Χρόνος άσκησης δικαστικής αναγνώρισης και προσβολής πατρότητας – Απόφαση του ΕΔΔΑ διαπιστώνει παραβίαση της ΕΣΔΑ λόγω ύπαρξης άκαμπτων προθεσμιών
Στην περίπτωση της δικαστικής αναγνώρισης, σύμφωνα με το άρθρο 1483 ΑΚ, το δικαίωμα της μητέρας να ζητήσει την αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου της αποσβήνεται όταν περάσουν πέντε χρόνια από τον τοκετό.
Το δικαίωμα του τέκνου αποσβήνεται, ένα έτος μετά την ενηλικίωσή του, και το δικαίωμα του πατέρα ή των γονέων του δύο έτη αφότου αρνήθηκε τη συναίνεσή της η μητέρα.
Ο νόμος δίνει το δικαίωμα σε μία σειρά δικαιούχων να ζητήσουν τη δικαστική αναγνώριση εντός συγκεκριμένου χρόνου, όπως κάνει και στην περίπτωση προσβολής πατρότητας (ΑΚ 1469 επ.), όπου, μεταξύ άλλων, ο σύζυγος δικαιούται να την προσβάλει μέσα σε ένα έτος αφότου πληροφορήθηκε τον τοκετό και τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι η σύλληψη του τέκνου δεν έγινε από αυτόν, και σε κάθε περίπτωση, όταν περάσουν πέντε έτη από τον τοκετό, ενώ ο πατέρας και η μητέρα του συζύγου, μέσα σε ένα έτος αφότου έμαθαν το θάνατο του τελευταίου και τη γέννηση του τέκνου, υπό την προϋπόθεση ότι ο υιός τους δεν είχε χάσει το δικαίωμα της προσβολής (συνδυασμός άρθρων 1469 και 1470 ΑΚ).
Δικαιολογητικός λόγος όλων των χρονικών διαστημάτων για την άσκηση του δικαιώματος που τίθενται είναι η επιθυμία να διασφαλιστούν η νομική βεβαιότητα και η τελεσιδικία στις οικογενειακές υποθέσεις, οι οποίες δεν πρέπει να εκκρεμούν μετέωρες, ανά πάσα στιγμή δυνάμενες να αλλάξουν. Επίσης, οι διατάξεις αυτές χρησιμεύουν στο να αποτραπεί αδικία που πιθανόν να προκύψει σε περίπτωση που τα δικαστήρια θα πρέπει να αποφασίσουν για γεγονότα που έλαβαν χώρα στο παρελθόν και τα οποία βασίζονται σε στοιχεία που λόγω παρέλευσης χρόνου θεωρούνται πλέον αναξιόπιστα και ελλιπή. Σημειωτέον δε, ότι καμία προθεσμία στα συγκεκριμένα άρθρα του Αστικού Κώδικα δεν άρχεται από της γνώσεως της ταυτότητας του πατέρα, κάτι που μεταξύ άλλων συμβάλλει στην αποτροπή κατασκευασμένης ημερομηνίας κατά την οποία αποκτάται κατ’ ισχυρισμό γνώση.
Ωστόσο, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ), στην υπόθεση Φοινικαρίδου κατά Κύπρου, με την απόφασή του στις 20/03/2008 απεφάνθη διαφορετικά. Στην υπόθεση αυτή η αιτήτρια διάδικος που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων της ανακάλυψε το όνομα του βιολογικού της πατέρα όταν έγινε 52 ετών, οπότε και ζήτησε δικαστική αναγνώριση πατρότητας, με βασικό επιχείρημα το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κατά το οποίο «1. Παν πρόσωπον δικαιούται εις τον σεβασμόν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. 2. Δεν επιτρέπεται να υπάρξει παρέμβαση δημοσίας αρχής εν της ασκήσει του δικαιώματός του, εκτός εάν η παρέμβαση αυτή προβλέπεται διά του νόμου και αποτελεί μέτρο το οποίον, εις μια δημοκρατική κοινωνία δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημόσιαν ασφάλειαν ή την οικονομικήν ευημερίαν της χώρας, την αποτροπή αναταραχών ή εγκλήματος, δια την προάσπιση της δημοσίας υγείας και ηθικής, για την προάσπιση των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων». Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η γέννηση, και ειδικότερα οι συνθήκες υπό τις οποίες το παιδί γεννιέται, αποτελούν μέρος της υπόστασης του ίδιου το παιδιού, και εν συνεχεία της ιδιωτικής ζωής του ενηλίκου, που προστατεύεται από το άνω άρθρο 8 της Σύμβασης. «Ο σεβασμός προς την ιδιωτική ζωή απαιτεί ότι ο καθένας πρέπει να έχει τη δυνατότητα να προσδιορίσει στοιχεία για την ταυτότητά του, ως μοναδικό ανθρώπινο ον και ότι το ατομικό του δικαίωμα για πρόσβαση σε τέτοιες πληροφορίες είναι θεμελιώδες λόγω των επιπτώσεων στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του/της […]. Αυτό συνεπάγεται τη λήψη πληροφοριών απαραίτητων για την αποκάλυψη της αλήθειας αφορούσας σημαντικές πτυχές της προσωπικής ταυτότητας του ατόμου, όπως και την ταυτότητα των γονέων του […]. Το Δικαστήριο όταν αποφασίζει εάν υπάρχει ή όχι συμμόρφωση με το άρθρο 8 της Σύμβασης, οφείλει να εξετάζει αν στα γεγονότα της υπόθεσης βρέθηκε δίκαιη ισορροπία από την πλευρά του Κράτους μεταξύ ανταγωνιστικών δικαιωμάτων και διακυβευόμενων συμφερόντων. Εκτός από τη στάθμιση των συμφερόντων του ατόμου έναντι του γενικού συμφέροντος, απαιτείται αντισταθμιστική ενάσκηση για τα ανταγωνιστικά ιδιωτικά νόμιμα συμφέροντα. Επ’ αυτού, ας σημειωθεί ότι η έκφραση ‘παν πρόσωπον’ στο άρθρο 8 της Σύμβασης ισχύει και για το τέκνο και για τον υποτιθέμενο πατέρα. Αφενός, οι άνθρωποι έχουν το δικαίωμα να γνωρίζουν τις καταβολές τους, δικαίωμα που πηγάζει από μια διευρυμένη εννοιολογική ερμηνεία του όρου ‘ιδιωτική ζωή’. Τα πρόσωπα στην περίπτωση της αιτήτριας έχουν ένα ζωτικής σημασίας νόμιμο συμφέρον που προστατεύεται από τη Σύμβαση, και που αφορά στη λήψη των απαραίτητων πληροφοριών προκειμένου να αποκαλύψουν την αλήθεια για μια κεφαλαιώδους σημασίας πτυχή της προσωπικής τους ταυτότητας και να εξαλείψουν οποιαδήποτε αβεβαιότητα γι’ αυτό το θέμα. Αφετέρου, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, το νόμιμο συμφέρον ενός θεωρούμενου πατέρα για να προστατευθεί από παρωχημένα αιτήματα σχετικά με γεγονότα που ανάγονται σε πολλά έτη πριν, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Τέλος, εκτός από την εν λόγω σύγκρουση συμφερόντων, άλλα συμφέροντα είναι δυνατόν να προκύψουν, όπως συμφέροντα τρίτων, και συγκεκριμένα αυτά της οικογένειας του θεωρούμενου πατέρα.
Εφαρμόζοντας την ‘αντισταθμιστική εκτίμηση συμφερόντων’ στην εξέταση των υποθέσεων σχετικά με τους περιορισμούς στον καθορισμό αξίωσης πατρότητας, το Δικαστήριο έχει λάβει υπόψη του διάφορες παραμέτρους. Επί παραδείγματι, το ιδιαίτερο σημείο που αφορά στη χρονική στιγμή όπου ο αιτητής ενημερώνεται για τη βιολογική του ταυτότητα είναι σχετικό, δηλ. το Δικαστήριο θα εξετάσει εάν οι περιστάσεις που τεκμηριώνουν το ιδιαίτερο αίτημα πατρότητας συμπίπτουν στην πριν από ή μετά τη λήξη της ισχύουσας προθεσμίας χρονική στιγμή. Επιπλέον, το Δικαστήριο διερευνά εάν υπάρχουν ή όχι εναλλακτικά επανορθωτικά μέσα, σε περίπτωση που η διαδικασία για αναγνώριση πατρότητας θεωρείται εκπρόθεσμη. Αυτό θα μπορούσε να περιλαμβάνει λόγου χάριν τη διαθεσιμότητα αποτελεσματικών εσωτερικών θεραπευτικών μέσων προκειμένου να καταστεί δυνατή η ανανέωση της προθεσμίας ή εξαιρέσεις στην εφαρμογή ορισμένη προθεσμίας σε περιπτώσεις όπου το πρόσωπο ενημερώνεται για τη βιολογική του ταυτότητα ύστερα από τη λήξη της προθεσμίας. […]
Μια συγκριτική εξέταση της νομοθεσίας των Συμβαλλομένων Κρατών για τη θέσπιση διαδικασιών που αφορούν τη δικαστική αναγνώριση πατρότητας μαρτυρεί ότι δεν υπάρχουν ομοιόμορφες προσεγγίσεις σε αυτόν τον τομέα. Αντιθέτως, σχετικά με τις διαδικασίες που ακολουθούνται από τους πατέρες για την αναγνώριση ή άρνηση πατρότητας, σημαντικός αριθμός κρατών δεν θέτουν περίοδο περιορισμού προς τα παιδιά για να υποβάλουν αίτηση με στόχο την αναγνώριση πατρότητας. Πράγματι, μπορούμε να διαπιστώσουμε μια τάση προς μεγαλύτερη προστασία του δικαιώματος του τέκνου να ορίζει την πατρική του συγγένεια.
Στα κράτη όπου υφίσταται περίοδος περιορισμού για τέτοιες διαδικασίες, το μέγεθος των ισχυουσών περιόδων ποικίλλει σημαντικά. Συγκεκριμένα, η προθεσμία κυμαίνεται από ένα μέχρι και τριάντα έτη. Επιπλέον, αν και υπάρχει διαφορά στη χρονική αφετηρία (dies a quo) των προθεσμιών, στα περισσότερα κράτη η σχετική περίοδος υπολογίζεται είτε από την ενηλικίωση του τέκνου, τον τοκετό, είτε από την ύπαρξης μιας τελικής απόφασης αρνούμενης την πατρότητα, ανεξάρτητα από την επίγνωση που έχει το τέκνο των γεγονότων σχετιζομένων με την πατρική συγγένεια, χωρίς προβλεπόμενες εξαιρέσεις. Μόνο ένας μικρός αριθμός νομικών συστημάτων φαίνεται να δίνει λύσεις στο πρόβλημα που προκύπτει όταν οι σχετικές περιστάσεις γίνονται μόνο γνωστές μετά τη λήξη προθεσμίας, για παράδειγμα, προβλέποντας τη δυνατότητα προσφυγής μετά τη λήξη της προθεσμίας, σε περίπτωση που υπάρχει υλική ή ηθική αδυναμία να καταχωρηθεί η αίτηση εντός της προβλεπόμενης χρονικής
περιόδου ή όταν υφίστανται εύλογοι λόγοι για την καθυστέρηση.
Στην παρούσα υπόθεση η αιτήτρια ισχυρίστηκε ενώπιον των εσωτερικών δικαστηρίων ότι δεν γνώριζε ποιος ήταν ο βιολογικός της πατέρας, μέχρι το θάνατο της μητέρας της το 1997, όταν δηλαδή είχε ήδη λήξει η νομική προθεσμία. Αυτό δεν έχει συζητηθεί από την Κυβέρνηση που υποστήριξε ότι η αιτήτρια απέτυχε να λάβει μέτρα που θα της επέτρεπαν να ανακαλύψει την πατρική της ταυτότητα, εντός του προβλεπόμενου χρονικού διαστήματος, πριν από την παραγραφή του δικαιώματός της.
Το Δικαστήριο σημειώνει ότι οι διατάξεις του Περί Τέκνων Νόμου προασπίζονται επαρκώς τα νόμιμα συμφέροντα του τέκνου που μαθαίνει για την ταυτότητα του πατέρα του, εντός της προβλεπόμενης δια του Νόμου περιόδου.
Εντούτοις, δεν προβλέπουν για περιπτώσεις όπως αυτή της αιτήτριας, όπου τα τέκνα ενημερώνονται για τα γεγονότα σχετικά με την πατρότητά τους, μόνο μετά την παρέλευση της τρίχρονης προθεσμίας.
Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει δυσκολίες στο να αποδεχτεί τις άκαμπτες προθεσμίες με χρονική αφετηρία ανεξάρτητη από το πότε το τέκνο έλαβε γνώση των συνθηκών σχετικών με την ταυτότητα του πατέρα του, και χωρίς προβλεπόμενες εξαιρέσεις στην εφαρμογή της εν λόγου περιόδου. Το κύριο πρόβλημα επομένως έγκειται στην άκαμπτη φύση της προθεσμίας, παρά στη χρονική αφετηρία (dies a quo) όπως έχει.
Ενόψει του ότι στην παρούσα υπόθεση ο θεωρούμενος πατέρας αρνήθηκε την πατρότητα, η προσφυγή ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου ήταν η μόνη οδός μέσω της οποίας η αιτήτρια είχε τη δυνατότητα να εξακριβώσει εάν ο τελευταίος ήταν ή όχι ο βιολογικός πατέρας της. Αποτέλεσμα της άκαμπτης αυτής προθεσμίας, όπως υποστηρίζεται από το Ανώτατο Δικαστήριο, ήταν ότι η αιτήτρια δεν είχε τη δυνατότητα να προσδιορίσει την πατρότητά της δικαστικά. Στερήθηκε του δικαιώματος, παρόλο που η κατάσταση στην οποία βρισκόταν δεν της επέτρεπε να προσφύγει ενώπιον του δικαστηρίου νωρίτερα.
Σύμφωνα με το Δικαστήριο, θα έπρεπε να γίνεται διαχωρισμός μεταξύ υποθέσεων κατά τις οποίες ο αιτητής δεν έχει καμία ευκαιρία να λάβει γνώση των γεγονότων και, τις υποθέσεις όπου ο αιτητής είναι βέβαιος ή έχει λόγους για να υποθέσει ποιος είναι ο πατέρας του, αλλά για λόγους άλλους που δεν συνδέονται με τη νομοθεσία, δεν προβαίνει σε δικαστικές διαδικασίες εντός της νομικής προθεσμίας. […]
Καθίσταται σαφές από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου πως το γενικό συμφέρον, καθώς επίσης και τα ανταγωνιστικά δικαιώματα και συμφέροντα και του θεωρούμενου πατέρα και της οικογένειάς του, έτυχαν μεγαλύτερης προσοχής από το δικαίωμα της αιτήτριας να εξακριβώσει την καταγωγή της.
Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι ένας τέτοιος ακραίος περιορισμός του δικαιώματος της αιτήτριας να ορίσει τη διαδικασία για δικαστικό προσδιορισμό της πατρότητάς της ήταν ανάλογος με το ζητούμενο νόμιμο στόχο. Ειδικότερα, δεν έχει καταστεί φανερό πώς το γενικό συμφέρον για την προστασία της νομικής βεβαιότητας των οικογενειακών σχέσεων και του συμφέροντος του θεωρούμενου πατέρα και της οικογένειάς του υπερισχύει σε αξία του δικαιώματος της αιτήτριας να έχει έστω και μια ευκαιρία να ζητήσει δικαστική αναγνώριση πατρότητας. Επ’ αυτού το Δικαστήριο τονίζει εκ νέου ότι η Σύμβαση έχει ως σκοπό την προάσπιση μόνο πραγματικών δικαιωμάτων και όχι δικαιωμάτων που να είναι πλασματικά ή θεωρητικά.
Ως εκ τούτου, ακόμη και να λάβει υπόψη το περιθώριο εκτίμησης που αφήνεται στο Κράτος, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η εφαρμογή άκαμπτων προθεσμιών για διαδικασίες πατρότητας, ανεξάρτητα από τις περιστάσεις μιας μεμονωμένης υπόθεσης, και ιδιαίτερα, ανεξάρτητα από την επίγνωση των γεγονότων σχετικών με την πατρότητα, βλάπτει την ουσία αυτήν καθ’ εαυτή του δικαιώματος για σεβασμό της ιδιωτικής ζωής του ατόμου, όπως ορίζεται από το Άρθρο 8 της Σύμβασης.
Ενόψει των προαναφερθέντων και ειδικότερα λαμβάνοντας υπόψη το απόλυτο της προθεσμίας, το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν έχει εξευρεθεί δίκαιη μέση λύση μεταξύ των εμπλεκομένων συμφερόντων και, επομένως, η παρέμβαση στο δικαίωμα της αιτήτριας για σεβασμό της ιδιωτικής της ζωής δεν ήταν ανάλογη με τους επιδιωκόμενους νόμιμους στόχους.
Συνεπώς, το Δικαστήριο διαπιστώνει παραβίαση του Άρθρου 8».
Βλέπουμε επομένως, ότι οι διατάξεις περί συγκεκριμένων χρόνων στον Αστικό Κώδικα σχετικά με τη δικαστική αναγνώριση τέκνου και κατ’ αναλογία και την προσβολή πατρότητας θα έπρεπε κατά περίπτωση να κάμπτονται όταν πραγματικά δεν υπήρχε γνώση της ταυτότητας του πατέρα, ούτε ήταν δυνατόν να υπάρχει. Βέβαια, το ανωτέρω παρατεθέν δεδικασμένο του ΕΔΔΑ δεν θα έπρεπε επ’ ουδενί να αποτελέσει αφορμή για διαφόρων ειδών προφάσεις με στόχο τη «μετάθεση» της γνώσης σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο που εξυπηρετούν την κωλυσιεργία ή καθυστέρηση του κάθε διαδίκου να συμμορφωθεί στον τασσόμενο από το νόμο κάθε φορά χρόνο.
Ευγενία Φωτοπούλου
info@efotopoulou.gr