Αρνητική αγωγή (1108 ΑΚ)
Κατά τις διατάξεις του μεν άρθρου 1000 ΑΚ ο κύριος του πράγματος μπορεί, εφόσον δεν προσκρούει στο νόμο ή σε δικαιώματα τρίτων, να το διαθέτει κατ’ αρέσκειαν και να αποκρούει κάθε ενέργεια άλλου πάνω σ’ αυτό, του δε άρθρου 1108 ΑΚ, αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον[1]. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι η αρνητική αγωγή (η οποία οφείλει το όνομά της στην actio negatoria του β.ρ. δικαίου) ασκείται στην περίπτωση μερικής και όχι ολικής προσβολής της κυριότητας, δηλαδή όταν ο κύριος διαταράσσεται στη νομή του που ασκεί επί του πράγματος, και όχι όταν προσβάλλεται με άλλο τρόπο, όπως με την αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, οπότε προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή κατ’ αυτού που κατέχει το πράγμα. Προϋποθέσεις της αρνητικής αγωγής είναι: α) η κυριότητα του ενάγοντος πάνω στο επίδικο πράγμα, β) η διατάραξη της κυριότητάς του, και γ) το παράνομο της διατάραξης. Πέραν αυτών, δεν απαιτείται υπαιτιότητα του διαταράσσοντος, ούτε αντιποίηση από αυτόν δικαιώματος πάνω στο πράγμα. Διατάραξη της κυριότητας αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας, δηλαδή όταν ο εναγόμενος ενεργεί στο πράγμα πράξεις, τις οποίες μόνο ο κύριος δικαιούται κατά τα άρθρα 999 και 1000 ΑΚ να ενεργήσει ή όταν εμποδίζει τον κύριο να τις ενεργήσει στο δικό του πράγμα, η δε διατάραξη αυτή έχει ως συνέπεια τη μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση ορισμένων μόνο εξουσιών από την κυριότητα επί του πράγματος[2]. Ειδικότερα, θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, ενώ αρνητικά με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει – αν και οφείλει – στην επιβαλλομένη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης (όπως συμβαίνει λ.χ. όταν αυτός παραλείπει να άρει διαταρακτικό κατασκεύασμα ή αντικείμενο που συνεπάγεται διαρκή και εξακολουθητική παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του). Αν και η διάταξη του άρθρου 1108 ΑΚ δεν το ορίζει ρητά, η διατάραξη της κυριότητας πρέπει να είναι παράνομη, ήτοι να μη δικαιολογείται από δικαίωμα του προσβολέα. Τούτο συνάγεται, έμμεσα αλλά σαφώς, αφενός από την 1108 παρ. 2 ΑΚ, κατά την οποία η αρνητική αγωγή δεν παρέχεται «αν εκείνος που έκανε την προσβολή ενέργησε δυνάμει δικαιώματος», και αφετέρου από τη διατύπωση της 1003 ΑΚ, εκ της οποίας προκύπτει ότι κάθε άλλη επενέργεια που υπερβαίνει τα καθοριζόμενα από τη διάταξη όρια είναι παράνομη. Οι συνηθέστερες περιπτώσεις μη συνδρομής παρανόμου της διαταράξεως και, συνακόλουθα, υποχρέωσης του κυρίου προς ανοχή, είναι αυτές του γειτονικού δικαίου, του ΓΟΚ και της ύπαρξης δουλείας. Παράνομη, ωστόσο, είναι η διατάραξη και όταν η πράξη ή η παράλειψη, από την οποία προέρχεται, συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος με την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ.
Αφ’ ης στιγμής η εξουσία του κυρίου δε διαφέρει κατ’ έκταση από την εξουσία του νομέα, κάθε πράξη που αποτελεί διατάραξη της νομής είναι συγχρόνως και διατάραξη της κυριότητας, δηλαδή αποτελεί επέμβαση στην κυριότητα, η οποία δικαιολογεί την έγερση της αρνητικής αγωγής, με αίτημα την άρση της προσβολής (εκτελούμενη κατά τον τρόπο που ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 945-946 ΚΠολΔ) ή την παράλειψη της προσβολής (διατάραξης) στο μέλλον (εκτελούμενη κατά τον τρόπο που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 947 ΚΠολΔ), ή και τα δύο μαζί. Ενάγων στην αρνητική αγωγή δύναται να είναι ο κύριος, ο συγκύριος (1116 ΑΚ), ο επικαρπωτής (1173 ΑΚ) προς προστασία της επικαρπίας, και ο ενεχυρούχος δανειστής (1236 ΑΚ) προς προστασία του ενεχύρου. Εναγόμενος στην αρνητική αγωγή είναι καθένας που με πράξη ή παράλειψή του επηρεάζει την άσκηση της κυριότητας του ενάγοντος[3]. Είναι αδιάφορο αν είναι κύριος, νομέας ή κάτοχος του ακινήτου από το οποίο προήλθε η διατάραξη, ή αν αντιποιείται οποιοδήποτε εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα[4]. Επίσης, εναγόμενος μπορεί να είναι και εκείνος που, χωρίς να αντιποιείται δικαίωμα, από τη βούλησή του εξαρτάται, έστω και έμμεσα, η διατήρηση της βλαπτικής κατάστασης (κύριος, εκμισθωτής μη κύριος, μισθωτής) [5]. Δεν αποκλείεται περαιτέρω αξίωση αποζημίωσης κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες[6], αν συντρέχει και υπαιτιότητα του προκαλούντος τη διατάραξη εναγομένου και ζημία του ενάγοντος[7]. Επίσης, προϋπόθεση της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και του επιζήμιου αποτελέσματος, η οποία συνάφεια υφίσταται όταν η εν λόγω συμπεριφορά ήταν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ικανή να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, και επέφερε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση. Σε περίπτωση, δε, που έχει επέλθει και μη περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης[8].
Ο κύριος του ακινήτου, εκτός από την άρση της διατάραξης και την παράλειψη αυτής στο μέλλον, με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης κατά του εναγομένου που διαταράσσει την κυριότητά του, δύναται να απαιτήσει και την αναγνώριση της κυριότητάς του (άρθρο 70 ΚΠολΔ), εάν αυτή αμφισβητείται από τον εναγόμενο που προβάλλει ότι είναι αποκλειστικός κύριος του επίδικου ακινήτου, οπότε η αγωγή του έχει χαρακτήρα αρνητικής αγωγής κυριότητας του άρθρου 1108 ΑΚ, στην οποία έχει σωρευτεί παραδεκτά και αναγνωριστική αγωγή του δικαιώματος της κυριότητας[9]. Ακόμη, σημειωτέον ότι η διεκδικητική και αρνητική αγωγή δεν μπορούν να σωρευθούν στο ίδιο δικόγραφο, διότι αντιφάσκουν μεταξύ τους (άρθρο 218 ΚΠολΔ), εφόσον η πρώτη προϋποθέτει καθολική προσβολή της κυριότητας, ενώ η δεύτερη μερική[10]. Αν γίνει τέτοια σώρευση διεκδικητικής και αρνητικής αγωγής, κατά μία άποψη διατάσσεται ο χωρισμός σύμφωνα με το άρθρο 218 παρ. 2 του ΚΠολΔ[11], ενώ, κατ’ άλλη άποψη, αν με το αγωγικό δικόγραφο γίνεται επίκληση ολικής παράνομης κατακρατήσεως του ακινήτου (ή τμήματός του) εκ μέρους του εναγομένου και σωρεύεται η διεκδικητική της κυριότητας αγωγή με την αρνητική τοιαύτη, που αφορά στο ίδιο ακίνητο (ή στο ίδιο τμήμα αυτού), η τελευταία τυγχάνει μη νόμιμη[12]. Κατ’ εξαίρεση, είναι δυνατή η σώρευση των δύο αγωγών, αν εκάστη εξ αυτών αφορά συγκεκριμένο και διαφορετικό τμήμα του αυτού ακινήτου[13]. Βέβαια, υποστηρίζεται και η άποψη ότι είναι δυνατή η σώρευση των δύο αυτών αγωγών και στην περίπτωση κατά την οποία στο ακίνητο που διεκδικείται και του οποίου ζητείται η απόδοση, ο ενάγων με τη σωρευόμενη αρνητική αγωγή ζητεί την κατεδάφιση κτίσματος αυτού[14].
Για να είναι πλήρης και ορισμένη η αρνητική αγωγή, κατά τα άρθρα 118 περ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1108 ΑΚ, πρέπει, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν κυριότητα του ενάγοντος, β) ακριβή περιγραφή του επίδικου αντικειμένου[15], γ) διατάραξη της κυριότητας, δ) η διατάραξη να είναι παράνομη και ε) ορισμένο αίτημα άρσης της προσβολής (διαταράξεως) και παράλειψής της στο μέλλον[16]. Ως προς τον καθορισμό του τρόπου κτήσεως της κυριότητας από τον ενάγοντα, εάν η αγωγή στηρίζεται σε πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας (π.χ. τακτική ή έκτακτη χρησικτησία), ο ενάγων πρέπει να εκθέσει στην αγωγή του τη συνδρομή των όρων της πρωτότυπης κτήσης. Εάν στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας με σύμβαση, και το επίδικο αντικείμενο είναι ακίνητο, πρέπει ο ενάγων να περιλάβει στην αγωγή τα απαιτούμενα από τα άρθρα 1033 και 1192 ΑΚ για την κτήση της κυριότητας ακινήτου περιστατικά, δηλαδή να αναφέρει ότι μεταβιβάστηκε σ’ αυτόν η κυριότητα του επίδικου ακινήτου για ορισμένη αιτία με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή και ότι ο άμεσος δικαιοπάροχός του ήταν κύριος του πράγματος που μεταβιβάστηκε. Εάν η αγωγή ερείδεται επί παράγωγου τρόπου κτήσεως της κυριότητας με κληρονομική διαδοχή, ο ενάγων πρέπει να περιλάβει σ’ αυτή τα απαιτούμενα από τα άρθρα 1846, 1193 και 1198 για κτήση της κυριότητας περιστατικά, δηλαδή το γεγονός ότι αποδέχθηκε την κληρονομία και περαιτέρω ότι έχει προβεί σε μεταγραφή αυτής[17]. Εάν ο εναγόμενος αμφισβητήσει, με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης, την κυριότητα του άμεσου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, ο τελευταίος υποχρεούται, κατ’ επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, συμπλήρωση της αγωγής, να καθορίσει τον τρόπο της κτήσης της κυριότητας του άμεσου δικαιοπαρόχου του και, εάν είναι αναγκαίο, και των απώτερων δικαιοπαρόχων του, εωσότου φθάσει σε εκείνον που απέκτησε την κυριότητα με πρωτότυπο τρόπο[18]. Εξ ετέρου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 περ. 4 και 216 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, με ποινή το απαράδεκτο, που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, εκτός των άλλων στοιχείων, και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, που συντελείται με την ευκρινή έκθεση όλων των πραγματικών γεγονότων που κατά νόμο είναι αναγκαία προς στήριξη του αξιούμενου δικαιώματος και δικαιολογούν την άσκηση της αγωγής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Η αναγραφή των πραγματικών περιστατικών είναι απαραίτητη για να μπορέσει τόσο ο εναγόμενος να αμυνθεί αποτελεσματικά, όσο και το δικαστήριο να κρίνει το νόμω βάσιμο της αγωγής και να διατάξει τις επιβαλλόμενες αποδείξεις. Η μη τήρηση των παραπάνω διατάξεων επάγεται την ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής λόγω αοριστίας. Ειδικότερα, σε περίπτωση αρνητικής αγωγής[19], ο ενάγων πρέπει να εκθέτει στο δικόγραφό της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, με σαφήνεια τον τρόπο διατάραξης της κυριότητάς του ή παρεμπόδισης του δικαιώματος αυτού, προκειμένου αφενός μεν να είναι δυνατόν στο δικαστήριο να διατάξει τις επιβαλλόμενες αποδείξεις σχετικά με την διατάραξη ή την παρεμπόδιση άσκησης του αντίστοιχου δικαιώματός του, αφετέρου δε στον εναγόμενο να αμυνθεί αποτελεσματικά[20], χωρίς να αρκεί η γενικόλογη αναφορά ότι ο εναγόμενος αμφισβητεί την κυριότητά του, αφού στην περίπτωση αυτή προστατεύεται αρκούντως αποτελεσματικά με την αναγνωριστική αγωγή. Αρνητική αγωγή που δεν περιέχει τα παραπάνω στοιχεία είναι αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα ως απαράδεκτη. Η ως άνω, δε, αοριστία δεν μπορεί να θεραπευθεί με τις έγγραφες προτάσεις, ούτε με παραπομπή στα υπάρχοντα έγγραφα της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων, και ερευνάται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, διότι αναφέρεται στην έλλειψη προδικασίας, η οποία αφορά στη δημόσια τάξη.
Η τοπική αρμοδιότητα για την εκδίκαση της αρνητικής αγωγής ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 29 ΚΠολΔ, ακόμη και αν εναγόμενο είναι το Δημόσιο, ενώ για τα κινητά από τη γενική δωσιδικία του εναγομένου (22 ΚΠολΔ) ή από τις ειδικές δωσιδικίες (27 επ. ΚΠολΔ), εφόσον συντρέχουν οι τιθέμενες προϋποθέσεις. Ακόμη, σύμφωνα με την κρατούσα άποψη[21], καθ’ ύλην αρμόδιο για την εκδίκαση της αρνητικής αγωγής είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο (κατ’ άρθρο 18 ΚΠολΔ),ως εκ του ότι το αντικείμενό της δεν είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, το συμπέρασμα δε αυτό προκύπτει και από το σκοπό της αγωγής αυτής και ιδιαίτερα από το αίτημά της προς άρση της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, το οποίο αποβλέπει στην ομαλή λειτουργία της ίδιας της κυριότητας, χωρίς να ενδιαφέρουν τα αποτελέσματα της προσβολής πάνω στο δικαίωμα ή την υλική του υπόσταση. Κατά την υπ’ αριθμ. 193/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου, «…Θα πρέπει να σημειωθεί ότι υποστηρίζεται η αντίθετη άποψη, κατά την οποία η υλική αρμοδιότητα του δικαστηρίου κρίνεται κατ’ άρθρα 14 παρ. 1 και 2 και 18 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανάλογα με την αξία του αντικειμένου της αρνητικής αγωγής. Κατά τη μία εκδοχή, η αρμοδιότητα προσδιορίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 ΚΠολΔ, δηλαδή με βάση την αξία του προσβαλλόμενου πράγματος (ΕφΑθ 8206/1974 ΝοΒ 23, 195), κατά δε τη δεύτερη ως αξία του αντικειμένου της αρνητικής αγωγής λαμβάνεται το ποσό κατά το οποίο μειώνεται η αξία του πράγματος εξαιτίας της προσβολής (Εφ. Πατρ. 320/1988 Αχαϊκή Νομ. 5, 215). Όμως η μεν πρώτη άποψη παραγνωρίζει τις διαφορές μεταξύ αρνητικής και διεκδικητικής αγωγής και κυρίως ότι η πρώτη δίδεται επί μερικής προσβολής της κυριότητας, ενώ η δεύτερη επί καθολικής και έτσι το αίτημα και ο σκοπός της τελευταίας είναι η απόδοση του αφαιρεθέντος πράγματος στον ενάγοντα κύριο και με βάση την οπωσδήποτε ενδιαφέρουσα αυτόν και κατά κανόνα σημαντική αξία του εν λόγω πράγματός του, η δε δεύτερη δεν λαμβάνει υπόψη της αφενός μεν πως ο καθορισμός του ποσού κατά το οποίο μειώθηκε η αξία του διαταραχθέντος πράγματος θα είναι αυθαίρετος, εφόσον δεν υπάρχει γι’ αυτό αντικειμενικό κριτήριο, αφετέρου δε το αδιέξοδο στο οποίο οδηγεί, στην περίπτωση που η προσβολή δεν έχει καμία αρνητική επίπτωση, στην αξία του πράγματος (ΕφΠειρ. 353/1990 ό.π. με παραπομπές στη θεωρία και λοιπή νομολογία)»[22].
Προσέτι, κατά τη διάταξη του άρθρου 220 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αγωγές, στις οποίες περιλαμβάνονται και αναγνωριστικές ή ανακοπές εμπράγματες, μικτές ή νομής, εκτός από τα ασφαλιστικά μέτρα νομής, οι οποίες αφορούν ακίνητα, εγγράφονται ύστερα από αίτηση του ενάγοντος ή ανακόπτοντος στα βιβλία διεκδικήσεων του γραφείου της περιφέρειας όπου βρίσκεται το ακίνητο μέσα σε τριάντα ημέρες από την κατάθεσή τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτες. Η ρύθμιση της διάταξης αυτής είναι δημόσιας τάξης, διότι αποβλέπει στην ασφάλεια των συναλλαγών, που αποτελεί αγαθό που εξυπηρετεί το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου και όχι ειδικώς προσδιορισμένου τρίτου προσώπου, και αποσκοπεί στην εδραίωση της πίστης και την προστασία των συναλλασσομένων, σε σχέση με το ακίνητο που αφορά η αγωγή, τρίτων, οι οποίοι εφόσον καθίστανται διάδοχοι των διαδίκων στη διάρκεια της δίκης ή μετά το πέρας αυτής δεσμεύονται αυτοδικαίως από το δεδικασμένο και την εκτελεστότητα της απόφασης που εκδίδεται στη δίκη αυτή (άρθρα 325 περ. 2, 919 περ. 1 ΚΠολΔ)[23]. Ενόψει τούτων, η αρνητική αγωγή, αν αφορά ακίνητο, πρέπει να εγγραφεί στο βιβλίο διεκδικήσεων μέσα σε τριάντα μέρες από την κατάθεσή της στο αρμόδιο δικαστήριο, άλλως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη[24]. Περαιτέρω, με το Ν. 2308/1995 άρχισε η υλοποίηση του Εθνικού Κτηματολογίου για τη μετάβαση από το σύστημα της τήρησης βιβλίων μεταγραφών (με σημείο αναφοράς τα πρόσωπα, που έχουν εμπράγματο δικαίωμα) στο σύστημα των κτηματολογικών βιβλίων (με σημείο αναφοράς τα ακίνητα, επί των οποίων υφίστανται εμπράγματα δικαιώματα). Κατά το άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 2664/1998, σε κάθε ακίνητο και κάθε άλλο αυτοτελές ιδιοκτησιακό αντικείμενο αντιστοιχεί ένα κτηματολογικό φύλλο, στο οποίο καταχωρίζονται όλες οι κτηματολογικές εγγραφές, που αφορούν το ιδιοκτησιακό αντικείμενο, μεταξύ άλλων δε, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ίδιου νόμου (περ. ιβ΄), και οι κατά το άρθρο 220 ΚΠολΔ αγωγές και ανακοπές, ενώ η παράλειψη της αμέσως παραπάνω εγγραφής επιφέρει, κατά το άρθρο 12 παρ. 5 Ν. 2664/1998, τις έννομες συνέπειες που προβλέπουν οι διατάξεις του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση την απόρριψης της αγωγής ως απαράδεκτης, κατά το άρθρο 220 ΚΠολΔ)[25]. Τέλος, επισημαίνεται ότι το άρθρο 33 του Ν. 1249/1982 που προέβλεπε την προηγούμενη επίδοση αντιγράφου της αγωγής που αφορά ακίνητο ή εμπράγματο δικαίωμα επί αυτού στον αρμόδιο οικονομικό έφορο καταργήθηκε με το άρθρο 37 του Ν. 2065/1992[26].
Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος
[1] Βλ. από τη θεωρία Απ. Σ. Γεωργιάδη, Εμπράγματο Δίκαιο, Ι, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Εκδοτικός Οίκος Αφοί Π. Σάκκουλα, Αθήνα 1991, σελ. 622 επ., Κ. Α. Παπαδόπουλο, Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου, Αθήνα 1989, σελ. 363 επ., Κ. Α. Παπαδόπουλο, Η αρνητική αγωγή, Νομικαί Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήναι – Κομοτηνή, 1984, Β. Α. Βαθρακοκοίλη, ΕρΝομΑΚ, Ερμηνεία-Νομολογία Αστικού Κώδικα (κατ’ άρθρο), Τόμος Δ΄, Ημίτομος Α΄, Εμπράγματο Δίκαιο, Άρθρα 947-1141, Αθήνα 2007, σελ. 705 επ. (υπό άρθρο 1108).
[2] Βλ. ΑΠ 761/2017, ΑΠ 228/2017, ΜονΠρΛιβ 6/2016, ΕφΔυτΜακ 72/2015, ΑΠ 1105/2014, ΑΠ 1003/2014, ΑΠ 609/2012, ΑΠ 1633/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1062/2006, ΝοΒ 56, σελ. 618, ΑΠ 956/1992, ΕλλΔνη 35, σελ. 1508.
[3] Βλ. ΕφΛαρ 372/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσσ 125/95, Δνη 36, σελ. 888.
[4] Βλ. ΠολΠρΘεσσ 179/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσσ 1036/1999, Αρμ 2002, σελ. 536.
[5] Βλ. ΕφΛαρ 372/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 9378/2001 (αδημ.).
[6] Βλ. ΠολΠρΘεσσ 179/2014, ΠΠΑ 558/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1646/2010, ΧρΙΔ 2011, σελ. 501, ΑΠ 959/2005, ΕλλΔνη 2005, σελ. 1395.
[7] Βλ. ΕφΠατρ 945/2006, ΑχΝομ 2007, σελ. 169.
[8] Βλ. ΑΠ 869/2000, ΕλλΔνη 2001, σελ. 75.
[9] Βλ. ΑΠ 1347/2010, ΑΠ 1633/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[10] Βλ. ΜονΠρΛιβ 6/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 883/2010, ΕλλΔνη 2010, σελ. 1666, ΕφΑθ 5518/2003, ΕλλΔνη 45, σελ. 182, ΕφΑθ 2211/2000, ΕλλΔνη 41, σελ. 796, ΕφΑθ 5563/1997, Αρμ 54, σελ. 1085.
[11] Βλ. ΕφΑθ 9517/1995, ΕλλΔνη 37, σελ. 1611.
[12] Βλ. ΑΠ 1347/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[13] Βλ. ΕφΑθ 5518/2003, ΕλλΔνη 45, σελ. 182, ΕφΑθ 2211/2000, ΕλλΔνη 41, σελ. 796, ΕφΑθ 9517/1995, ΕλλΔνη 37, σελ. 1611.
[14] Βλ. Κ. Παπαδόπουλο, Αγωγές Εμπραγμάτου δικαίου, τόμο Α΄, έκδ. 1989, παρ. 117, σελ. 306, αρ. 4, contra ΜονΠρΛιβ 6/2016, ΑΠ 1347/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[15] Κατά την ΑΠ 100/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ: «Προκειμένου, ειδικότερα, περί αρνητικής αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 1108 ΑΚ στοιχεία, και ακριβής περιγραφή του επίδικου ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και μάλιστα τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Δεν απαιτείται, όμως, για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις και ο καθ’ όρια προσανατολισμός του, ούτε να κατονομάζονται οι ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων. Η ακριβής, εξάλλου, περιγραφή του ακινήτου, η οποία μπορεί να γίνει και με αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα, είναι αναγκαία, γιατί μόνον έτσι θα μπορέσει ο εναγόμενος να αμυνθεί και το δικαστήριο να τάξει τις δέουσες αποδείξεις».
[16] Βλ. ΑΠ 283/2014, ΕφΠατρ 1013/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[17] Βλ. ΕφΔωδ 306/2004, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[18] Βλ. ΑΠ 1279/2005 ΕλλΔνη 48, σελ. 1019.
[19] Βλ. ΕφΔυτΜακ 72/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[20] Βλ. ΑΠ 712/1993, ΕλλΔνη 36, σελ. 93.
[21] Βλ. Χ. Απαλαγάκη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Άρθρα 1-590, Νομική Βιβλιοθήκη, 4η έκδοση, 2016, σελ. 102-103 (υπό άρθρο 18), με περαιτέρω παραπομπές σε Απ. Γεωργιάδη, Εμπράγματο Δίκαιο, τ. Ι, σελ. 629, Κ. Παπαδόπουλο, Η αρνητική αγωγή, σελ. 153, ΕιρΛαγκαδ 107/2007, Αρμ 61 (2007), σελ. 1548 με σημ. Α.Ε.Τ., ΜονΠρΣαμ 193/2005, ΑρχΝ 56 (2005), σελ. 689, ΕφΑθ 1115/2000, ΕλλΔνη 41 (2000), σελ. 797, ΕφΑθ 7997/1999, ΕλλΔνη 42 (2001), σελ. 447, ΠολΠρΣαμ 8/1990, Δ 21 (1990), σελ. 545 με αντίθετες παρατ. Κ. Γαρουφαλή και Κ. Μπέη. Βλ. ακόμη εκ της νομολογίας ΕφΠειρ 122/2016, ΕφΔωδ 31/2015, ΠΠΑ 558/2014, ΠολΠρΘεσσ 4514/2014, ΑΠ 916/2012, ΠολΠρΘεσσ 27543/2012, ΠΠΑ 2277/2010, ΜονΠρΡοδ 80/2009, ΜονΠρΡοδ 3/2008, ΕφΠατρ 310/2007, ΕφΠατρ 256/2006, ΕιρΚαλαμπ 33/2006, ΕφΠατρ 888/2004, ΕφΛαρ 242/2003, ΕιρΜυκόνου 6/2000, ΜονΠρΛαρ 411/1999, ΕφΠειρ 57/1997, ΕφΠατρ 312/1996, ΕιρΑθ 1370/1986, ΕφΑθ 3690/1985, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 2067/2005, ΕλλΔνη 47, σελ. 534, ΕφΑθ 5518/2003, ΕλλΔνη 45, σελ. 181, ΕφΛαρ 69/2001, Δικογραφία 2001, σελ. 84, ΕφΠειρ 353/1993, ΕλλΔνη 33, σελ. 410, ΕφΠατρ 140/1994, ΑρχΝ 1995, σελ. 191, ΕφΘεσσ 1530/1989, Αρμ 43, σελ. 1124.
[22] Βλ. ΜονΠρΣαμ 193/2005, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[23] Βλ. ΠΠΑ 2715/2014, ΕφΘεσσ 647/2005, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 3465/2003, ΕλλΔνη 45, σελ. 197, ΕφΑθ 689/1984, Δ 16, σελ. 312, ΜΠΑ 2946/1980, ΕλλΔνη 21, σελ. 532.
[24] Βλ. ΑΠ 1848/1988, ΝοΒ 37, σελ. 899, ΑΠ 617/1986, ΕΕΝ 1987, σελ. 111, ΑΠ 1821/1984, ΕΕΝ 1985, σελ. 739, ΑΠ 670/1981, Δ 12, σελ. 730, ΜΠΑ 2946/1980, ΕλλΔνη 21, σελ. 532, ΑΠ 989/1975, Δ 7, σελ. 570.
[25] Βλ. ΠολΠρΣυρ 58/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. Κατά την εν λόγω απόφαση, «…κατά το σύστημα των βιβλίων μεταγραφών ο υποθηκοφύλακας προέβαινε, κατά τις διατάξεις του ΒΔ 533/14-9-1963 «περί εκτελέσεως του άρθρου 10 του ΝΔ 4201/1961», στην καταχώριση εγγραπτέας στα βιβλία μεταγραφών αγωγής στη μερίδα τόσο του ενάγοντος όσο και του εναγόμενου (βλ. άρθρα 1, 2 περ. δ’ 9 περ. β’, 12, 20, 26 του ως άνω Β.Δ.. Κατά το σύστημα των κτηματολογικών βιβλίων, όπου σημείο αναφοράς είναι το ακίνητο, η καταχώριση της εγγραπτέας, κατά το άρθρο 220 ΚΠολΔ, αγωγής πρέπει, για τους ίδιους λόγους διασφάλισης της δημόσιας πίστης, να γίνεται στο κτηματολογικό φύλλο του οικείου ακινήτου, στο οποίο αυτή αφορά. Έτσι, στην περίπτωση αρνητικής αγωγής, όπου οι βλαπτικές για το ακίνητο του ενάγοντος επενέργειες, που συνιστούν διατάραξη της κυριότητάς του, προέρχονται από όμορο ακίνητο του εναγόμενου (π.χ. από υφιστάμενο σ’ αυτό κατασκεύασμα ή από συγκεκριμένη χρήση του), αυτή θα πρέπει να εγγράφεται, για τους ανωτέρω λόγους, στο κτηματολογικό φύλλο τόσο του ακινήτου του ενάγοντος όσο και του ακινήτου του εναγόμενου, καθώς μόνο τότε εξασφαλίζεται ο σκοπός της διάταξης του άρθρου 220 ΚΠολΔ, που συνίσταται στην προστασία των συναλλαγών επί ακινήτων και ειδικότερα των ειδικών διαδόχων των διαδίκων της εγγραπτέας αγωγής, οι οποίοι δεσμεύονται από το δεδικασμένο και την εκτελεστότητα της απόφασης (άρθρα 325§1 αρ. 2 και 919 αρ. 1 ΚΠολΔ)».
[26] Βλ. ΠΠΑ 558/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠολΠρΘεσσ 11735/2009, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ.