Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ανάληψη χρημάτων από κοινό λογαριασμό μόνο από ένα συνδικαιούχο

Κατά το άρθρο 1 ν. 5638/1932 «περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό», όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 1 ν.δ. 951/1971 και διατηρηθεί σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ’ στοιχ. α’ ν.δ. 118/1973, χρηματική κατάθεση σε τράπεζα, σε ανοικτό λογαριασμό, στο όνομα δύο ή περισσότερων από κοινού (joint account) είναι η περιέχουσα τον όρο ότι του λογαριασμού αυτής μπορεί να κάνει χρήση εν όλω ή εν μέρει, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας, είτε μερικοί εξ αυτών είτε και όλοι οι κατ’ ιδίαν δικαιούχοι. Από την ανωτέρω διάταξη σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, καθώς και εκείνες των άρθρων 2§1 ν.δ. 17.7/13.8.1932 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών», 411, 489, 490, 491, 493, 822 και 830 ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης στο όνομα του ίδιου του καταθέτη και τρίτων προσώπων, όπως η προβλεπόμενη από το άρθρο 1 του ν. 5638/1932, ανεξαρτήτως του αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς από αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτη ή των καταθετών και των τρίτων αφενός και του δέκτη της κατάθεσης νομικού προσώπου (τράπεζας) αφετέρου ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα καθένας από αυτούς να γίνεται δικαιούχος των χρημάτων που κατατέθηκαν και να μπορεί να τα χρησιμοποιεί χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, ενώ η ανάληψη των χρημάτων της κατάθεσης (είτε όλων είτε μέρους αυτών) από έναν από τους δικαιούχους γίνεται εξ ιδίου δικαίου. Επομένως, εάν αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής κατάθεσης από έναν δικαιούχο, επέρχεται απόσβεση της απαίτησης εις ολόκληρον έναντι του δέκτη της κατάθεσης (τράπεζας) και ως προς τον άλλον, δηλαδή τον δικαιούχο που δεν ανέλαβε (ΑΠ 1894/2006 ΝΟΜΟΣ), ο οποίος από το νόμο πλέον αποκτά απαίτηση (αναγωγικά) έναντι εκείνου που ανέλαβε ολόκληρη την κατάθεση, για την καταβολή ποσού ίσου προς το μερίδιο που του αναλογεί με βάση τον αριθμό όλων των συνδικαιούχων, εκτός εάν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα επί ολόκληρου του ποσού της κατάθεσης ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής από μέρους αυτού που δεν προέβη στην ανάληψη του ποσού (ΑΠ 946/2015, ΑΠ 1410/2015 ΝΟΜΟΣ). Σύμφωνα, δε, με τη διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ που θεσπίζει μαχητό τεκμήριο η ύπαρξη τέτοιας εσωτερικής σχέσης αποτελεί εξαίρεση, της οποίας το βάρος επίκλησης και απόδειξης φέρει ο διάδικος που προβάλλει περιστατικά τα οποία θεμελιώνουν το ως άνω εξαιρετικό αυτό δικαίωμα (ΑΠ 656/2019 ΝΟΜΟΣ). Η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων καθορίζει και το μεταξύ τους δικαίωμα αναγωγής. Δικαίωμα υπάρχει κατά συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού, ο οποίος έλαβε ολόκληρο ή μέρος του υπολοίπου της κατάθεσης μεγαλύτερο της αναλογίας που του αντιστοιχούσε με βάση την εσωτερική σχέση. Στην περίπτωση δε, κατά την οποία μεταξύ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ιδιαίτερη εσωτερική σχέση αναφορικά με το δικαίωμα αναγωγής, πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ, η οποία θεμελιώνει μια εκ του νόμου εσωτερική μεταξύ των συνδικαιούχων σχέση, ως εκ των έσω αντανάκλαση της ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που η εσωτερική σχέση δεν προβλέπει τα μερίδια μεταξύ των συνδικαιούχων. Στις περιπτώσεις αυτές, όλοι οι συνδικαιούχοι έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη (ΑΠ 902/2019, ΑΠ 1128/2017 ΝΟΜΟΣ). Είναι δε αδιάφορο αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους ή σε μερικούς μόνο από τους δικαιούχους (ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 529/2015 ΝΟΜΟΣ). Η αξίωση για συμμετοχή στο χρηματικό ποσό του κοινού λογαριασμού γίνεται αντικείμενο δίκης με την έγερση σχετικής αγωγής, ανεξάρτητα αν ζητείται η πραγματική συμβολή ή τεκμαρτή συμμετοχή. Σύμφωνα δε με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, ο ενάγων συνδικαιούχος που στρέφεται αναγωγικά κατά έτερου συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού που ανέλαβε ολόκληρο το χρηματικό ποσό ή μεγαλύτερο από το αναλογούν σε αυτόν μερίδιο, απαλλάσσεται από το βάρος της απόδειξης για το μέγεθος της συμμετοχής του, κατά το ποσοστό που αυτό καλύπτεται από το νόμιμο μαχητό τεκμήριο. Αν όμως αιτείται μεγαλύτερο ποσοστό, βαρύνεται να αποδείξει την ύπαρξη και το περιεχόμενο της εσωτερικής σχέσης μεταξύ των συνδικαιούχων που του παρέχει δικαίωμα επί του μεγαλύτερου ποσοστού (ΑΠ 2058/2007 ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, η εσωτερική σχέση μεταξύ περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού αποτελεί το λόγο για τον οποίο συνάπτεται η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό. Η εσωτερική αυτή σχέση όμως δεν επηρεάζει το κύρος της εξωτερικής σχέσης μεταξύ της τράπεζας και των συνδικαιούχων. Η σχέση μεταξύ των περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού μπορεί να είναι επαχθής ή χαριστική. Η εσωτερική σχέση είναι επαχθής, όταν οι συνδικαιούχοι συνδέονται μεταξύ τους με εταιρεία ή με σύμβαση δανείου ή εντολής, ενώ χαριστική είναι όταν μεταξύ τους οι συνδικαιούχοι συνδέονται με σύμβαση δωρεάς εν ζωή ή αιτία θανάτου, με κληροδοσία ή άλλη χαριστική επίδοση εν ζωή ή αιτία θανάτου. Στην περίπτωση της εντολής ο εντολέας ορίζει άλλον ως συνδικαιούχο, αναθέτοντάς του, απλώς προς διευκόλυνσή του, να προβαίνει σε ορισμένες ενέργειες σχετικές με την κίνηση του λογαριασμού και τα χρήματα τα οποία έχει καταθέσει σε αυτόν. Στην τελευταία αυτή περίπτωση εφαρμόζονται οι περί εντολής διατάξεις (άρθρα 713 επ. ΑΚ) και ο εντολέας, εφόσον προβλέφθηκε ότι ο εντολοδόχος δεν θα προβαίνει σε αναλήψεις χωρίς προηγούμενη συγκεκριμένη εντολή του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει από τον αναλαβόντα την κατάθεση – συνδικαιούχο του λογαριασμού ολόκληρο το ποσό που ανέλαβε (ΑΠ 1550/2007, ΕφΔωδ 179/2006, ΠΠΠειρ 4011/2009 ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 713, 714 και 719 ΑΚ, με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας, ευθύνεται για κάθε πταίσμα και έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ προκύπτει, ότι ο εντολοδόχος, εφόσον ενήργησε παραβαίνοντας τους όρους της εντολής, έχει υποχρέωση να ανορθώσει κάθε ζημία την οποία υπέστη ο εντολέας και η οποία έχει ως γενεσιουργό αιτία το πταίσμα του εντολοδόχου. Θετική ζημία είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, η ελάττωση της περιουσίας του εντολοδόχου (ΑΠ 536/2004, ΕφΑΘ 204/2007 ΝΟΜΟΣ) που επέρχεται, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, και με τη μη προβλεπόμενη από την εσωτερική σχέση της εντολής ανάληψη ποσών από κοινό τραπεζικό λογαριασμό. Τέλος, η ιδιοποίηση χρημάτων από κοινό λογαριασμό δεν συνιστά υπεξαίρεση, καθόσον για τη θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 375 ΠΚ, απαιτείται το αντικείμενο της πράξεως να είναι ξένο, εν όλω ή εν μέρει, δηλαδή να ανήκει στην κυριότητα τρίτου, εκτός του δράστη προσώπου, προκειμένου δε περί καταθέσεως χρημάτων σε κοινό λογαριασμό, όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 2§1 εδ. α’ ν.δ. 17.7/13.8.1932 και 1 §1 ν. 5648/1923, όπως το άρθρο τούτο έχει τροποποιηθεί και ισχύει, η τράπεζα στην οποία γίνεται η κατάθεση καθίσταται κυρία των κατατεθέντων χρημάτων και υποχρεούται να τα αποδώσει, εν όλω ή εν μέρει, σε κάθε δικαιούχο του λογαριασμού, χωρίς τη σύμπραξη των άλλων, εκείνος δε που απέσυρε τα χρήματα γίνεται κύριος αυτών εξ ιδίου δικαίου [ΑΠ 96/2017 (ποιν), ΑΠ 1529/2003 (ποιν), ΑΠ 1269/1996 (ποιν), ΕφΔυτΜακ 31/2006, ΕφΔωδ 179/2006 ΝΟΜΟΣ]. Σκεπτικό από την υπ’ αρ. 4902/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απόφαση από υπόθεση του γραφείου μας, χειρισμός υπόθεσης δικηγόρος Λένα Πολύζου, βλ. την απόφαση πατώντας εδώ.

Ευγενία Φωτοπούλου, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί