Αν η αγωγή απορρίφθηκε πρωτοδίκως ως αόριστη, οι λόγοι εφέσεως που πλήττουν την απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων απορρίπτονται, ως στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση
Όπως έχει κριθεί τόσο σε θεωρητικό όσο και σε νομολογιακό επίπεδο, αν η αγωγή απορρίφθηκε πρωτοδίκως ως αόριστη, οι λόγοι εφέσεως που πλήττουν την απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων απορρίπτονται, ως στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή το δικάσαν σε πρώτο βαθμό Δικαστήριο δεν προέβη καν σε εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (ίδετε σχετ. Σαμουήλ Σαμουήλ, η έφεση, ΣΤ΄ έκδοση, 2009, σελ. 232).
Υπό το φως των ανωτέρω σκέψεων, το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσων, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 222/2018 αποφάσεώς του (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), έκρινε ότι: «Αν η αγωγή απορρίφθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως αόριστη, οι λόγοι που πλήττουν την απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων απορρίπτονται διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση (βλ. ΑΠ 323/1989, Δ/νη 31, σελ. 770, ΕφΔωδ 204/2009). Στην προκειμένη περίπτωση ο δέκατος λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται για εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων, πρέπει ν` απορριφθεί, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον η αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση δεν ερευνήθηκε στην ουσία της αλλά το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως αόριστη τη με Αριθμό Κατάθεσης ……/27-10-2014 δεύτερη αγωγή αναφορικά με το αίτημα για την επιδίκαση ποσού 5.500,00 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει λόγος για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων εκ μέρους του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. […]».
Ομοίως το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσων, με την υπ’ αριθμ. 204/2009 απόφασή του (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) είχε αποφανθεί ότι: « […] Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται και οι δύο ενάγοντες της πρώτης αγωγής, κατά το μέρος που απέρριψε μέρος της αγωγής του πρώτου ενάγοντος για τους σ` αυτή αναφερόμενους λόγους και ειδικότερα για την απόρριψη ως αορίστου των προερχομένων από την ανικανότητά του προς εργασία διαφυγόντων κερδών […] αν η αγωγή απορρίφθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως αόριστη, οι λόγοι που πλήττουν την απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων απορρίπτονται διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση (βλ. Σαμουήλ ο.π. παρ. 542, σελ. 173, ΑΠ 323/1989 ΕλΔνη 31, σελ. 770). Στην προκειμένη περίπτωση οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της έφεσης, με τους οποίους ο εκκαλών παραπονείται για εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων και εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου επειδή η εκκαλουμένη απέρριψε τους ισχυρισμούς του πρώτου των εναγόντων Γ. Π. σχετικά με τα κονδύλια της αξίας του καταστραφέντος δικύκλου οχήματός του και των προερχομένων από την ανικανότητά του προς εργασία διαφυγόντων κερδών ύψους 2.641 € και 1.870€ αντιστοίχως, πρέπει ν` απορριφθούν λόγω της αοριστίας τους ως απαράδεκτοι. Και τούτο διότι, κατά τα όσα εκτέθηκαν στην προηγουμένως παρατεθείσα νομική σκέψη, δεν μνημονεύει τις νομικές διατάξεις που παραβίασε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την απόρριψη των ως αορίστων και τον τρόπο που παραβιάσθηκαν αυτές, ενώ εξάλλου, η αναφορά στους ίδιους λόγους της κακής εκτίμησης αποδείξεων είναι, απορριπτέος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση αφού αυτά απερρίφθησαν ως απαράδεκτα, χωρίς να προηγηθεί εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων […]».
Αγγελική Πολυδώρου, δικηγόρος
email: info@efotopoulou.gr