Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Αναβολή πολιτικής δίκης μέχρι περατώσεως ποινικής διαδικασίας (250 ΚΠολΔ)

Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 250 ΚΠολΔ, «Αν είναι εκκρεμής ποινική αγωγή που επηρεάζει τη διάγνωση της διαφοράς, το δικαστήριο μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία».

Δυνάμει της ως άνω διάταξης παρέχεται η δυνατότητα – και δε θεσμοθετείται υποχρέωση – αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης, με απόφαση πάντοτε του ίδιου δικαστηρίου, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση του διαδίκου[1]. Η αναβολή απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, το οποίο δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την προς τούτο απόφασή του. Απώτατο χρονικό σημείο της αναβολής της συζήτησης είναι η αμετάκλητη περάτωση της ποινικής διαδικασίας αναφορικά με την εκκρεμή ποινική αγωγή. Ratio της εν λόγω διάταξης είναι η διευκόλυνση της αναβαλλόμενης δίκης, καθώς και η πληρέστερη διάγνωση της διαφοράς, καθόσον στην ποινική δίκη θα καταθέσει μεγαλύτερος αριθμός προσώπων (κατηγορούμενοι, πολιτικώς ενάγοντες, μάρτυρες) και ως εκ τούτου θα διαγνωσθεί ασφαλέστερα η διαφορά, ενώ θα αποφευχθεί ο κίνδυνος εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων τόσο από το πολιτικό Δικαστήριο όσο και από το ποινικό[2]. Σε κάθε περίπτωση, έστω και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησης της αναβολής, τούτη πρέπει να διατάσσεται με σύνεση και φειδώ, συνεκτιμώμενου του κινδύνου παρέλκυσης της διαδικασίας[3].

Για την αναβολή της συζήτησης πρέπει να συντρέχουν, σωρευτικά, δύο προϋποθέσεις: α) εκκρεμής ποινική αγωγή και β) επίδραση της ποινικής αγωγής στη διάγνωση της αστικής δικαιολογητικής σχέσεως. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, η ποινική διαδικασία πρέπει να είναι εκκρεμής, υπό την έννοια ότι έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και έχει διαταχθεί προανάκριση ή κύρια ανάκριση, ανεξάρτητα από την εισαγωγή ή μη της υπόθεσης στο ακροατήριο κατά το χρόνο έκδοσης της αναβλητικής απόφασης, χωρίς ωστόσο να αρκεί μόνη η υποβολή της έγκλησης[4]. Κατά συνέπεια, για τη συνδρομή του πρώτου όρου, απαιτείται αλλά και αρκεί η άσκηση της ποινικής διώξεως με έναν εκ των αναφερόμενων στο άρθρο 43 ΚΠΔ τρόπων, όπερ σημαίνει ότι η αναβολή δεν είναι νόμιμη, όταν κατατέθηκε απλώς έγκληση ή μήνυση, αλλά δεν ασκήθηκε από τον εισαγγελέα ποινική δίωξη[5]. Ως προς δε τη δεύτερη προϋπόθεση, η επίδραση της ποινικής αγωγής στη διάγνωση της αστικής δικαιολογητικής σχέσης έχει την έννοια ότι πραγματικά περιστατικά που πιθανόν συνθέτουν την υπόσταση μίας πράξης που τελέστηκε, ενδέχεται να ασκούν ουσιώδη επιρροή αναφορικώς με τα, θεμελιωτικά της αστικής δικαιολογητικής σχέσεως, περιστατικά[6].

Προσέτι, επισημαίνεται ότι η αμετάκλητη ποινική απόφαση, ούτε δημιουργεί, ούτε είναι δυνατόν να δημιουργήσει δεδικασμένο για τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία στηρίζουν παραλλήλως, αφενός μεν την ποινική αξίωση της πολιτείας κατά του κατηγορουμένου, αφετέρου δε την εναντίον του αστική αξίωση, πλην όμως, κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ, ο δικαστής είναι ελεύθερος να εκτιμήσει, κατά συνείδηση, την αξία της ποινικής αποφάσεως. Έτσι, απόκειται στην έμφρονα κρίση του πολιτικού δικαστηρίου να εξετάσει, αν με την αναβολή της πολιτικής δίκης, μέχρι να περατωθεί αμετακλήτως η ποινική διαδικασία, θα διευκολυνθεί η αποδεικτική διαδικασία περί της βασιμότητας της εκκρεμούς αγωγής[7]. Ενόψει των ανωτέρω, είναι χαρακτηριστικό ότι σε πλείστες όσες περιπτώσεις, τα πολιτικά δικαστήρια έχουν απορρίψει το προβαλλόμενο ενώπιόν τους αίτημα περί αναβολής κατ’ άρθρον 250 ΚΠολΔ ως ουσία αβάσιμο, με το σκεπτικό ότι το επιλαμβανόμενο πολιτικό δικαστήριο δύναται «να μορφώσει εδραία δικανική πεποίθηση για την ουσία της διαφοράς, χωρίς να είναι απαραίτητη η αμετάκλητη κρίση του ποινικού δικαστηρίου ως προς το αδίκημα …για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη», καθώς και να «αχθεί σε ασφαλή δικανική κρίση, αφού το συγκεντρωθέν για την υπό κρίση αγωγή αποδεικτικό υλικό είναι επαρκές» [8].

Τέλος, σημειούται ότι η περί ης ο λόγος αναβολή μπορεί να διαταχθεί και στην κατ’ έφεση δίκη[9], όχι όμως και ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ)[10], ενώ αναβολή κατ’ άρθρον 250 ΚΠολΔ δε χωρεί ούτε στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Η απόφαση που διατάσσει την αναβολή είναι μη οριστική, ελεύθερα ανακλητή από το δικαστήριο που την εξέδωσε (άρθρο 309 εδ. β΄ ΚΠολΔ) και μη δυνάμενη να προσβληθεί με ένδικα μέσα[11].

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. Χ. Απαλαγάκη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, 3η έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, 2013, σελ. 572 επ. (υπό άρθρο 250), Β. Α. Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνευτική – Νομολογιακή Ανάλυση (κατ’ άρθρο), Τόμος Β΄, Άρθρα 221-477, Αθήνα 1994, σελ. 157 επ. (υπό άρθρο 250), Κεραμέα, Κονδύλη, Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, Ι, 1-590, Εκδόσεις Σάκκουλα/Αθήνα-Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα/Αθήνα-Κομοτηνή, Δίκαιο & Οικονομία/ Π. Ν. Σάκκουλας, 2000, σελ. 525 επ. (υπό άρθρο 250).

[2] Βλ. ΠολΠρΒερ 57/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[3] Βλ. ΜονΠρΤρικ 707/1988, Αρμ 1989, σελ. 560.

[4] Βλ. ΕιρΑθ 2680/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσσ 1254/2011, ΕΠολΔ 2011, σελ. 790 με σημείωμα Π. Αρβανιτάκη, ΕφΠειρ 29/2007, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 505/1997, Δ 1997, σελ. 1120, ΑΠ 680/1994, ΕλλΔνη 36, σελ. 1105, ΕφΘεσσ 352/1988, ΕλλΔνη 1991, σελ. 1349, ΑΠ 1479/1984, ΕλλΔνη 1985, σελ. 646.

[5] Βλ. ΕφΘεσσ 352/1988, ΕλλΔνη 1991, σελ. 1349.

[6] Βλ. ΕφΘεσ 52/2009, Αρμ 2009, σελ. 718, ΕφΛαρ 40/2003, ΝοΒ 2004, σελ. 1218, ΕφΛαρ 456/2004, ΕφΛαρ 77/2002, ΜονΠρΤριπολ 152/2002, ΑΠ 533/2000, ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 505/1997, Δ 28, σελ. 1120, ΑΠ 680/1994, ΕλλΔνη 36, σελ. 1105, ΕφΑθ 825/1986, ΕλλΔνη 1987, σελ. 144.

[7] Βλ. ΠολΠρΘεσσ 12748/2015, ΕφΛαμ 56/2013, ΠΠΑ 24/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 3177/2006, ΕλλΔνη 2007, σελ. 1508. Πρβλ. και ΑΠ 874/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[8] Βλ. ενδεικτικά ΕφΘεσσ 1047/2011, ΠΠΑ 2462/2010, ΠΠΑ 2100/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[9] Βλ. ΕφΘεσσ 457/2011, Αρμ 2011, σελ. 1022 με σημείωση Ι.Μ., ΕφΘεσσ 1047/2011, ΕΠολΔ 2011, σελ. 789 με σημείωση Π. Αρβανιτάκη.

[10] Βλ. ΑΠ 18/2003, ΕλλΔνη 2003, σελ. 785.

[11] Ως προς την έφεση βλ. ΕφΘεσσ 457/2011, Αρμ 2011, σελ. 1022, και ως προς την αναίρεση βλ. ΑΠ 1366/2011, ΑΠ 58/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί