Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου (άρθρο 73 ΕισΝΚΠολΔ) – Μόνο καταψηφιστική αγωγή είναι δυνατόν να εγερθεί και όχι αναγνωριστική

Κατά το άρθρο 73 παρ. 1 και 4 του ΕισΝΚΠολΔ, αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου υπάγεται στο κατά τόπο αρμόδιο, με βάση τις διατάξεις του ΚΠολΔ, Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δικάζει κατά την τακτική διαδικασία. Ακόμα, η παροχή των δικηγορικών υπηρεσιών, εκτιμώμενη τόσο από την πλευρά των σκοπών που επιδιώκει ο νόμος περί προστασίας των καταναλωτών, όσο και από την άποψη της ειδικής φύσης του δικηγορικού λειτουργήματος, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 2251/1994, από τον οποίο και δεν καταργήθηκε η ειδική για τους δικηγόρους ρύθμιση της ευθύνης τους κατά το άρθρο 73 του ΕισΝΚΠολΔ[1].

Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 73 παρ. 4 του ΕισΝΚΠολΔ, αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρων επιτρέπεται μόνο για πράξεις ή παραλείψεις που έλαβαν χώρα κατά την ενάσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων τους και στηρίζεται σε δόλο ή βαρεία αμέλεια αυτών και, μάλιστα, ανεξάρτητα από το είδος της αξίωσης που παρέχεται από το ουσιαστικό δίκαιο για την αποκατάσταση της προσβολής, διότι με τη ρύθμιση του άρθρου 73 ΕισΝΚΠολΔ καθιερώνεται ο θεσμός της προσωπικής αστικής ευθύνης σε καθολικό επίπεδο.

Προσέτι, κατά την εν λόγω διαδικασία, μόνο καταψηφιστικές αγωγές είναι δυνατόν να εγερθούν και όχι αναγνωριστικές. Διαφορετική ερμηνεία, που θα επέτρεπε στον ενάγοντα που υπέστη ζημία να ασκήσει αρχικά αναγνωριστική αγωγή και ακολούθως, δηλαδή μετά την τελεσιδικία της εκδοθησομένης ευνοϊκής για αυτόν απόφασης, καταψηφιστική αγωγή, θα ήταν αντίθετη προς τον επιδιωχθέντα από τον νομοθέτη σκοπό, αυτόν της ταχείας εκκαθάρισης των υφισταμένων αξιώσεων κατά των δικηγόρων, προκειμένου να διασφαλισθεί το κύρος και η αξιοπιστία των τελευταίων, στοιχεία απαραίτητα για την απρόσκοπτη άσκηση των ανατεθειμένων σε αυτούς δημόσιων καθηκόντων.

Επιπλέον, στις παραγράφους 1, 2 και 3 της ίδιας διάταξης, όπως η πρώτη από αυτές τροποποιήθηκε με το άρθρο 22 παρ. 2 του Ν. 693/1977 «περί εκδικάσεως αγωγών κακοδικίας», ορίζεται ακόμη ότι:

α) η αγωγή που συντάσσεται σύμφωνα με τα άρθρα 118 και 216 εδάφ. α΄ του ΚΠολΔ πρέπει: i) να περιέχει όλους τους λόγους στους οποίους ο ενάγων στηρίζει την αγωγή κακοδικίας και ii) να αναγράφει με ακρίβεια όλα τα αποδεικτικά μέσα, που ο ενάγων επικαλείται για να αποδείξει τους λόγους, διαφορετικά επέρχεται ακυρότητα και

β) στην αγωγή επισυνάπτονται: ii) τα αποδεικτικά μέσα που ο ενάγων επικαλείται για να υποστηρίξει τους λόγους της αγωγής σε πρωτότυπα ή επικυρωμένα αντίγραφα και ii) ειδικό πληρεξούσιο στο δικηγόρο που υπογράφει την αγωγή, αλλιώς είναι απαράδεκτη[2].

Οι διατάξεις αυτές, θεσπίζοντας δικονομικές προϋποθέσεις για την έγκυρη και παραδεκτή έγερση της αγωγής κακοδικίας κατά δικηγόρων, υποβάλλουν αυτή σε ρύθμιση διαφορετική από εκείνη, στην οποία υποβάλλεται η αγωγή αποζημίωσης κατά του εντολοδόχου κατ’ άρθρο 714 ΑΚ και κατά του ενδοσυμβατικώς εν γένει, βάσει των άρθρων 330, 335 επ., 343 επ., 382 επ. ΑΚ, ή εξωσυμβατικώς, βάσει του άρθρου 914 ΑΚ, ευθυνόμενου. Ακόμα, στις διατυπώσεις και προϋποθέσεις της αγωγής κακοδικίας υπόκειται όχι μόνο η αγωγή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, αλλά και εκείνες των άρθρων 57 και 59 ΑΚ, όταν η προσβολή της προσωπικότητας συντελέσθηκε κατά την ενάσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων του δικηγόρου. Αυτή, δε, η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, καθόσον δικαιολογείται από ιδιαίτερους λόγους και μάλιστα κοινωνικού και δημοσίου συμφέροντος, ενόψει της ιδιότητας των δικηγόρων ως άμισθων δημοσίων λειτουργών, προκειμένου αυτοί να ενεργούν ανεπηρέαστοι και απερίσπαστοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, πράγμα που θα ήταν ανέφικτο αν η δικαστική καταδίωξη των δικηγόρων δεν περιοριζόταν στα αναγκαία πλαίσια, τόσο από την άποψη του βαθμού της υπαιτιότητας, όσο και από την άποψη των δικονομικών προϋποθέσεων άσκησης της αγωγής, η θέσπιση των οποίων, επομένως, δεν συνιστά προνομιακή μεταχείριση αυτών[3].

Τέλος, κατά τις παρ. 5 και 6 του ιδίου παραπάνω άρθρου, δεν επιτρέπεται αγωγή κακοδικίας όταν περάσουν έξι (6) μήνες [ήδη τρία (3) έτη με βάση το άρθρο 161 του Ν. 4194/2013 – Κώδικα Δικηγόρων] από την πράξη ή παράλειψη που επικαλείται ο ενάγων, η οποία, εάν απορριφθεί για οποιονδήποτε λόγο, δεν επιτρέπεται να ασκηθεί νέα αγωγή για την ίδια υπόθεση, για τους ίδιους ή άλλους λόγους[4].

Αγγελική Πολυδώρου, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] βλ. ΕφΔωδ 117/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[2] βλ. ΑΠ 2217/2013, ΑΠ 829/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[3] βλ. ΑΠ 1744/2008, ΑΠ 829/2008, ΑΠ 1627/2007, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[4] βλ. ΕφΠειρ 157/2019, ΠΠρΑθ 2070/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί