Αδύνατη και ασύμφορη η αυτούσια διανομή διαμερίσματος. Αίτημα διανομής του επίκοινου με την εκποίηση διά δημόσιου πλειστηριασμού
Σύμφωνα με τα άρθρα 800 ΑΚ και 480 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, αυτούσια διανομή είναι η φυσική (in natura) διαίρεση του κοινού αντικειμένου σε περισσότερα ίσα κατ’ αξίαν μέρη. Επομένως, η αξία των μεριδίων (και δη η ίση), είναι ένας από τους παράγοντες που καθορίζουν τη δυνατότητα ή μη της αυτούσιας διανομής (βλ. ΑΠ 765/1993, ΕλλΔνη 36, 147, ΕφΑθ 6350/1991, ΕλλΔνη 33, 590). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 480 παρ 1 ΚΠολΔ, «Το Δικαστήριο αποφασίζει την αυτούσια διανομή, αν είναι δυνατή η διαίρεση του διανεμητέου σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών, δίχως να μειώνεται η αξία του».
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 481 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να διατάξει απόδειξη, αν κρίνει ότι η αυτούσια διανομή είναι προδήλως δυνατή, αδύνατη ή ασύμφορη, συνάγεται ότι η κρίση περί αδυνάτου ή ασυμφόρου της αυτούσιας διανομής ή αντιθέτως περί του δυνατού αυτής είναι κρίση πραγματικών γεγονότων και γι’ αυτό είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (βλ. ΑΠ 211/2006, ΕλλΔνη 47, 777). Επομένως, αν η παραπάνω διαίρεση του διανεμητέου είναι ανέφικτη, δηλαδή αν το κοινό αντικείμενο δεν μπορεί να διαιρεθεί με βάση τον προορισμό που έχει από τη φύση του, κατά τις αντιλήψεις που επικρατούν στις συναλλαγές, δεν διατάσσεται η αυτούσια διανομή του (βλ. ΠΠρωτΘεσσ 25387/2011, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ & ΠΠρωτΘεσσ 10371/2012, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Έτι σύμφωνα με το άρθρο 480 παρ. 2 ΚΠολΔ, αυτούσια διανομή είναι δυνατή και με κατανομή των κοινών πραγμάτων σε μέρη ανάλογα με τις μερίδες των κοινωνών, οπότε, κατ’ άρθρο 481 ΚΠολΔ, το Δικαστήριο μπορεί για την εξίσωση των άνισων μερών να αποφασίσει ότι οι κοινωνοί που λαμβάνουν ορισμένα μέρη θα καταβάλουν σε άλλους κοινωνούς ορισμένο χρηματικό ποσό (δηλαδή και στην περίπτωση αυτή η αξία είναι πρωταρχικό στοιχείο). Δεν επιτρέπεται όμως, εν προκειμένω, να λάβει κοινωνός μερίδια κυρίως σε χρήμα, γιατί το γεγονός αυτό αφαιρεί από τη διανομή το χαρακτήρα της αυτούσιας (βλ. σχ. ΑΠ 660/1983 ΕΕΝ 51.194, ΕφΑθ 10087/2002 ΕλλΔνη 2003.994). Δηλαδή, η διανομή, εκτός του ότι πρέπει να είναι δυνατή, δεν πρέπει να είναι ασύμφορη, δηλαδή δεν πρέπει να επέρχεται με αυτή μείωση της αξίας των μεριδίων, των οποίων το άθροισμα κατ’ αξία να μην αντιστοιχεί στην αξία του διανεμομένου πράγματος και να μην μπορεί να γίνει εξίσωση των μερίδων με την καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού από τον κοινωνό ή τους κοινωνούς στους άλλους κοινωνούς ή τη σύσταση δουλείας πάνω σε ορισμένα μέρη υπέρ των άλλων κοινωνών (βλ. ΑΠ 1843/1999, ΕλλΔνη 41, 989). Το ασύμφορο ή όχι κρίνεται με αντικειμενικά κριτήρια και με βάση την αντίληψη που επικρατεί στις συναλλαγές (βλ. Κ. Παπαδόπουλου, Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου, τόμος Α, σελ 423 επ.). Αν η διανομή με τους παραπάνω τρόπους είναι ανέφικτη ή ασύμφορη, το Δικαστήριο διατάζει την πώληση του διανεμητέου επικοίνου με πλειστηριασμό, κατ’ άρθρο 484 του ΚΠολΔ, λαμβάνοντας υπόψη του εκτός από τις μερίδες των κοινωνών, το είδος, τις διαστάσεις, καθώς και το εμβαδόν του διανεμητέου.
Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα
Δικηγόρος