Αίτημα Αναστολής το οποίο συνυποβάλλεται με την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής κατ’ άρθρο 63 Ν. 4174/2013
Νομοθετικό Πλαίσιο
Σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 63 του Ν. 4174/2013 ο υπόχρεος έχει δικαίωμα να υποβάλει, ταυτόχρονα με την ενδικοφανή προσφυγή και αίτημα αναστολής της καταβολής που προβλέπεται στην παράγραφο 3. Η Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης δύναται να αναστείλει την εν λόγω πληρωμή, μέχρι την “έκδοση” της απόφασης της, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η πληρωμή θα είχε ως συνέπεια ανεπανόρθωτη βλάβη για τον υπόχρεο. Εάν δεν εκδοθεί απόφαση εντός τριάντα (30) ημερών», από την υποβολή της αίτησης στη Φορολογική Διοίκηση, η αίτηση αναστολής θεωρείται ότι έχει απορριφθεί. Τυχόν αναστολή της πληρωμής δεν απαλλάσσει τον υπόχρεο από την υποχρέωση καταβολής “των τόκων” λόγω εκπρόθεσμης καταβολής του φόρου.
Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη για να θεμελιωθεί λόγος αναστολής της καταβολής που προβλέπεται στην παράγραφο 3 του ιδίου ως άνω άρθρου, ήτοι (η αναστολή καταβολής του ποσού του υπολοίπου 50% της οφειλής, ποσού που αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής, αφού με αυτήν αναστέλλεται η καταβολή του 50% του αμφισβητούμενου ποσού) ο αιτών πρέπει να επικαλεστεί και αποδείξει ότι η πληρωμή γι’ αυτόν του ποσού που αντιστοιχεί στο 50% θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη. Ως τέτοια, νοείται όχι μόνο η κατά κυριολεξία μη αναστρέψιμη βλάβη, αλλά και εκείνη της οποίας η αποκατάσταση, υπό τις συγκεκριμένες κάθε φορά οικονομικές και λοιπές συνθήκες, είναι για το διάδικο δυσχερής σε τέτοιο βαθμό, ώστε να αδυνατεί, πράγματι να την επιτύχει (βλ. Ε.Α. ΣτΕ 496/2011). Εξάλλου, ειδικά, επί φορολογικών, τελωνειακών και διαφορών με χρηματικό αντικείμενο μπορεί να πάλι να θεμελιωθεί η αναστολή αν το Δικαστήριο εκτιμήσει ότι το ένδικο βοήθημα είναι προδήλως βάσιμο, ενώ, στις περιπτώσεις των διαφορών αυτών, αν ο αιτών επικαλεστεί ως λόγο αναστολής ανεπανόρθωτη, με την πιο πάνω έννοια, βλάβη από τη λήψη, από τη Διοίκηση, σε βάρος του, συγκεκριμένων αναγκαστικών ή διοικητικών μέτρων, η αποδοχή της αίτησης δεν θα συνεπάγεται την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης, καθ’ εαυτήν, αλλά την απαγόρευση της λήψης, σε βάρος του αιτούντος, των αναφερομένων στην παράγραφο 2 του άρθρου 202 του Κ.Δ.Δ. μέτρων (βλ. Ε.Α. ΣτΕ 496/2011).
Η αναστολή αυτή, στην περίπτωση που χορηγηθεί, ισχύει μέχρι την έκδοση της απόφασης επί της ενδικοφανούς προσφυγής, άλλως μέχρι την άπρακτη πάροδο του προβλεπόμενου χρονικού διαστήματος για την έκδοσή της, ήτοι 120 ημερών από την κατάθεση της ενδικοφανούς προσφυγής στη φορολογική αρχή που εξέδωσε την πράξη ή προέβη στην παράλειψη.
Ειδικότερα με την υποβολή του αιτήματος αναστολής και μέχρι την έκδοση απόφασης επ’ αυτής, άλλως μέχρι την άπρακτη πάροδο του προβλεπόμενου χρονικού διαστήματος για την έκδοσή της, αναστέλλεται η λήψη αναγκαστικών μέτρων είσπραξης. Τυχόν αναστολή της πληρωμής δεν απαλλάσσει τον υπόχρεο από την υποχρέωση καταβολής των τόκων λόγω εκπρόθεσμης καταβολής του οφειλόμενου ποσού.
Σύμφωνα με το άρθρο 9 του Ν.Δ 356/1974: ΚΩΔΙΚΑΣ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ (ΚΕΔΕ) τα αναγκαστικά μέτρα που εφαρμόζονται για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων είναι τα εξής: 1) Κατάσχεση κινητών, είτε στα χέρια του οφειλέτη είτε κινητών και απαιτήσεων του, εν γένει στα χέρια τρίτου. 2) Κατάσχεση ακινήτων. Η χρήση των αναγκαστικών αυτών μέτρων εναπόκειται στην κρίση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου που είναι βεβαιωμένο το έσοδο, ο οποίος μπορεί να τα λάβει σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, είτε αθροιστικά είτε καθένα χωριστά κατά την ελεύθερη κρίση του. Τα αναγκαστικά μέτρα του άρθρου αυτού, καθώς και τα μέτρα του προηγούμενου άρθρου, μπορεί να λαμβάνονται είτε αθροιστικά είτε καθένα ξεχωριστά για έναν ή περισσότερους οφειλέτες και από το διοικητικό όργανο που ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με την απόφαση του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να κατανέμονται οι αρμοδιότητες κατά την χρήση των αναγκαστικών μέτρων και την διενέργεια διαδικαστικών πράξεων της εκτελέσεως μεταξύ των προϊσταμένων των Δ.Ο.Υ. ή των Τελωνείων που είναι βεβαιωμένο το έσοδο και του διοικητικού οργάνου που ορίζεται με την υπουργική απόφαση και να ρυθμίζεται κάθε ειδικότερο ζήτημα για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου.””Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί, προκειμένου να εντοπιστούν περιουσιακά στοιχεία των υπόχρεων ή συνυπόχρεων προσώπων και να διασφαλιστεί η είσπραξη των δημοσίων εσόδων, να ανατίθεται η έρευνα σε ελεγκτικές εταιρείες ή δικηγόρους ή δικηγορικά γραφεία ή κοινοπραξίες αυτών. Με όμοια απόφαση καθορίζεται η ειδική διαδικασία ανάθεσης η οποία εφαρμόζεται κατ` αποκλειστικότητα στις αναθέσεις αυτές, ο τρόπος της αμοιβής του αναδόχου, που μπορεί να συνδέεται κα με το τελικό αποτέλεσμα της έρευνας ή της είσπραξης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου.” Πράξη εκτελέσεως, που επισπεύδεται για περισσότερα από ένα χρέη, δεν κηρύσσεται άκυρη στο σύνολο της, εφόσον έστω και ένα από τα χρέη αυτά οφείλεται νομίμως. Το αυτό ισχύει και στην περίπτωση που κρίθηκε ότι το χρέος ή τα χρέη οφείλονται νομίμως, αλλά για ποσό μικρότερο από εκείνο για το οποίο επισπεύδεται η εκτέλεση. Αμελείται η κατάσχεση ακινήτων καθώς και η κατάσχεση κινητών στα χέρια του οφειλέτη, εφόσον το συνολικό ύψος του χρέους υπολείπεται των πεντακοσίων (500) ευρώ. Κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί μέχρι την προηγούμενη ημέρα ισχύος των διατάξεων αυτών, σε βάρος οφειλετών, για συνολικές οφειλές μικρότερες του ανωτέρω ποσού, αίρονται μετά από αίτηση τους. Η Φορολογική Διοίκηση δύναται να επιλέγει κατά προτεραιότητα τις προς επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής υποθέσεις με βάση κριτήρια ανάλυσης κινδύνου ή εξαιρετικά και με βάση άλλα κριτήρια, τα οποία καθορίζονται από τον Γενικό Γραμματέα και δεν δημοσιοποιούνται. Ο Υπουργός Οικονομικών δύναται να ζητά, εκ των υστέρων, στοιχεία από τον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων σχετικά με τα κριτήρια του προηγούμενου εδαφίου.
Η απόφαση επί του αιτήματος αναστολής θα πρέπει να εκδοθεί βάσει νόμου, εντός τριάντα (30) ημερών από την υποβολή της αίτησης στη φορολογική αρχή, διαφορετικά θεωρείται ότι η αίτηση αναστολής έχει απορριφθεί.
ΕΠΕΙΔΗ η εκδιδόμενη θετική απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών σας συνεπάγεται την αναστολή και του έτερου 50% που σε άλλη περίπτωση παρέχεται απευθείας εκ του νόμου με την κατάθεση της προσφυγής και γνωστοποιείται άμεσα στην αρμόδια φορολογική αρχή για τις δικές της ενέργειες αναφορικά με τις προβλεπόμενες για κάθε περίπτωση διαδικασίες αναστολής των αναγκαστικών μέτρων είσπραξης, με ενημέρωση και του υπόχρεου.
Ο υπόχρεος θα πρέπει να παραθέσει τα πάσης φύσεως εισοδήματά του τις οικογενειακές και εν γένει κοινωνικές συνθήκες της ζωής του, προκειμένου να κριθεί ότι η ενδεχόμενη κατάσχεση του μισθού του ή τυχόν άλλων εισοδημάτων του συνεπάγεται την αδυναμία κάλυψης των βιοποριστικών του αναγκών και του στερεί τη δυνατότητα αξιοπρεπούς διαβίωσης. Τόσο η τυχόν λήψη όσο και η εκτέλεση μέτρων είσπραξης της οφειλής αντιβαίνει στο άρθρο 2 § 1 του Συντάγματος, που επιβάλλει το σεβασμό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου από την Πολιτεία και στην αρχή της αναλογικότητας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος, η οποία επιβάλλει τα μέτρα, που λαμβάνονται για την αναγκαστική είσπραξη των χρεών του Δημοσίου, να είναι πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και να μην υπερβαίνουν το αναγκαίο προς τούτο μέτρο (πρβλ. ΔΕφΑΘ 1716/ 2010 Α` δημ. NOMOS, 3870/2013 ΜΠΡ ΑΘ δημ. NOMOS).
Επειδή, πέραν των άλλων, η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης δεν επιβάλλεται από λόγους υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, καθώς, κατά πάγια νομολογία, τέτοιος λόγος επί καταλογισμού χρηματικού ποσού συντρέχει, όταν υφίσταται ανάγκη ταχύτερης είσπραξης βεβαιωθέντων και ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων του Δημοσίου από δύστροπους και αμελείς οφειλέτες (ΣτΕ 3078/1997, 3438/1998), καθώς και εξασφάλισης είσπραξης των δημοσίων εσόδων που προέρχονται από ληξιπρόθεσμες και απαιτητές υποχρεώσεις, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, δοθέντος ότι πρόκειται για βεβαίωση αμφισβητούμενου ποσού και όχι για βέβαιη απαίτηση του Δημοσίου, ενώ εξάλλου, δημοσιονομικοί και ταμιευτικοί σκοποί δεν συνιστούν λόγους δημοσίου συμφέροντος κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων. Τυχόν αντίθετη άποψη ότι, στην προκειμένη περίπτωση συντρέχει λόγος δημοσίου συμφέροντος που αποκλείει τη χορήγηση της αιτούμενης αναστολής, ο οποίος συνίσταται στην αποτροπή της απώλειας εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού, με επακόλουθο την υστέρηση των απαραίτητων δημοσίων εσόδων για την εκπλήρωση υπό της Διοικήσεως των κρατικών σκοπών και συνακόλουθα δυσχέρανση της εκτελέσεως του κρατικού προϋπολογισμού θα πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος, καθόσον έχει κριθεί σχετικά από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών (Τμήμα 7ο Μονομελές) (υπ’ αριθ. 80/2001 απόφαση του) «ότι τα ποσά της προβεβαίωσης που αναφέρονται σε φορολογικές απαιτήσεις του Δημοσίου ή χρηματικές κυρώσεις, συνιστούν αμφισβητούμενες διαφορές και όχι βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του Δημοσίου ώστε να αποτελούν έσοδα του προϋπολογισμού και τυχόν μη είσπραξή τους να εμποδίζει την εκτέλεση αυτού».
Ποια στοιχεία πρέπει να συνυποβάλω με την αίτηση αναστολής;
Με την αίτηση αναστολής υποβάλλονται στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών και τα αποδεικτικά στοιχεία με τα οποία τεκμηριώνονται οι ισχυρισμοί του αιτούντος και απαραιτήτως υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 ν. 1599/1986 στην οποία ο αιτών δηλώνει: α) τα παγκόσμια έσοδα ή εισοδήματά του από κάθε πηγή κατά το προηγούμενο και κατά το τρέχον έτος και β) την περιουσιακή του κατάσταση στην Ελλάδα και οπουδήποτε στην αλλοδαπή κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναστολής.
Αν ο αιτών είναι φυσικό πρόσωπο, δηλώνονται επιπλέον και τα παγκόσμια έσοδα ή εισοδήματα από κάθε πηγή κατά το προηγούμενο και κατά το τρέχον έτος, καθώς και η περιουσιακή κατάσταση οπουδήποτε στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή του ή της συζύγου και των ανηλίκων τέκνων αυτού κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναστολής.
Αν ο αιτών είναι νομικό πρόσωπο ή οποιασδήποτε μορφής νομική οντότητα, δηλώνονται επιπλέον και τα παγκόσμια έσοδα ή εισοδήματα από κάθε πηγή κατά το προηγούμενο και κατά το τρέχον έτος, καθώς και η περιουσιακή κατάσταση οπουδήποτε στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή, κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναστολής, των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων στο κεφάλαιο των οποίων συμμετέχει ο αιτών, καθώς και των φυσικών προσώπων που σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ευθύνονται ατομικά για τις φορολογικές υποχρεώσεις του αιτούντος.
Η περιουσιακή κατάσταση περιλαμβάνει ιδίως τα εμπράγματα και ενοχικά δικαιώματα σε ακίνητα, τις καταθέσεις οποιουδήποτε είδους και τα συναφή τραπεζικά προϊόντα, τις επενδύσεις σε κινητές αξίες, τα μηχανοκίνητα ιδιωτικά μέσα μεταφοράς, τα δάνεια και τις δωρεές, τις μετοχές, τα μερίδια, τα δικαιώματα ψήφου ή συμμετοχής σε κεφάλαιο σε οποιασδήποτε μορφής νομική οντότητα, όπως ορίζεται στην παράγραφο 3 του Κ.Φ.Δ. (Ν. 4174/2013) και τα εμπράγματα και ενοχικά δικαιώματα σε κινητά αξίας άνω των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ.
(Τα ανωτέρω πρέπει να δηλώνονται έστω και αρνητικά, δηλαδή ότι δεν υπάρχουν).
Μαζί με την περιουσιακή κατάσταση δηλώνεται από τον αιτούντα και η εκτιμώμενη αγοραία αξία των περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνονται σε αυτήν. Για τα ακίνητα δηλώνεται και η αντικειμενική αξία αυτών.
Αν ο αιτών τηρεί λογιστικά βιβλία του Κ.Φ.Α.Σ. κατά τη διπλογραφική μέθοδο, με την αίτηση αναστολής συνυποβάλλονται ο τελευταίος ισολογισμός και το τελευταίο αναλυτικό ισοζύγιο γενικής λογιστικής του τρέχοντος έτους.
Αίτηση αναστολής για την οποία δεν προσκομίζονται τα προαναφερθέντα στοιχεία απορρίπτεται.
Για το λόγο αυτό πρέπει ο αιτών να επιδεικνύει ιδιαίτερη επιμέλεια και σε κάθε περίπτωση να υποβάλει: α) την υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 ν. 1599/1986 για τα εισοδήματα και την περιουσιακή του κατάσταση με το περιεχόμενο που αναφέρεται ανωτέρω, β) εφόσον τηρεί λογιστικά βιβλία του Κ.Φ.Α.Σ. κατά τη διπλογραφική μέθοδο, να υποβάλει και τον τελευταίο ισολογισμό και το τελευταίο αναλυτικό ισοζύγιο γενικής λογιστικής του τρέχοντος έτους, καθώς και γ) να προσκομίζει κάθε άλλο αποδεικτικό στοιχείο που κρίνει αναγκαίο για την απόδειξη της ανεπανόρθωτης βλάβης που δικαιολογεί τη χορήγηση αναστολής.
Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα
Δικηγόρος
info@efotopoulou.gr