Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ανάκληση – μεταρρύθμιση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων κατ’ άρθ. 696 παρ. 3 ΚΠολΔ – Μεταβολή πραγμάτων – Τι ισχύει επί προσωρινής επιδίκασης, ως ασφαλιστικό μέτρο, χρηματικής απαίτησης διατροφής

Σύμφωνα με το άρθρο 696 παρ. 3 ΚΠολΔ: «Το δικαστήριο που διέταξε ασφαλιστικά μέτρα, έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής που αφορά την κύρια υπόθεση, έχει δικαίωμα, με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, να μεταρρυθμίσει ή να ανακαλέσει ολικά ή εν μέρει την απόφασή του, εφόσον επήλθε μεταβολή των πραγμάτων που δικαιολογεί την ανάκληση ή τη μεταρρύθμισή της. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι για τη μεταρρύθμιση ή την ανάκληση απόφασης με βάση αυτήν, πρέπει η απόφαση να διατάσσει ασφαλιστικά μέτρα, ενώ αν η σχετική αίτηση δικάζεται απλώς κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων διότι επιτάσσει αυτό σχετική νομική διάταξη, χωρίς να λαμβάνονται και ασφαλιστικά μέτρα, δεν χωρεί ανάκληση ή μεταρρύθμιση της απόφασης.

Η προεκτεθείσα διάταξη επιτρέπει την αίτηση μεταρρύθμισης ή ανάκλησης ασφαλιστικού μέτρου, αν έχει επέλθει μεταβολή πραγμάτων (περιστατικών ή συνθηκών) που να δικαιολογεί τη μεταρρύθμιση ή ανάκληση αυτή, δηλαδή αν έχουν μεταβληθεί τα δεδομένα, ήτοι το δικαίωμα ή η ιστορική ή η νομική αιτία, στα οποία στηρίχθηκε η απόφαση[1]. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως νέα στοιχεία που συνιστούν μεταβολή πραγμάτων, νοούνται καταρχήν τα πραγματικά περιστατικά εκείνα, τα οποία έλαβαν χώρα μετά την έκδοση της απόφασης, της οποίας ζητείται η ανάκληση ή μεταρρύθμιση, αυτό δε διότι, ως οψιγενή, δεν είχαν τεθεί υπό την κρίση του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση[2]. Η προϋπόθεση αυτή προκύπτει εκ της άλλως υπάρχουσας δεσμευτικότητας της απόφασης κατ` άρθρο 695 ΚΠολΔ. Ως νέα όμως στοιχεία θα πρέπει να θεωρούνται κρίσιμα περιστατικά, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση επί της κριθείσας διαφοράς και τα οποία πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο προς το περιεχόμενο του ασφαλιστέου δικαιώματος και σε λογική συνάρτηση προς τα γεγονότα, στα οποία στηρίχθηκε η προηγούμενη απόφαση, ώστε να μορφώνεται αντίθετη ή διαφορετική κρίση[3].

Έτσι, μεταβολή πραγμάτων που μπορεί να δικαιολογήσει την υπό του δικαστηρίου ανάκληση ή μεταρρύθμιση της απόφασης συνιστά – μεταξύ άλλων  – και η ελάττωση ή η αύξηση της περιουσίας του οφειλέτη και συνεπώς η μετάπτωση αυτού από αφερέγγυο σε φερέγγυο και αντιθέτως, ενώ περαιτέρω ως νέα στοιχεία που συνιστούν μεταβολή των πραγμάτων θεωρούνται και τα προϋπάρξαντα, προϋφιστάμενα της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία τώρα αποκαλύφθηκαν και γενικώς όλα όσα δεν τέθηκαν υπό την κρίση του δικαστηρίου από ανυπαίτια συμπεριφορά του διαδίκου, τα οποία, αν είχαν τεθεί υπόψη του, θα εμφάνιζαν διαφορετική πραγματική κατάσταση και θα απέληγαν σε διαφορετική κρίση[4]. Τα προϋπάρξαντα όμως αυτά στοιχεία, τα οποία το πρώτον αποκαλύπτονται κατά τη συζήτηση της αίτησης περί ανάκλησης ή μεταρρύθμισης της απόφασης, θα πρέπει, για να θεωρηθούν ως νέα στοιχεία, να φέρονται στο φως της δημοσιότητας με κάποιο αποδεικτικό μέσο (π.χ. έγγραφο), το οποίο προϋπήρχε της ανακλητέας απόφασης.

Δεν θεωρούνται νέα στοιχεία, γιατί δεν συνιστούν μεταβολή πραγμάτων που να δικαιολογούν την ανάκληση ή μεταρρύθμιση της απόφασης[5]: i) οι πραγματικές πλημμέλειες αυτής, ήτοι η κακή ή εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, ii) η προσαγωγή κατά τη συζήτηση της αίτησης ανάκλησης ή μεταρρύθμισης το πρώτον νέων αποδεικτικών μέσων (λ.χ. μαρτύρων κ.λπ.) για πραγματικά περιστατικά που προϋπήρχαν της ενώπιον του δικαστή εκδίκασης της αίτησης, εκτός αν πρόκειται για αποδεικτικά στοιχεία (έγγραφα κ.λπ.) των ίδιων πραγμάτων, των οποίων όμως στοιχείων ο αιτών έλαβε γνώση μετά την έκδοση της απόφασης ή είχε και προηγούμενη γνώση τούτων, πλην όμως δεν μπορούσε να προσαγάγει αυτά από δικαιολογημένη αιτία[6], όπως από λόγους ανώτερης βίας, ή πρόκειται για αποδεικτικά στοιχεία που ανάγονται στο κύρος και την αποδεικτική αξία των στοιχείων πάνω στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του για την έκδοση της απόφασης της οποίας ζητείται η ανάκληση ή μεταρρύθμιση, iii) οι νομικές πλημμέλειες της απόφασης, δηλαδή τα νομικά σφάλματα περί την ερμηνεία και εφαρμογή των νόμων, καθόσον και στην περίπτωση αυτή, η επιδιώκουσα την ανάκληση ή μεταρρύθμιση της απόφασης αίτηση θα επείχε θέση ένδικου μέσου (έφεσης), το οποίο με θετική του διάταξη απαγορεύει ο ΚΠολΔ (άρθρο 699), και συνεπώς με την παραδοχή μιας τέτοιας αίτησης θα επερχόταν αναδίκαση της υπόθεσης κατά καταστρατήγηση της περί αποκλεισμού των ένδικων μέσων διάταξης του πιο πάνω άρθρου 699 ΚΠολΔ[7] και iv) η μεταβολή της νομολογίας των δικαστηρίων κατά την ερμηνεία διάταξης νόμου.

Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, η αίτηση για ανάκληση ή μεταρρύθμιση θα είναι δικονομικά βάσιμη, αν στηρίζεται σε νέα στοιχεία, τα οποία δεν είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου που εξέδωσε την ανακλητέα ή μεταρρυθμιστέα απόφαση, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις. Εφόσον δε η αίτηση για ανάκληση ή μεταρρύθμιση υποβάλλεται από κάποιον από τους αρχικούς διαδίκους, θα πρέπει να προτείνονται ειδικά και να πιθανολογούνται τα νέα στοιχεία που δικαιολογούν την ανάκληση ή μεταρρύθμιση[8]. Δηλαδή, σκοπός της εν λόγω διάταξης του άρθρου 696 παρ. 3 ΚΠολΔ είναι η προσαρμογή στην υφιστάμενη πραγματική κατάσταση μεταβολής προς τα προβαλλόμενα νέα πραγματικά περιστατικά.

Τέλος, να σημειωθεί ότι η διάταξη του άρθρου 696 παρ. 3 ΚΠολΔ έχει εφαρμογή και στην περίπτωση κατά την οποία έχει ρυθμιστεί προσωρινά, ως ασφαλιστικό μέτρο, η επιμέλεια του προσώπου ανήλικου τέκνου επί διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης των γονέων του και η επικοινωνία του με αυτούς[9], καθώς και στην περίπτωση προσωρινής επιδίκασης, ως ασφαλιστικό μέτρο, χρηματικής απαίτησης διατροφής, οπότε μεταβολή πραγμάτων που να δικαιολογούν την ανάκληση ή μεταρρύθμιση της απόφασης μπορεί να συνιστά και η μείωση των αποδοχών του προς διατροφή υπόχρεου, αρκεί να είναι πραγματική και να μην οφείλεται σε δόλο του ίδιου[10].

 Αγγελική Πολυδώρου, Δικηγόρος

e-mail: info@efotopoulou.gr

[1] βλ. ΜΠρΠατρ 1372/2014, ΕφΑΔ 2014.1026

[2] βλ. ΜΠρΑΘ 418/2012, ΝοΒ 2012.555

[3] βλ. ΜΠρΘεσ 5357/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[4] βλ. ΜΠρΙωαν 142/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[5] βλ. ΜΠρΛαμ 81/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΘεσ 2045/2015, ΕλλΔνη 2016.1446

[6] βλ. ΜΠρΛαμ 652/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[7] βλ. ΜΠρΑΘ 7804/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[8] βλ. ΜΠρΣερ 72/2017, ΕλλΔνη 2017.1508

[9] βλ. ΜΠρΑΘ 5125/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[10] βλ. ΜΠρΘεσ 10695/2015, ΕφΑΔ 2016.278

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί