Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Τρόπος καταβολής αποζημίωσης απόλυσης – Μεταγενέστερη καταβολή δε θεραπεύει την ακυρότητα

Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 3 εδ. α΄ του ν. 3198/1955: «Η καταγγελία της εργασιακής σχέσης θεωρείται έγκυρη, εφόσον έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυόμενου στα τηρούμενα για το Ι.Κ.Α. μισθολόγια ή έχει ασφαλιστεί ο απολυόμενος».

 

Η καταγγελία δηλαδή της αορίστου χρόνου εργασιακής σύμβασης, που  πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 669 ΑΚ,  θεωρείται έγκυρη εφ’ όσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Ως χρόνος καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης ορίζεται κατ’ αρχήν, με τη ρητή διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 εδ.α΄ του ίδιου νόμου 3198/1955, η ημέρα λύσεως της συμβάσεως, που σημαίνει ότι στην καταγγελία με προειδοποίηση ο εργοδότης έχει υποχρέωση κατά την ημέρα που ορίστηκε ως λύση της σύμβασης εργασίας (ημέρα απόλυσης) να καταβάλλει το μισό (1/2) της αποζημίωσης που προβλέπεται για την απόλυση χωρίς προειδοποίηση.

Ειδικότερα, με το άρθρο 74 παρ. 3 του Ν. 3863/2010 ρυθμίστηκε μάλιστα ο τρόπος καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης: «Όταν η αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας υπερβαίνει τις αποδοχές δύο (2) μηνών, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει κατά την απόλυση μέρος της αποζημίωσης που αντιστοιχεί στις αποδοχές δύο (2) μηνών. Το υπόλοιπο ποσό καταβάλλεται σε διμηνιαίες δόσεις, καθεμία από τις οποίες δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές δύο (2) μηνών, εκτός και αν το ποσό που υπολείπεται για την εξόφληση του συνόλου της αποζημιώσεως είναι μικρότερο. Η πρώτη δόση καταβάλλεται την επομένη της συμπλήρωσης διμήνου από την απόλυση».

Αν και το κύρος της απόλυσης τελεί υπό τον όρο ότι θα καταβληθεί ολόκληρη η οφειλόμενη αποζημίωση, εντούτοις αρκεί και μόνο η καθυστέρηση καταβολής μιας και μόνο από τις διμηνιαίες δόσεις της αποζημίωσης για να προσδώσει ακυρότητα στη γενόμενη καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Σημειωτέον δε ότι με την ως άνω διάταξη δε γίνεται διάκριση μεταξύ απόλυσης χωρίς προειδοποίηση ή με προειδοποίηση. Επομένως, το σύστημα πληρωμής της αποζημίωσης με δόσεις έχει εφαρμογή και στις δύο περιπτώσεις, δηλαδή τόσο για την αποζημίωση που καταβάλλεται αμέσως, όσο και για εκείνη που καταβάλλεται κατά τη λήξη του χρόνου της προειδοποίησης (ημέρα απόλυσης).

Έτσι, αν η αποζημίωση δεν καταβληθεί στον απολυόμενο κατά τους χρονικούς αυτούς ορισμούς του νόμου η καταγγελία είναι άκυρη (βλ. ΑΠ 876/2004, ΔΕΝ 60, 1538, ΑΠ 1640/2003, ΕλλΔ 45, 759, ΕφΑθ 2392/2005, ΔΕΕ 2005, 1335). Συνάγεται δηλαδή ότι εάν δεν καταβληθεί η αποζημίωση ή το μέρος της αποζημίωσης που αντιστοιχεί στις αποδοχές δύο μηνών την ίδια ημέρα με την επίδοση της έγγραφης καταγγελίας στον απολυόμενο  μισθωτό ή κατά την ημέρα απόλυσης μετά την πάροδο του χρόνου της προειδοποίησης (βλ. ΑΠ 295/2013, όπου αναφέρει χαρακτηριστικά: «Αν για την καταγγελία τηρείται προθεσμία, η αποζημίωση καταβάλλεται κατά την εκπνοή της προθεσμίας» και ΑΠ 876/2004, και σε Β. Βαθρακοκοίλη, «ΕΡΝΟΜΑΚ», άρθρο 669 παρ. 68), η καταγγελία είναι άκυρη και η ακυρότητα αυτή δεν θεραπεύεται από την μεταγενέστερη καταβολή της  αποζημιώσεως.

Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή η οποία είναι «σύμφωνη με την γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία δεν χωρεί εκ των υστέρων ίαση της άκυρης δικαιοπραξίας, που  θεωρείται εξυπακουόμενη από το άρθρο 183 ΑΚ ενισχύεται  και από την επιβαλλομένη, με το εδ. β΄  της παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 3198/1955 κύρωση της (επιγενομένης) ακυρότητος της καταγγελίας» σε περίπτωση καθυστερήσεως μιας από τις οφειλόμενες δόσεις της  αποζημίωσης (βλ. ΑΠ 1290/2001, ΕλλΔνη 43, 131, ΑΠ 457/2005, ΑΠ 93/2008, ΑΠ 105/2009, ΕφΑθ 6003/2012, ΜονΠρΑθ 3054/2008, ΜονΠρωτΑθ 1991/2008). Ρητά προβλέπει το εν λόγω εδ. β΄: «Η καθυστέρηση δόσης της αποζημίωσης από τις στην παρ.1 εδ. β΄ του άρθρου 2 οφειλόμενες και η μη καταχώρηση κατά τα ανωτέρω του εργαζόμενου στα μισθολόγια του Ι.Κ.Α. ή  η μη ασφάλισή του συνεπάγονται την ακυρότητα της καταγγελίας και ο διαδρομών χρόνος θεωρείται ως χρόνος συνέχισης της εργασίας του».

Η εκ των υστέρων δηλαδή καταβολή της αποζημιώσεως δεν καθιστά έγκυρη την καταγγελία, η οποία θεωρείται άκυρη αφότου έγινε. Με ρητή άλλωστε διάταξη του νόμου (άρθρο 5 παρ. 3 εδ. δ΄ του ν. 3198/1955, όπως ισχύει μετά το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 2556/1997) σε περίπτωση που ακυρωθεί η γενόμενη απόλυση, η αποζημίωση που καταβλήθηκε στο μισθωτό δεν επιστρέφεται στον εργοδότη, αλλά συμψηφίζεται με τις αποδοχές που οφείλονται σε αυτόν για το χρονικό διάστημα της υπερημερίας του τελευταίου. Επιπλέον, μόνη η είσπραξη από το μισθωτό της καθυστερημένης αυτή αποζημίωσης δεν συνιστά παραίτηση από το δικαίωμά του να αξιώσει την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω της σχετικότητας της ακυρότητας της απόλυσης (βλ. ΑΠ 1818/1990). Δεν μπορεί να εξομοιωθεί δηλαδή η είσπραξη της αποζημίωσης αυτής με σιωπηρή παραίτηση του μισθωτού (βλ. Κουκιάδης Ι., Εργατικό Δίκαιο, γ΄ έκδοση, σελ. 736-737).

Θεώνη Κάδρα, Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί