Ανισότητες μεταξύ δημοσίων και ιδιωτικών υπαλλήλων με αναπηρία στον εργασιακό τομέα
Στο πλαίσιο νομοθετικής προστασίας των ατόμων με αναπηρία με την πρόβλεψη ειδικών ρυθμίσεων στον εργασιακό τομέα παρατηρούνται ποικίλες ανισότητες μεταξύ του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα. Οι δημόσιοι υπάλληλοι, σε αντίθεση με τους ιδιωτικούς, έχουν περισσότερα προνόμια και ως εκ τούτου δημιουργείται χάσμα όσον αφορά τα δικαιώματα που απολαμβάνουν.
Ειδικότερα, παρατηρούνται σημαντικές διαφορές στις αναρρωτικές άδειες που δικαιούνται οι δημόσιοι και οι ιδιωτικοί υπάλληλοι, για τις οποίες έχουμε ήδη γράψει στο παρελθόν (βλ. σχετικό άρθρο μας στο σύνδεσμο: https://efotopoulou.gr/sigkrisi-anarrotikon-adion-idiotikon-ke-dimosion-ipallilon/
Πέρα από τις σαφώς ευνοϊκότερες ρυθμίσεις του δημοσίου τομέα όσον αφορά τις αναρρωτικές άδειες των υπαλλήλων, οι δημόσιοι υπάλληλοι απολαμβάνουν και το εξής προνόμιο. Σύμφωνα με το άρθρο 53 παρ. 2 του ν. 3528/2007 (Δημοσιοϋπαλληλικός Κώδικας):«Ο χρόνος εργασίας του γονέα υπαλλήλου μειώνεται κατά δύο (2) ώρες ημερησίως εφόσον έχει τέκνα ηλικίας έως δύο (2) ετών και κατά μία (1) ώρα, εφόσον έχει τέκνα ηλικίας από δύο (2) έως τεσσάρων (4) ετών. Ο γονέας υπάλληλος δικαιούται εννέα (9) μήνες άδεια με αποδοχές για ανατροφή παιδιού, εφόσον δεν κάνει χρήση του κατά το προηγούμενο εδάφιο μειωμένου ωραρίου. Για το γονέα πουείναι άγαμος ή χήρος ή διαζευγμένος ή έχει αναπηρία 67%και άνω, το κατά μία ώρα μειωμένο ωράριο του πρώτου εδαφίου ή η άδεια του προηγούμενου εδαφίου προσαυξάνονται κατά έξι (6) μήνες ή ένα (1) μήνα αντίστοιχα.»
Με άλλα λόγια, το μειωμένο ωράριο ή η άδεια των δημοσίων υπαλλήλων που είναι γονείς προσαυξάνεται, εφόσον αυτοί έχουν αναπηρία 67% και άνω. Αντιθέτως, στον ιδιωτικό τομέα δεν υπάρχει κάποια αντίστοιχη διάταξη.
Επιπροσθέτως, με το νόμο 2643/1998, που αφορά τη μέριμνα για την απασχόληση προσώπων ειδικών κατηγοριών μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα άτομα με αναπηρία, θεμελιώνεται η υποχρέωση πρόσληψης, τόσο από ιδιωτικούς όσο και από δημόσιους φορείς, συγκεκριμένου ποσοστού ατόμων που εμπίπτουν στις ειδικές κατηγορίες του ανωτέρω νόμου. Παρά ταύτα, ο ως άνω νόμος θεσπίζει διαφορετικό ποσοστό για τους φορείς του δημοσίου τομέα και διαφορετικό ποσοστό για τους φορείς του ιδιωτικού. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 1 του ν. 2643/1998 προβλέπεται το εξής: «Τα άτομα, με ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον, που έχουν περιορισμένες δυνατότητες για επαγγελματική απασχόληση εξαιτίας οποιασδήποτε χρόνιας σωματικής ή πνευματικής ή ψυχικής πάθησης ή βλάβης (άτομα με ειδικές ανάγκες), εφόσον είναι γραμμένα στα μητρώα ανέργων αναπήρων του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.). Επίσης προστατεύονται όσοι έχουν τέκνο, αδελφό ή σύζυγο με ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω, εξαιτίας βαριών ψυχικών και σωματικών παθήσεων, οι οποίες διαπιστώνονται από τις αρμόδιες υγειονομικές επιτροπές του νόμου αυτού. Εξαιρούνται τα άτομα που θεμελιώνουν αυτοτελές δικαίωμα προστασίας.
Α) Επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, ελληνικές ή ξένες, που λειτουργούν στην Ελλάδα με οποιαδήποτε μορφή, καθώς και οι θυγατρικές τους εταιρείες, εφόσον απασχολούν προσωπικό πάνω από πενήντα (50) άτομα, υποχρεούνται να προσλαμβάνουν τα ως άνω πρόσωπα σε ποσοστό οκτώ τοις εκατό (8%)επί του συνόλου του προσωπικού της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης. Εξαιρούνται από την υποχρέωση αυτή οι επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που εμφανίζουν στους ισολογισμούς τους αρνητικό αποτέλεσμα (ζημία) στις δύο αμέσως προηγούμενες από το έτος προκήρυξης χρήσεις.
Β) Οι φορείς του δημόσιου τομέα με την εξαίρεση όσων εμφανίζουν στους ισολογισμούς τους αρνητικό αποτέλεσμα (ζημία) στις δύο αμέσως προηγούμενες από το έτος προκήρυξης χρήσεις, υποχρεούνται να προσλαμβάνουν τα ως άνω προστατευόμενα πρόσωπα σε ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%).»
Ενώ, λοιπόν, οι φορείς του δημοσίου τομέα υποχρεούνται να προσλαμβάνουν άτομα που ανήκουν σε προστατευόμενες ομάδες σε ποσοστό 10%, οι ιδιωτικές επιχειρήσεις έχουν την υποχρέωση να προσλαμβάνουν μικρότερο ποσοστό και συγκεκριμένα 8%.
Μία ακόμα διαφορά μεταξύ των υπαλλήλων του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα προκύπτει αναφορικά με τη διαθεσιμότητα των υπαλλήλων. Στο δημόσιο τομέα, όπως προκύπτει από το άρθρο 100 του ν. 3528/2007, ο υπάλληλος τίθεται, είτε αυτεπαγγέλτως είτε με αίτησή του, σε διαθεσιμότητα λόγω ασθένειας, όταν αυτή παρατείνεται πέρα από το μέγιστο χρόνο αναρρωτικής άδειας.
Η διαθεσιμότητα αρχίζει από τη λήξη της αναρρωτικής άδειας και δεν μπορεί να υπερβεί το ένα έτος και όσον αφορά τα δυσίατα νοσήματα τα δύο έτη, ενώ κατά τη διάρκεια αυτής ο υπάλληλος δικαιούται τα τρία τέταρτα των αποδοχών του. Ο δημόσιος υπάλληλος επιστρέφει μετά το πέρας της διαθεσιμότητας ή της προσωρινής αναπηρικής σύνταξης, στην υπηρεσία του, εφόσον η αρμόδια υγειονομική επιτροπή γνωμάτευσε θετικά.
Αντιθέτως, οι ιδιωτικοί υπάλληλοι τίθενται σε διαθεσιμότητα μόνο στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες οι οικονομικές τους δραστηριότητες περιορίζονται (4 του Ν. 3846/2010). Με τον τρόπο αυτό, οι ιδιωτικοί υπάλληλοι δεν μπορούν να αιτηθούν διαθεσιμότητα, όπως οι δημόσιοι, και κατά συνέπεια, είτε απολύονται είτε εξαναγκάζονται να παραιτηθούν, λόγω της ασθένειάς τους.
Επιπλέον, πρέπει να τονισθεί η διαφορά που προκύπτει αναφορικά με τις αποδοχές που λαμβάνουν δημόσιοι και ιδιωτικοί υπάλληλοι κατά το χρονικό διάστημα που βρίσκονται σε αναρρωτική άδεια. Συγκεκριμένα, οι δημόσιοι υπάλληλοι, σύμφωνα με το άρθρο 54 του ν. 3528/2007, έχουν δικαίωμα αναρρωτικής άδειας με αποδοχές. Αντιθέτως, στον ιδιωτικό τομέα ο εργοδότης δεν οφείλει να καταβάλει το μισθό του εργαζομένου κατά το διάστημα που αυτός βρίσκεται σε άδεια λόγω «βραχείας διάρκειας» ασθένειας. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 657 και 658 του ΑΚ, ο εργαζόμενος έχει αξίωση για μισθό, εφόσον εμποδίζεται να εργασθεί από σπουδαίο λόγο που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του (λ.χ. ασθένεια). Στην περίπτωση αυτή, όμως, η αξίωση για μισθό δεν μπορεί να υπερβεί τον ένα μήνα, εφόσον το εμπόδιο εμφανίσθηκε ένα τουλάχιστον έτος μετά την έναρξη της σύμβασης, ενώ σε κάθε άλλη περίπτωση η αξίωση για το μισθό υπάρχει μόνο για μισό μήνα.
Επειδή, όμως, ο μισθωτός δικαιούται από τον ασφαλιστικό του φορέα επίδομα ασθένειας, ο εργοδότης δύναται να αφαιρέσει από το μισθό του μισού ή του ολόκληρου μηνός, που αναφέρθηκε ανωτέρω, το σύνολο του επιδόματος ασθένειας που ο μισθωτός εισέπραξε από τον ασφαλιστικό του φορέα κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα και όχι μόνο εκείνο το διάστημα που αντιστοιχεί στις εργάσιμες ημέρες του μισού ή ολόκληρου μηνός.
Επιπροσθέτως, πέρα από τη διαφορά που αναλύθηκε ανωτέρω σχετικά με την καταβολή του μισθού κατά τη διάρκεια της αναρρωτικής άδειας των υπαλλήλων, προκύπτει ένα εξίσου σημαντικό ζήτημα αναφορικά με τους ιδιωτικούς υπαλλήλους και το χρονικό διάστημα που αυτοί βρίσκονται σε αναρρωτική άδεια. Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 40 του ν. 3996/2011:«Ως χρόνος ασφάλισης στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης λογίζεται, πλην του χρόνου πραγματικής ή προαιρετικής ασφάλισης: ……γ) ο χρόνος επιδότησης λόγω ασθένειας και μέχρι 300 ημέρες….». Ο χρόνος της ανωτέρω περίπτωσης συνυπολογίζεται μόνο για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος και όχι για τον προσδιορισμό του δικαιούμενου ποσού σύνταξης. Επομένως, οι μέρες κατά τις οποίες ο ιδιωτικός υπάλληλος βρίσκεται σε αναρρωτική άδεια δεν προσμετρώνται προκειμένου να υπολογισθεί το ποσό που θα τους καταβληθεί ως σύνταξη. Αντιθέτως, στο δημόσιο τομέα δεν ισχύει κάποια παρόμοια διάταξη και συνεπώς, η αναρρωτική άδεια του υπαλλήλου συνυπολογίζεται στο δικαιούμενο ποσό σύνταξης.
Ευγενία Φωτοπούλου
δικηγόρος
info@efotopoulou.gr