Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Tο συναινετικό διαζύγιο μετά το Ν 4509/2017 – Μετάβαση από τη δικαστική στη συμβολαιογραφική διαδικασία

Από τη διατύπωση του νέου άρθρου 1441 ΑΚ συνάγονται οι εξής τρεις βασικοί όροι του συναινετικού διαζυγίου: α) Η έγγραφη συμφωνία των συζύγων για τη λύση του γάμου τους, β) η έγγραφη συμφωνία τους για την επιμέλεια, την επικοινωνία και τη διατροφή των τυχόν ανήλικων παιδιών τους και γ) η συμβολαιογραφική πράξη.

α. Η έγγραφη συμφωνία των συζύγων για τη λύση του γάμου τους

Από τη στιγμή που μετά το N 4509/2017 η έγγραφη συμφωνία των συζύγων για διάζευξη κατά το άρθρο 1441 ΑΚ υποβάλλεται απλώς στο συμβολαιογράφο και δεν μεσολαβεί πια το δικαστήριο, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η συμφωνία αυτή έχει αμιγώς δικαιοπρακτικό χαρακτήρα: Η βούληση που ο κάθε σύζυγος εκφράζει προς τον άλλο κατευθύνεται στο ουσιαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου, η οποία είναι έτσι «ηθελημένη» συνέπεια για τους συζύγους, δηλαδή εξαρτάται αποκλειστικά από τις αμοιβαίες συναινέσεις τους. Οι συναινέσεις αυτές είναι, λοιπόν, δηλώσεις βούλησης και η συμφωνία των συζύγων είναι σύμβαση, καθώς για το χαρακτηρισμό μιας συμφωνίας ως σύμβασης αρκεί η σύμπτωση των δηλώσεων βούλησης στο ίδιο έννομο αποτέλεσμα (όπως για παράδειγμα στο γάμο, όπου το κάθε μέρος προτείνει και αποδέχεται ταυτόχρονα) και δεν είναι απαραίτητη η αντίθεση των συμφερόντων. Μάλιστα, μετά το N 4509, η συμφωνία των συζύγων μπορεί να καταρτιστεί ανά πάσα στιγμή μετά την τέλεση του γάμου, έχει δηλαδή καταργηθεί το προαπαιτούμενο της προηγούμενης διάρκειας του γάμου για ένα εξάμηνο, όπως όριζε το άρθρο 1441 ΑΚ πριν από την τροποποίησή του με το N 4509. Ακόμη, στο νέο άρθρο 1441 § 1 ορίζεται ρητά ότι η συμφωνία αυτή συνάπτεται μεταξύ των συζύγων με την παρουσία πληρεξούσιου δικηγόρου «για καθέναν από αυτούς» (άρα χρειάζονται ξεχωριστοί δικηγόροι για τους συζύγους) και υπογράφεται από τους ίδιους και από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους ή μόνο από τους τελευταίους, εφόσον αυτοί είναι εφοδιασμένοι με ειδικό πληρεξούσιο. Η πληρεξουσιότητα πρέπει να έχει δοθεί μέσα στον τελευταίο μήνα πριν από την υπογραφή της συμφωνίας.

Στο προηγούμενο δίκαιο η θεωρία και η πράξη είχαν ασχοληθεί ιδιαίτερα με το θέμα της μεταμέλειας των συζύγων, δηλαδή της δυνατότητας της ανατροπής του συναινετικού διαζυγίου στην περίπτωση που οι σύζυγοι μετανιώνουν και επιθυμούν τη συνέχιση του γάμου τους. Το θέμα αυτό ανέκυπτε επειδή το συναινετικό διαζύγιο απαγγελλόταν με δικαστική απόφαση, που ήταν επιδεκτική ένδικων μέσων, οπότε η μεταμέλεια μπορούσε -μέχρις η απόφαση να γίνει αμετάκλητη- να προβληθεί από τους δύο συζύγους από κοινού είτε με έφεση είτε με την ανακλητική αίτηση του άρθρου 758 ΚΠολΔ. Η ανυπαρξία δικαστικής απόφασης και ένδικων μέσων σήμερα καθιστά αναποτελεσματική την απλή μεταμέλεια των συζύγων (αν δηλαδή αυτή δεν συνδυάζεται και με κάποιο ελάττωμα της βούλησης). Αν, άρα, μετά το N 4509/2017, οι σύζυγοι μετανιώσουν για το συναινετικό διαζύγιό τους, δεν έχουν παρά να ξαναπαντρευτούν.

β. Η έγγραφη συμφωνία για την επιμέλεια, την επικοινωνία και τη διατροφή των ανήλικων παιδιών

Και μετά το N 4509/2017, στο νέο άρθρο 1441 § 2 ΑΚ προβλέπεται ότι για το συναινετικό διαζύγιο απαιτείται οι σύζυγοι να έχουν ρυθμίσει τα θέματα της επιμέλειας, της επικοινωνίας και της διατροφής των τυχόν ανήλικων παιδιών τους με έγγραφη συμφωνία, που μπορεί να περιλαμβάνεται στο έγγραφο της συμφωνίας για διάζευξη ή να γίνεται με ξεχωριστό έγγραφο. Σχετικά με τη σύνταξη αυτής της συμφωνίας η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 1441 παραπέμπει στην πρώτη παράγραφο του ίδιου άρθρου, που ρυθμίζει τη συμφωνία για τη λύση του γάμου. Άρα και η συμφωνία για τα παιδιά συνάπτεται μεταξύ των συζύγων με την παρουσία πληρεξούσιου δικηγόρου για καθέναν από αυτούς και υπογράφεται από τους ίδιους και από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους ή μόνο από τους τελευταίους, εφόσον αυτοί είναι εφοδιασμένοι με ειδικό πληρεξούσιο. Η πληρεξουσιότητα πρέπει να έχει δοθεί μέσα στον τελευταίο μήνα πριν από την υπογραφή της συμφωνίας.

Η ρύθμιση του άρθρου 1441 § 2 δείχνει το ενδιαφέρον του νομοθέτη να προστατέψει το συμφέρον των ανήλικων παιδιών, το οποίο εξυπηρετείται με τη σύμπνοια μεταξύ των γονέων και την προσπάθειά τους να ομονοήσουν και να βρουν από κοινού την προσφορότερη για τα παιδιά τους δυνατή λύση, όπως οι γονείς κατά κανόνα είναι σε θέση να κάνουν καλύτερα από κάθε άλλον. Ακόμη, ο νομοθέτης επιδιώκει να κατοχυρωθεί μια πρώτη ρύθμιση στα πιο πάνω θέματα των παιδιών, η οποία θα είναι χρήσιμη τόσο στην περίπτωση που οι γονείς δεν θα προσφύγουν ξανά στο δικαστήριο για τα θέματα των παιδιών τους, οπότε η συγκεκριμένη ρύθμιση θα αποβεί οριστική, όσο και όταν οι γονείς προσφύγουν στο δικαστήριο (λ.χ. με βάση το άρθρο 1513 ΑΚ), οπότε το δικαστήριο θα βοηθηθεί στην απόφασή του από την προηγούμενη συμφωνία των γονέων κατά το άρθρο 1441 § 2.

Σε ό,τι αφορά ειδικότερα τη συμφωνία των συζύγων για την επιμέλεια, είναι φανερό ότι αυτή χρειάζεται μόνο όταν κατά το χρόνο του διαζυγίου η γονική μέριμνα, και ειδικότερα η επιμέλεια, δεν υπόκειται ήδη σε κάποια εξειδικευμένη ρύθμιση, δηλαδή ασκείται και από τους δύο συζύγους σύμφωνα με το γενικό κανόνα του άρθρου 1510 § 1 εδ. 1 ΑΚ.

Ειδικότερα ως προς την επικοινωνία, και εδώ η υποχρέωση των συζύγων να συνάψουν σχετική έγγραφη συμφωνία υπάρχει μόνο όταν κατά το χρόνο του διαζυγίου η επικοινωνία δεν είναι ήδη ειδικά ρυθμισμένη, όπως λ.χ. με μια δικαστική απόφαση του άρθρου 1520 ΑΚ.

Σχετικά με τη διατροφή των ανήλικων παιδιών, επίσης πρέπει να γίνει δεκτό ότι η έγγραφη συμφωνία των συζύγων είναι απαραίτητη για το συναινετικό διαζύγιο μόνο όταν το θέμα της διατροφής δεν είναι ήδη ειδικά ρυθμισμένο, ενώ είναι επίσης σαφές ότι γενικότερα η έγγραφη συμφωνία των συζύγων δεν μπορεί να εκτείνεται και να είναι αποτελεσματική κατά το άρθρο 1441 ΑΚ και σε άλλα θέματα πέρα από εκείνα στα οποία αυτό αναφέρεται, όπως λ.χ. σε ζητήματα διοίκησης της περιουσίας των παιδιών.

Η συζυγική συμφωνία για τα ανήλικα παιδιά έχει ορισμένη χρονική διάρκεια. Στο άρθρο 1441 § 2 ορίζεται ότι η συμφωνία αυτή ισχύει «για δύο (2) έτη τουλάχιστον» και η διατύπωση αυτή σημαίνει ότι στη συμφωνία χρειάζεται να αναγράφεται και ο χρόνος της ισχύος της, που δεν μπορεί να είναι μικρότερος από δύο έτη. Στο χρόνο αυτόν αναφέρεται και η παράγραφος 4 εδ. 5 του άρθρου 1441, που αφορά πλέον το στάδιο μετά την επικύρωση της συμφωνίας με τη συμβολαιογραφική πράξη που λύνει το γάμο και ορίζει ότι μετά τη λήξη της ισχύος της επικυρωμένης συμφωνίας μπορεί να ρυθμίζεται η επιμέλεια, η επικοινωνία και η διατροφή των παιδιών για παραπέρα χρονικό διάστημα με νέα συμφωνία και με την ίδια διαδικασία.

γ. Η συμβολαιογραφική πράξη

Η έγγραφη συμφωνία για τη λύση του γάμου των συζύγων, καθώς και η συμφωνία για τα ανήλικα παιδιά τους, καταρτισμένες και υπογεγραμμένες όπως ορίζει το άρθρο 1441 § 1 και 2, υποβάλλονται, σύμφωνα με το άρθρο 1441 § 3α, στο συμβολαιογράφο από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του κάθε συζύγου, μαζί με τα απαιτούμενα ειδικά πληρεξούσια.

Από εκεί και πέρα, ο συμβολαιογράφος έχει την υποχρέωση να περιμένει δέκα ημέρες από τη σύνταξη της έγγραφης συμφωνίας των συζύγων προκειμένου να καταρτίσει τη συμβολαιογραφική πράξη του διαζυγίου, σύμφωνα με το άρθρο 1441 § 3β, το οποίο ορίζει ακόμη ότι η ημερομηνία της έγγραφης συμφωνίας αποδεικνύεται με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των συζύγων (και μόνο αυτών, και όχι και των δικηγόρων) από τη γραμματεία του ειρηνοδικείου της έδρας του συμβολαιογράφου που θα συντάξει τη συμβολαιογραφική πράξη.

Όταν οι σύζυγοι δεν έχουν παιδιά, το μόνο περιεχόμενο της συμβολαιογραφικής πράξης είναι η επικύρωση της συζυγικής συμφωνίας για διάζευξη και η βεβαίωση της λύσης του γάμου με την ενσωμάτωση της συζυγικής συμφωνίας στη συμβολαιογραφική πράξη (ΑΚ 1441 § 4 εδ. 1). Αν υπάρχουν ανήλικα παιδιά, ο συμβολαιογράφος επικυρώνει, με την ίδια συμβολαιογραφική πράξη, και τη συζυγική συμφωνία για τα παιδιά, είτε αυτή εμπεριέχεται στην έγγραφη συμφωνία για τη λύση του γάμου είτε έχει γίνει με ξεχωριστό (απλό) έγγραφο. Η συμβολαιογραφική πράξη υπογράφεται από τους συζύγους και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους ή και μόνο από τους δικηγόρους, εφόσον αυτοί είναι εφοδιασμένοι με ειδικό πληρεξούσιο, που πρέπει να έχει δοθεί μέσα στον τελευταίο μήνα από την υπογραφή της συμβολαιογραφικής πράξης (ΑΚ 1441 § 4 εδ. 2 και 3).

Για τα αποτελέσματα τα οποία προσδοκούμε από τη συμβολαιογραφική πράξη του συναινετικού διαζυγίου πρέπει πάντως να συντρέξουν και ορισμένοι πρόσθετοι όροι. Σε ό,τι αφορά τη λύση του γάμου, αυτή επέρχεται, κατά το άρθρο 1441 § 5, με την κατάθεση αντιγράφου της συμβολαιογραφικής πράξης στο ληξιαρχείο όπου έχει καταχωριστεί η σύσταση του γάμου, με το ληξίαρχο να είναι πάντως υποχρεωμένος να προβεί στην καταχώριση της λύσης του γάμου, όπως αναγράφεται και στην Αιτιολογική Έκθεση του N 4509/2017.

Ειδικά στην περίπτωση που ο γάμος του οποίου επιδιώκεται η λύση ήταν θρησκευτικός αναφέρεται και μια διάταξη του N 4509/2017, που δεν έχει ενσωματωθεί στον Αστικό Κώδικα, δηλαδή στο άρθρο 1441, και η οποία προβλέπει επιπρόσθετα την πνευματική λύση του γάμου. Πρόκειται για τη διάταξη του άρθρου 22 § 4 του N 4509/2017, που ορίζει ότι η πνευματική λύση παραγγέλλεται στη Μητρόπολη από τον αρμόδιο εισαγγελέα πρωτοδικών μετά από αίτηση αυτού που έχει έννομο συμφέρον και επισυνάπτεται και αντίγραφο της συμβολαιογραφικής πράξης. Η παραγγελία απευθύνεται στη Μητρόπολη στην οποία ανήκει ο ναός όπου τελέστηκε ο γάμος και η οποία προβαίνει στην πνευματική λύση, που είναι υποχρεωτική.

Πάντως και σήμερα θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η παράλειψη της πνευματικής λύσης δεν επηρεάζει τη συναινετική λύση του θρησκευτικού γάμου, παρόλο που η διάταξη για την πνευματική λύση βρίσκεται πλέον και σε νόμο του κράτους, δηλαδή στο άρθρο 22 § 4 του N 4509/2017, όπως δεν συνέβαινε στο προηγούμενο δίκαιο, όπου η πνευματική λύση του γάμου προβλεπόταν μόνο στο άρθρο 50 § 2 του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος. Από την άλλη πλευρά δεν είναι τυχαίο ότι η πνευματική λύση δεν περιλαμβάνεται πάντως στο κείμενο του αναθεωρημένου άρθρου 1441 ΑΚ, όπου ρητά ορίζεται ότι η λύση του γάμου επέρχεται με την κατάθεση αντιγράφου της συμβολαιογραφικής πράξης στο ληξιαρχείο, χωρίς να γίνεται κάποια διάκριση ως προς τον τύπο στον οποίο είχε υποβληθεί ο γάμος.

Συμπερασματικά, για τη λύση τόσο του πολιτικού, όσο και του θρησκευτικού γάμου, αρκεί η ληξιαρχική καταχώριση, οπότε στην περίπτωση της παράλειψης της πνευματικής λύσης ισχύει αυτό που διδασκόταν και ίσχυε και πριν από το N 4509: Ότι δηλαδή η πνευματική λύση δεν είναι απαραίτητη για την ισχύ του συναινετικού διαζυγίου, αλλά προφανώς μπορεί η Εκκλησία να αρνηθεί να ιερολογήσει τη σύναψη ενός δεύτερου θρησκευτικού γάμου αν δεν έχει λυθεί και πνευματικά ο πρώτος. Το εμπόδιο όμως αυτό αμβλύνεται με τη δυνατότητα της σύναψης του δεύτερου γάμου με τον πολιτικό τύπο (βλ. σχετικά τη μελέτη της Ε. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, δημ. ΕφΑΔ 2018, 230).

Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί