Διαδικασία διόρθωσης του καταχωρισμένου φύλου σύμφωνα με το Ν. 4491/2017 (ΕιρΦλωριν 3/2018)
Το Ειρηνοδικείο Φλώρινας κλήθηκε να κρίνει επί αιτήσεως, δια της οποίας η αιτούσα, επικαλούμενη ασυμφωνία μεταξύ του εσωτερικού και προσωπικού τρόπου με τον οποίο η ίδια βίωνε το φύλο της και του νομικά καταχωρισμένου κατά τη γέννησή της φύλου της, ζητούσε τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου της, του κυρίου ονόματος και του επιθέτου της, ώστε το φύλο της να αντιστοιχεί στη βούληση, στην προσωπική αίσθηση του σώματος και στην εξωτερική της εικόνα που προσιδίαζαν σε αυτά άρρενος ατόμου. Με την υπ’ αριθμ. 3/2018 απόφασή του, το ως άνω επιληφθέν Δικαστήριο έκανε δεκτή την αίτηση κατ’ εφαρμογή των προβλεπομένων στο νέο Ν. 4491/2017, διαλαμβάνοντας τα κάτωθι ενδιαφέροντα για τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία διόρθωσης του καταχωρισμένου φύλου[1]:
«1. – Σύμφωνα με τα άρθρα 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7 του Ν. 4491/2017 με τίτλο «Νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου – Εθνικός Μηχανισμός Εκπόνησης, Παρακολούθησης και Αξιολόγησης των Σχεδίων Δράσης για τα Δικαιώματα του Παιδιού και άλλες διατάξεις: «Άρθρο 1 ΜΕΡΟΣ Α΄ “Δικαιώματα του προσώπου με βάση την ταυτότητα και τα χαρακτηριστικά φύλου’’ 1. Το πρόσωπο έχει δικαίωμα στην αναγνώριση της ταυτότητας φύλου του ως στοιχείου της προσωπικότητάς του, 2. Το πρόσωπο έχει δικαίωμα στο σεβασμό της προσωπικότητάς του με βάση τα χαρακτηριστικά φύλου του. Άρθρο 2 “Ορισμοί” 1. Ως ταυτότητα φύλου νοείται ο εσωτερικός και προσωπικός τρόπος με τον οποίο το ίδιο το πρόσωπο βιώνει το φύλο του, ανεξάρτητα από το φύλο που καταχωρίστηκε κατά τη γέννησή του με βάση τα βιολογικά του χαρακτηριστικά. Η ταυτότητα φύλου περιλαμβάνει την προσωπική αίσθηση του σώματος, καθώς και την κοινωνική και εξωτερική έκφραση του φύλου, τα οποία αντιστοιχούν στη βούληση του προσώπου. Η προσωπική αίσθηση του σώματος μπορεί να συνδέεται και με αλλαγές που οφείλονται σε ιατρική αγωγή ή άλλες ιατρικές επεμβάσεις που επιλέχθηκαν ελεύθερα. 2. Ως χαρακτηριστικά φύλου νοούνται τα χρωμοσωμικά, γονιδιακά και ανατομικά χαρακτηριστικά του προσώπου, τα οποία συμπεριλαμβάνουν πρωτογενή χαρακτηριστικά, όπως τα αναπαραγωγικά όργανα, και δευτερογενή χαρακτηριστικά, όπως η μυϊκή μάζα, η ανάπτυξη μαστών ή τριχοφυΐας. Άρθρο 3 “Διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου – Προϋποθέσεις” 1. Σε περίπτωση ασυμφωνίας μεταξύ ταυτότητας φύλου και καταχωρισμένου φύλου το πρόσωπο μπορεί να ζητήσει τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου του, ώστε αυτό να αντιστοιχεί στη βούληση, στην προσωπική αίσθηση του σώματος και στην εξωτερική του εικόνα. 2. Για τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου απαιτείται πλήρης δικαιοπρακτική ικανότητα, με εξαίρεση τους ανήλικους που έχουν συμπληρώσει το δέκατο έβδομο (17ο) έτος της ηλικίας τους, εφόσον υπάρχει ρητή συναίνεση των ασκούντων τη γονική τους μέριμνα και τους ανηλίκους που έχουν συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο (15ο) έτος της ηλικίας τους, εφόσον υπάρχει επιπλέον θετική γνωμάτευση διεπιστημονικής Επιτροπής που συστήνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Υγείας για δύο (2) έτη, στην οποία μετέχουν: α) ένας παιδοψυχίατρος, β) ένας ψυχίατρος, γ) ένας ενδοκρινολόγος, δ) ένας παιδοχειρουργός, ε) ένας ψυχολόγος, στ) ένας κοινωνικός λειτουργός και ζ) ένας παιδίατρος, ως Πρόεδρος, άπαντες με εξειδίκευση στο συγκεκριμένο ζήτημα. 3. Προϋπόθεση για τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου είναι το πρόσωπο που αιτείται τη διόρθωση να μην είναι έγγαμο. 4. Για τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου δεν απαιτείται να βεβαιώνεται ότι το πρόσωπο έχει υποβληθεί σε οποιαδήποτε προηγούμενη ιατρική επέμβαση. Δεν απαιτείται επίσης η οποιαδήποτε προηγούμενη εξέταση ή ιατρική αγωγή που σχετίζεται με τη σωματική ή ψυχική του υγεία. Άρθρο 4 ”Διαδικασία” 1. Η διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου γίνεται με δικαστική απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 782 ΚΠολΔ. Στην αίτηση δηλώνονται το επιθυμητό φύλο, το κύριο όνομα που επιλέγεται και το προσαρμοσμένο σχετικά επώνυμο. Στην αίτηση επισυνάπτεται αντίγραφο της ληξιαρχικής πράξης γέννησης του προσώπου. 2. Για τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου απαιτείται αυτοπρόσωπη δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου. Η δήλωση γίνεται σε ιδιαίτερο γραφείο χωρίς δημοσιότητα. Η δικαστική απόφαση καταχωρίζεται στο Ληξιαρχείο που είχε συντάξει τη ληξιαρχική πράξη γέννησης του προσώπου. Η καταχώριση της δικαστικής απόφασης περί διόρθωσης φύλου γίνεται με τρόπο που διασφαλίζει τη μυστικότητα της μεταβολής και της αρχικής ληξιαρχικής πράξης γέννησης έναντι όλων. 3. Με βάση τη νέα ληξιαρχική πράξη, οι υπηρεσίες που είναι αρμόδιες για την έκδοση άλλων εγγράφων στα οποία αναγράφεται η ταυτότητα του προσώπου ή από τα οποία το πρόσωπο εξαρτά δικαιώματα, καθώς και για την καταχώριση σε μητρώα ή καταλόγους, όπως εκλογικούς, έχουν την υποχρέωση να εκδώσουν νέα έγγραφα ή να προβούν σε νέες καταχωρίσεις με διορθωμένο το καταχωρισμένο φύλο, το κύριο όνομα και το επώνυμο του προσώπου. Στη νέα ληξιαρχική πράξη γέννησης, στα νέα έγγραφα και στις νέες καταχωρίσεις δεν επιτρέπεται η αναφορά ότι μεσολάβησε διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου. 4. Η νέα ληξιαρχική πράξη μπορεί στο εξής να αλλάξει μία φορά, με την ίδια διαδικασία και τις ίδιες προϋποθέσεις. Άρθρο 5 ”Συνέπειες της διόρθωσης του καταχωρισμένου φύλου” 1. Από την καταχώρισή της στο Ληξιαρχείο η διόρθωση του φύλου του προσώπου ισχύει έναντι όλων. Δικαιώματα, υποχρεώσεις και κάθε είδους ευθύνη του προσώπου, που δημιουργήθηκαν πριν από τη διόρθωση του φύλου, εξακολουθούν να υφίστανται. Διατηρούνται επίσης οι αριθμοί φορολογικού μητρώου (ΑΦΜ) και μητρώου κοινωνικής ασφάλισης (ΑΜΚΑ). Εντός τριών (3) ημερών από την καταχώριση της μεταβολής στο Ληξιαρχείο σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 344/1976 (A΄ 143), ο Ληξίαρχος υποχρεούται να ενημερώσει την Εισαγγελία Πρωτοδικών του τόπου γέννησης του προσώπου ή το Τμήμα Ποινικού Μητρώου και Απονομής Καρπός του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αν πρόκειται για πρόσωπο γεννημένο στην αλλοδαπή, για τη μεταβολή των ταυτοποιητικών του στοιχείων, προκειμένου να προβούν σε ενημέρωση τυχόν καταχώρισης στο Ποινικό Μητρώο σύμφωνα με το άρθρο 5 του π.δ. 35/2015 (Α΄ 56). 2. Αν το πρόσωπο που διόρθωσε το καταχωρισμένο φύλο του έχει παιδιά, είτε γεννημένα σε γάμο, είτε γεννημένα σε σύμφωνο, είτε γεννημένα χωρίς γάμο των γονέων τους, είτε υιοθετημένα, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του από τη γονική μέριμνα δεν επηρεάζονται. Στη ληξιαρχική πράξη γέννησης των παιδιών δεν επέρχεται καμία μεταβολή λόγω της διόρθωσης του καταχωρισμένου φύλου του γονέα. Άρθρο 6“ Μυστικότητα” 1. Οι υπάλληλοι του Ληξιαρχείου, καθώς και όσοι άλλοι εμπλέκονται επαγγελματικά στη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου ή έλαβαν γνώση της τέλεσής της με την ευκαιρία της άσκησης των καθηκόντων τους, έχουν καθήκον εχεμύθειας. Στη δικαστική απόφαση της παραγράφου 1 του άρθρου 4, στην αρχική ληξιαρχική πράξη γέννησης του προσώπου, καθώς και σε κάθε άλλο στοιχείο ή έγγραφο το οποίο τηρείται στο οικείο ληξιαρχείο ή σε οποιαδήποτε άλλη δημόσια υπηρεσία, από το οποίο προκύπτει η διόρθωση φύλου που μεσολάβησε, έχει πρόσβαση μόνο το ίδιο το πρόσωπο, καθώς και όσοι έχουν ειδική έγγραφη εξουσιοδότηση από αυτό. Πρόσβαση τρίτου στα στοιχεία αυτά επιτρέπεται μόνο εφόσον αυτός αποδεικνύει ειδικό έννομο συμφέρον μη δυνάμενο να ικανοποιηθεί διαφορετικά και κατόπιν άδειας που χορηγείται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2472/1997 (Α΄ 50) για πρόσβαση σε ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα.[..].» Κατά τα ανωτέρω, η αλλαγή της νομικής καταχώρησης φύλου, δεν προϋποθέτει ιατρικές επεμβάσεις στο σώμα του ενδιαφερομένου ατόμου, γεγονός που ήδη γινόταν δεκτό από τη νομολογία, καθώς πρόκειται για μία διαδικασία ιδιαίτερα επίπονη (σωματικά και ψυχικά), που επιπλέον δεν είναι οικονομικά προσιτή, στο μέτρο που η επέμβαση δεν καλύπτεται από κρατικούς φορείς ασφάλισης. Κυρίως όμως περιλαμβάνει τον ιδιαίτερα προσβλητικό ακρωτηριασμό του προσώπου. Ο ακρωτηριασμός έχει ρητά καταδικαστεί από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ο οποίος καλεί τα κράτη-μέλη «να διασφαλίσουν ότι η στείρωση ή άλλες ιατρικές διαδικασίες που οδηγούν σ’ αυτήν δεν πρέπει να είναι προαπαιτούμενα για τη νομική αναγνώριση του επιθυμητού φύλου». Επίσης, σύμφωνα με ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου «τα κράτη-μέλη πρέπει να θεσπίσουν ή να επανεξετάσουν τις διαδικασίες νομικής αναγνώρισης του φύλου με στόχο τον πλήρη σεβασμό του δικαιώματος των διεμφυλικών ατόμων στην αξιοπρέπεια και τη σωματική ακεραιότητα», ενώ ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, στην από 1ης Φεβρουαρίου 2013 Έκθεση του Ειδικού Εισηγητή του ΟΗΕ για τα βασανιστήρια και κάθε άλλη βάναυση, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, επισημαίνει ότι η προϋπόθεση της στείρωσης ως προαπαιτούμενο για την αναγνώριση των διεμφυλικών ανθρώπων συνιστά βασανιστήριο. Ακόμη, η διαδικασία της διόρθωσης του καταχωρισμένου φύλου με το προαπαιτούμενο της υποχρεωτικής στείρωσης έρχεται σε αντίθεση με το Σύνταγμα (άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 παρ. 1), καθώς και με το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), σύμφωνα με το οποίο «καθένας έχει δικαίωμα στο σεβασμό της προσωπικής και οικογενειακής του ζωής». Επιπλέον έρχεται σε αντίθεση με τα άρθρα 2 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κατοχυρώνουν την ισότητα και την απαγόρευση των διακρίσεων, με την έννοια ότι μια κατάσταση, όπως η «δυσφορία γένους», δεν πρέπει να επιβαρύνει υπερβολικά τον ενδιαφερόμενο, προκειμένου αυτός να εξασφαλίσει τη μεταχείριση που ζητά από την πολιτεία (στην ίδια κατεύθυνση και οι ΕιρΑθ 572/2017, ΕιρΑθ 604/2017, ΕιρΘεσ 281/2017, ΕιρΑθ 418/2016, ΕιρΘεσ 1479/2016). Τη νομολογία αυτή επιβεβαίωσε και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση Υπόθεση Α.Ρ. Garpon και Nicot κατά Γαλλίας (αρ. προσφυγών 79885/12, 52471/13 καί 52596/13, για το ίδιο θέμα βλ. επίσης και Λίνα Παπαδοπούλου, Η συνταγματική θεμελίωση του δικαιώματος στην εναρμόνιση ψυχοκοινωνικού και νομικού φύλου, Αναγνώριση της ταυτότητας φύλου ενόψει του σχεδίου νόμου της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής του Υπυργείου Δικαιοσύνης, σελ. 37 επ.). Ως βασική ουσιαστική προϋπόθεση της διόρθωσης του καταχωρισμένου φύλου, τίθεται α. η «ασυμφωνία μεταξύ της ταυτότητας φύλου και καταχωρισμένου φύλου» Τίθενται περαιτέρω δύο θετικές προϋποθέσεις και μία αρνητική: β. Η πλήρης δικαιοπρακτική ικανότητα, γ. η αγαμία και δ. να μην έχει διορθωθεί το καταχωρισμένο φύλο ήδη δυο φορές. Δεν απαιτείται η πρώτη προϋπόθεση να τεκμηριώνεται-αποδεικνύεται με οποιονδήποτε τρόπο. Δεν απαιτείται δηλαδή το πρόσωπο να επικαλεστεί και να προσκομίζει καταχωρισμένο φύλο/ ταυτότητα του φύλου του, γιατί αυτό θα ήταν αντίθετο προς το γενικό πνεύμα του νομοθετήματος, όσο και στη προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και του ιδιωτικού βίου. Για τους ίδιους λόγους δεν θα πρέπει το δικαστήριο να εξετάζει τη δικαιοπρακτική ικανότητα ενός ενηλίκου προσώπου παρά μόνον αν υπάρχουν ειδικοί λόγοι προς αυτό. Κατά τεκμήριο δηλαδή όπως σε όλα τις δικαιοπρακτικές δηλώσεις ένα ενήλικο πρόσωπο που δεν έχει τεθεί υπό δικαστική συμπαράσταση είναι πλήρως ικανό για δικαιοπραξία (εκτός αν προκύπτει ότι βρίσκεται σε μία από τις καταστάσεις της ΑΚ 131) και δεν πρέπει φυσικά το στοιχείο αυτό να τίθεται εν αμφιβόλω, για μόνο το λόγο ότι το πρόσωπο ζητεί τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου του (βλ. Φουντεδάκη Κ., το Σχέδιο Νόμου της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής του υπουργείου Δικαιοσύνης για την αναγνώριση της ταυτότητας φύλου, Αναγνώριση της Ταυτότητας φύλου ενόψει του σχεδίου νόμου της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής του Υπουργείου Δικαιοσύνης, σελ. 58 επ.). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του αρ. 782 ΚΠολΔ, αρμόδιο δικαστήριο είναι το Ειρηνοδικείο της περιφέρειας του ληξιάρχου που θα συντάξει τη σχετική πράξη, όπως όμως γίνεται δεκτό η δωσιδικία του αρ. 782 δεν είναι αποκλειστική. Αν το γεγονός συντελέσθηκε στο εξωτερικό, αρμόδιο κατά τόπον είναι κατ’ αρχήν το Ειρηνοδικείο Αθηνών (βλ. ΜονΠρΦλωρ 32/1969, Αρμ 1968. 313). Σύμφωνα πάντως με τον μη αποκλειστικό χαρακτήρα της θεσπιζόμενης δωσιδικίας (ανωτ. Αριθ. 9) δεν αποκλείεται η υποβολή της αιτήσεως και στο δικαστήριο της κατοικίας του αιτούντος ή στο δικαστήριο που βρίσκονται τα αποδεικτικά μέσα (κρ. Γν.: ΕιρΘες 281/2017, αδημ. ΕφΠατρ 335/1973, ΝοΒ 1974.389, Μον Πρ Φλώρ 32/1969, ανωτ. ΜονΠρΒολ 208/1986, ΕλλΔνη 1986.1500,1501, έτσι και Αρβανιτάκης σε Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, υπό το άρθρο 782, τ.ΙΙ, σελ. 1544.). Στη συγκεκριμένη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση, η αιτούσα, με την επίκληση άμεσου έννομου συμφέροντος, ζητεί, τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου της, του κυρίου ονόματος και του επιθέτου αυτής, λόγω ασυμφωνίας μεταξύ ταυτότητας φύλου και καταχωρισμένου φύλου αυτής, ώστε αυτό (το φύλο) να αντιστοιχεί στη βούληση, στην προσωπική αίσθηση του σώματος και στην εξωτερική της εικόνα, με σκοπό να διορθωθεί η υπ’ αριθμ. … ληξιαρχική πράξη γέννησής της που συντάχθηκε από τη Ληξίαρχο του Ειδικού Ληξιαρχείου Αθηνών και καταχωρήθηκε στα βιβλία του Ληξιαρχείου στον τόμο …., έτους …….. Με τέτοιο περιεχόμενο και αιτήματα, η κρινόμενη αίτηση αρμόδια καθ’ ύλην και κατά τόπον εισάγεται για να συζητηθεί στο παρόν Δικαστήριο κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739, 740 παρ. 1 και 782 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. όπως έχουν αντικατασταθεί με το άρθρο έκτο του άρθρου 1 Ν.4335/2015, ΦΕΚ A 87 και με τη παρ.1 άρθρου 117 Ν.4446/2016, ΦΕΚ A 240/22.12.2016, όπως ισχύουν κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αίτησης), δεδομένου ότι η κατοικία της αιτούσας βρίσκεται στη Φλώρινα και η μετάβασή της στην Αθήνα συνεπάγεται δυσανάλογα έξοδα μετακίνησης, στα οποία δεν δύναται να προβεί, σύμφωνα άλλωστε με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε. Είναι νόμιμη, στηριζόμενη, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 του Συντάγματος (δικαίωμα ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας), αρ. 8 ΕΣΔΑ (αναφαίρετο δικαίωμα επαναπροσδιορισμού, ή ορθότερα νομικής επιβεβαίωσης του φύλου και αλλαγής της νομικής καταχώρισης αυτού), άρθρα 3 και 4 Ν. ν. 4491/2017 με τίτλο «Νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου κτλ»,13 παρ. 1 Ν. 344/1976 “περί ληξιαρχικών πράξεων” και 782 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν, δεδομένου ότι έχει τηρηθεί η προδικασία που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 748 παρ. 2 (βλ. την με αρ. …………………….. έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Φλώρινας προς τον κ. Εισαγγελέα Πρωτοδικών Φλώρινας, με κλήση να παραστεί κατά την δικάσιμο της 8ης Ιανουαρίου 2018).
2. – Από τη χωρίς όρκο κατάθεση της αιτούσας που δόθηκε στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα πρακτικά, τα έγγραφα που μετ’ επικλήσεως προσκομίζει η αιτούσα και από τις κατατεθείσες προτάσεις της, αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Η αιτούσα γεννήθηκε στις 23.12.1989 στο …………………….. της Γερμανίας και συντάχθηκε από τη ληξίαρχο ……………….. η με αριθμό …. (τόμος ……….., έτος ….) ληξιαρχική πράξη γέννησης, η οποία στη θέση του φύλου αυτής αναγράφει “θήλυ ”, στη θέση του κυρίου ονόματος της «……» και του επωνύμου της «……………….» (βλ. την προσκομιζόμενη σε ακριβές αντίγραφο ληξιαρχική πράξη γέννησης). Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι όπως προκύπτει από την ταυτότητά της αιτούσας το επώνυμό της τονίζεται ορθά στην προπαραλήγουσα και δεν φέρει διαλυτικά. Στη συνέχεια και από μικρή ηλικία η αιτούσα παρουσίασε συμπτώματα διεμφυλικής διαταραχής (θήλεος προς άρρεν). Ο εσωτερικός και προσωπικός τρόπος με τον οποίο η ίδια βιώνει το φύλο της δεν αντιστοιχεί στο φύλο που καταχωρίστηκε κατά τη γέννησή της με βάση τα βιολογικά της χαρακτηριστικά, με συνέπεια να βιώνει «ασυμφωνία γένους» σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε. Ήδη από πολύ μικρή ηλικία, η αιτούσα είχε γνωστοποιήσει στους οικείους της ότι ο τρόπος με τον οποίο βίωνε το φύλο της δεν αντιστοιχούσε με την εμφάνισή της, οι επιλογές της από μικρή ηλικία (ένδυση, υπόδηση, εμφάνιση κλπ) και η προσωπική αίσθηση του σώματός της προσιδίαζε σε άρρεν άτομο. Η αιτούσα υποβλήθηκε επιπρόσθετα, σε αγωγή με τεστοστερόνη. Η κοινωνική και εξωτερική έκφραση του φύλου της, προσιδιάζει σε άρρεν άτομο, ζει δε στο ρόλο του επιθυμητού φύλου στον κοινωνικό της περίγυρο με απόλυτη επιτυχία, όπως η ίδια κατέθεσε. Η αιτούσα, τέλος, δεν είναι έγγαμη και δεν έχει τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση, ενώ αιτείται το πρώτον τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου της στη ληξιαρχική πράξη γέννησής της. Κατ’ ακολουθία πάντων των προαναφερομένων, κρίνεται ότι η αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και στην ουσία της και να αποδοθεί στην αιτούσα το ανδρικό φύλο, ενώ το κύριο όνομά της, καθώς και το επίθετό της θα πρέπει να αποδοθούν στο αρσενικό γένος και ειδικότερα το κύριο όνομά της από το καταχωρισμένο «……» να διορθωθεί σε “………” και το επώνυμό της από το καταχωρισμένο «……………» να διορθωθεί σε «………..». Η νέα κατάσταση, αναφορικά με το φύλο, το κύριο όνομα και το επίθετό της, πρέπει, τέλος, να απεικονίζεται και στα ληξιαρχικά βιβλία».
Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος
[1] Βλ. ΕιρΦλωριν 3/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. Για το Ν. 4491/2017 βλ. και την κριτική προσέγγιση της Κ. Δ. Παντελίδου, Φύλο και έννομες σχέσεις – Κριτικές παρατηρήσεις στο ν. 4491/2017 για τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου, ΝοΒ 2018, σελ. 3 επ..