Αναπροσαρμογή δικηγορικής αμοιβής κατά το άρθρο 288 ΑΚ (βλ. ΜΠρΑθ 11/2019, δημ. ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ)
Η θεσμοθετηθείσα με το άρθρο 288 ΑΚ αρχή, κατά την οποία «ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπλήρωσα την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη», είναι εφαρμοστέα επί της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων, τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, των απορρεουσών από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτής, κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους, ή δεν συντρέχουν οι, για την τυχόν προβλεπόμενη προστασία αυτή, απαιτούμενες ειδικές προϋποθέσεις.
Η ως άνω αρχή λειτουργεί τόσον ως συμπληρωματική των δικαιοπρακτικών βουλήσεων ρήτρα, όσο και ως διορθωτική αυτών, κατά τις περιπτώσεις εκείνες, που ένεκα συνδρομής ειδικών συνθηκών – τέτοιες αποτελούν και οι νομισματικές εκπτώσεις, υποτιμήσεις ή διακυμάνσεις – μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπληρώσεως εις το συμφωνηθέν μέτρο, των παροχών, είτε αυτές ρυθμίζονται στη σύμβαση είτε στο νόμο. Το τελευταίο είναι δυνατό, διότι η ΑΚ 288 αποτυπώνει γενικότερη αρχή, που έχει προσδιοριστική, άρα και περιοριστική αποστολή για το περιεχόμενο κάθε ενοχικής σχέσεως (όπως και η ΑΚ 281 για το περιεχόμενο των δικαιωμάτων). Παρέχει (η εν λόγω αρχή) δε εις τον δικαστή την δυνατότητα όπως, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων αντλούμενων από την έννομη τάξη και τις κρατούσες στις συναλλαγές αντιλήψεις, κατ’ απόκλιση από τα συμφωνηθέντα, προσδιόριζα την εκπληρωτέα παροχή περιστέλλοντας ή επεκτείνοντας το συμφωνηθέν μέγεθος της, ώστε αυτή να ανταποκρίνεται στις κατά το χρόνο εκπληρώσεως της απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστεως (ΟλΑΠ 927/1982 ΝοΒ 31214, T.NJI. ΝΟΜΟΣ).
Ειδικά η σύμβαση παροχής δικηγορικών υπηρεσιών, είτε για ένδικες, είτε για εξώδικες ενέργειες, χαρακτηρίζεται έμμισθη εντολή και διέπεται κατά βάση από τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων (ΚΑ), συμπληρωματικά δε από τις περί εντολής διατάξεις (άρθρα 713 επ.) του ΑΚ. Σε περίπτωση ελλείψεως ειδικής συμφωνίας, η ελάχιστη αμοιβή του δικηγόρου για τη σύνταξη της αγωγής και των προτάσεων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και του Εφετείου καθορίζεται, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις (άρθρα 100 επ. Κ.Δ.) και όχι κατώτερη από την προβλεπόμενη ελάχιστη από τις διατάξεις ταυ Κ. Δ., σε ποσοστό επί της πραγματικής αξίας του αντικειμένου της αγωγής κατά το χρόνο της πρώτης μετά την άσκηση της αγωγής συζητήσεως αυτής στο ακροατήριο, διότι κατά το χρόνο αυτό διαμορφώνεται τελικά το αντικείμενο της αγωγής και συνεπώς οι προϋποθέσεις του προσδιορισμού της αξίας του, ενώ η αυξομείωση της πραγματικής αξίας του αντικειμένου της αγωγής κατά τη διάρκεια της δίκης δεν λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της υπολογιζόμενης σε ποσοστό αυτής αμοιβής του δικηγόρου για μεταγενέστερες διαδικαστικές πράξεις. Η χρηματική αυτή παροχή, της αμοιβής, θα εξοφληθεί βάσει της ονομαστικής αξίας της δραχμής.
Κατ’ εξαίρεση, όταν από τον χρόνο της πρώτης συζητήσεως μέχρι την πληρωμή της αμοιβής επήλθε πλήρης έκπτωση του νομίσματος επειδή μηδενίστηκε η εσωτερική αξία της δραχμής ή έστω άγγιξε η υποτίμηση της το όριο της πλήρους έκπτωσης της ως νομίσματος, ο δικαιούχος δικηγόρος δικαιούται ν’ αξιώσει, κατ’ εφαρμογή της ΑΚ 288, την καταβολή νομισμάτων όχι ίσων κατά ποσότητα προς τα καθορισμένα το χρόνο που γεννήθηκε η απαίτηση, αλλά αποπληθωρισμένων, δηλαδή τόσων ώστε να έχουν ίση προς εκείνα εσωτερική αξία (ΑΠ 415/2004 όπ.π., ΑΠ 1305/1998 ΕΕΝ 2000.95).
Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα
Δικηγόρος