Ακυρότητα ιδιόγραφης διαθήκης, όταν αυτή δεν έχει γραφεί ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη και δεν έχει χρονολογηθεί και υπογραφεί απ’ αυτόν – Ποιος έχει έννομο συμφέρον έγερσης αναγνωριστικής αγωγής για την αναγνώριση της ακυρότητάς της; – Κατανομή βάρους απόδειξης
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου ΑΚ 1718, διαθήκη, για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757 είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Μία τέτοια περίπτωση είναι και η ακυρότητα ιδιόγραφης διαθήκης, όταν αυτή δεν έχει γραφεί ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη και δεν έχει χρονολογηθεί και υπογραφεί απ’ αυτόν (ΑΚ 1718, 1721 παρ. 1 εδ. α’). Ο νόμος απαίτησε τη γραφή της ιδιόγραφης διαθήκης καθ’ ολοκληρίαν από το χέρι του ίδιου του διαθέτη, προς διασφάλιση της γνησιότητας και του περιεχομένου της τελευταίας βούλησης του διαθέτη και προς αποκλεισμό, αντίστοιχα, της επέμβασης σ’ αυτήν ξένης χειρός, και, εφόσον δεν διακρίνει, απαιτείται η διαθήκη να είναι ιδιοχείρως γραμμένη, ολόκληρη, απ’ αρχής μέχρι τέλους, γεγονός το οποίο επισημαίνεται με την -επίσης ιδιοχείρως γραμμένη- υπογραφή του διαθέτη (ΑΠ 463/2019, ΑΠ 579/2016).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 70 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μπορεί να εγερθεί αναγνωριστική αγωγή για την αναγνώριση της ύπαρξης ή μη ύπαρξης έννομης σχέσης, η οποία τελεί σε αβεβαιότητα, εφόσον συντρέχει έννομο συμφέρον. Απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση για την έγερση αναγνωριστικής αγωγής είναι να έχει ο ενάγων έννομο προς τούτο συμφέρον, το οποίο πρέπει να είναι άμεσο, υπό την έννοια ότι η αβεβαιότητα που περιβάλλει την επίδικη έννομη σχέση είναι ενεστώσα, δηλαδή υπάρχει κατά τη συζήτηση επί της οποίας εκδίδεται η απόφαση. Τέτοιο άμεσο έννομο συμφέρον για έγερση αναγνωριστικής αγωγής για την αναγνώριση ακυρότητας διαθήκης έχουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του διαθέτη, οι κληρονόμοι του εξ αδιαθέτου κληρονόμου, αφού αποκτούν εμμέσως την περιουσία του διαθέτη (ΑΠ 1063/2006 ΕλλΔ 47, 1417, ΕΦΑΘ 4896/2003 ΕλλΔ 45, 498), οι δανειστές του εξ αδιαθέτου κληρονόμου, αν ο τελευταίος δεν ασκεί τα δικαιώματα του, οπότε οι δανειστές ασκούν την πλαγιαστική αγωγή του άρθρου 72 ΚΠολΔ (ΕΦΑΘ 7764/2000 ΕλλΔ 42, 1394), οι τετιμημένοι με προγενέστερη έγκυρη διαθήκη κληρονόμοι ή κληροδόχοι (ΑΠ 708/2015 ΤΝΠ Νόμος), καθώς και όποιος βλάπτεται από την ύπαρξή της (ΕΦΑΘ 3183/2006 ΤΝΠ Νόμος).
Αυτός που ζητεί τη δικαστική αναγνώριση της ακυρότητας της ιδιόγραφης διαθήκης αρκεί να επικαλεσθεί την έλλειψη κάποιου από τα ουσιώδη στοιχεία του κύρους εκείνης ή ότι ο φερόμενος ως συντάκτης αυτής, δεν ήταν ικανός να διαβάζει χειρόγραφα (ΑΚ 1723). Προσβολή συγχρόνως της διαθήκης ως πλαστής δεν είναι αναγκαία, αφού αυτή είναι εξίσου άκυρη και όταν δεν είναι πλαστή, όπως συμβαίνει ότι γράφηκε από τρίτο με υπαγόρευση του διαθέτη, οπότε χωρίς να είναι πλαστή, είναι άκυρη (ΤΡΕΦΠΑΤΡ 208/2019 ΤΝΠ Νόμος). Ο επικαλούμενος τη διαθήκη δεν αρκεί να αποδείξει τη γνησιότητα της υπογραφής σ’ αυτή, αλλά πρέπει επίσης να αποδείξει και ότι όλο το περιεχόμενό της γράφτηκε ιδιοχείρως από το διαθέτη. Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση της αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής για ακυρότητα της διαθήκης λόγω της μη ιδιόχειρης γραφής και υπογραφής αυτής, όπου αρκεί μόνο η με την αγωγή αντιτασσόμενη γενική άρνηση του ενάγοντος κατά του προβαλλόμενου, από τη διαθήκη, δικαιώματος του εναγομένου. Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή δεν είναι υποχρεωμένος ο ενάγων να αποδείξει την αναλήθεια των πραγματικών περιστατικών που στηρίζουν το δικαίωμα του εναγομένου, αλλά ο τελευταίος είναι υποχρεωμένος να αποδείξει την αλήθεια των περιστατικών αυτών, δηλαδή την ιδιόχειρη από το διαθέτη γραφή και υπογραφή της διαθήκης (ΑΠ 453/2017 ΤΝΠ Νόμος).
Μπενάκη Βικεντία – Άννα
Δικηγόρος Αθηνών Μ.Δ.Ε.
info@efotopoulou.gr