όμως, γνωστοποίηση, όταν οι λοιποί συγκοινωνοί έχουν λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, της απόφασης που εκδήλωσε ο κοινωνός, ότι κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα και ότι νέμεται αυτό αποκλειστικά για δικό του και μόνο λογαριασμό, όπως αυτό συμβαίνει στην περίπτωση της εκούσιας παράδοσης της νομής μετά από άτυπη δωρεά, διανομή ή πώληση μεταξύ των συγκοινωνών (Ολ. ΑΠ 485/1982) (1429/2010 ΑΠ NOMOS).

Έλεν Ψαρρού

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] 182/2025 Εφετείο Δωδεκανήσου (NOMOS)

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί