Αποδοχές άδειας και επίδομα άδειας – Όρια βραχείας ασθενείας (Ολ ΑΠ 7/2019, δημ. ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ)
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ.1, 3 παρ.1, 4 παρ.1 και 5 παρ.1 του ΑΝ 539/1945, όπως η παρ.1 του άρθρου 4 συμπληρώθηκε με την προσθήκη εδαφίου δια του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 και η παρ.1 του άρθρου 5 συμπληρώθηκε με την προσθήκη εδαφίου δια του άρθρου 3 του ΝΔ/τος 3755/1957, συνάγονται τα ακόλουθα:
Σε όλους τους μισθωτούς (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων για τις οποίες δεν πρόκειται ενταύθα), οι οποίοι παρέχουν εξαρτημένη εργασία, τόσο στον ιδιωτικό, όσο και στο δημόσιο τομέα, είτε με έγκυρη σύμβαση, είτε με απλή σχέση εργασίας, πρέπει να χορηγείται μέσα σε κάθε ημερολογιακό έτος άδεια αναψυχής με τις συνήθεις αποδοχές. Η άδεια αυτή, που αποκαλείται “κανονική άδεια“, για να ξεχωρίζει από άλλες μορφές αδείας, αποβλέπει αφενός στη διατήρηση της σωματικής και ψυχικής ευεξίας των εργαζομένων και αφετέρου στη δυνατότητα συμμετοχής ενός εκάστου στα αγαθά του ελευθέρου χρόνου. Το δικαίωμα στην άδεια αναψυχής, που απορρέει ευθέως εκ του νόμου και δεν εξαρτάται από την ουσιώδη ή μη ανάλωση των παραγωγικών δυνάμεων του εργαζομένου, υφίσταται ανεξάρτητα προς το αν ο τελευταίος ζήτησε ή όχι τη χορήγηση της άδειας από τον εργοδότη. Ο εργοδότης πρέπει σε κάθε περίπτωση να χορηγήσει την άδεια μέσα στο ημερολογιακό έτος για το οποίο πρόκειται. Η αίτηση, την οποία ενδεχομένως θα υποβάλει ο μισθωτός, έχει σημασία μόνο για τον προσδιορισμό της χρονικής περιόδου κατά την οποία αυτός επιθυμεί να λάβει την άδεια. Εάν για οποιοδήποτε λόγο δεν καταστεί εφικτή η χορήγηση της άδειας αυτουσίως (in natura) μέσα στο ημερολογιακό έτος, στο οποίο αυτή αντιστοιχεί, η αξίωση για την άδεια μετατρέπεται σε χρηματική. Τότε, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αποδοχές, τις οποίες θα κατέβαλλε, εάν ο τελευταίος είχε λάβει την άδεια αυτουσίως (αποδοχές άδειας). Εάν, πέραν τούτου, η μη χορήγηση της άδειας μπορεί να αποδοθεί σε πταίσμα του εργοδότη (ακόμη και σε βαθμό ελαφριάς αμέλειας), αυτός οφείλει, ως αστική ποινή, προσαύξηση 100% επί των αποδοχών αδείας. Το πταίσμα του εργοδότη τεκμαίρεται, όταν αποδειχθεί ότι ο εργαζόμενος ζήτησε να του χορηγηθεί η άδεια αυτουσίως, αλλά ο εργοδότης απέφυγε να τον ικανοποιήσει.
Επίσης, το άρθρο 2 παρ.6 του ΑΝ 539/1945 περί χορηγήσεως αδειών με αποδοχές στους μισθωτούς ορίζει ότι, για τον υπολογισμό του χρόνου απασχόλησης του μισθωτού, τα χρονικά διαστήματα κατά τα οποία έχει απόσχει ή απέχει από την απασχόλησή του για ασθένεια βραχείας διάρκειας, στράτευση, απεργία, ανταπεργία ή ανώτερη βία δεν εξομοιώνονται με χρόνο μη απασχόλησης και δεν συμψηφίζονται με τις ημέρες αδείας. Από τη διάταξη αυτή, αλλά και από τη γενικότερη διάταξη του άρθρου 667 ΑΚ, προκύπτει ότι, στις περιπτώσεις όπου ο μισθωτός δεν απέχει από την αποσχόλησή του για οποιαδήποτε από τις αναφερόμενες πιο πάνω αιτίες, αλλά απουσιάζει χωρίς δικαιολογία ή με την πρόφαση της συμμετοχής του σε απεργία, που δεν είναι νόμιμη, καταλογίζεται ο χρόνος της απουσίας του αυτής στη διάρκεια της αδείας του, από την οποία αφαιρείται.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.3 του Ν.2112/1920 όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 του Ν.4558/1930, ορίζεται ότι … «ως βραχείας διάρκειας ασθένεια θεωρείται εκείνη, που διαρκεί ένα μήνα για υπαλλήλους, που υπηρετούν μέχρι τέσσερα έτη, τρεις μήνες για υπαλλήλους που υπηρετούν πλέον των τεσσάρων ετών, όχι όμως και πλέον των δέκα ετών….».
Σύμφωνα, επομένως, με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 2 παρ.6 ΑΝ 539/1945 και 5 παρ.3 Ν.2112/1920 τα διαστήματα, κατά τα οποία ο μισθωτός απέχει από την απασχόλησή του λόγω βραχείας σχετικής διάρκειας ασθένειας, θεωρούνται ως χρόνος απασχόλησης και δεν συμψηφίζεται προς τις ημέρες της άδειας, τις οποίες αυτός δικαιούται, την οποία επομένως δεν απομειώνουν. Ο λόγος θέσπισης της διάταξης αυτής ήταν να μην αποστερείται από την κανονική του άδεια ο μισθωτός, που απέχει από την εργασία του λόγω βραχείας ασθένειας επί διαστήματα, που ποικίλλουν ανάλογα με τα έτη υπηρεσίας του.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1 και 6 και 3 παρ.1 και 8 του ΑΝ 539/1945,όπως η παρ.8 προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ.3 του Ν.4547/1966, που ορίζουν, ότι κατά τη διάρκεια της άδειας ο μισθωτός δικαιούται των συνήθων αποδοχών, τις οποίες θα λάμβανε αν απασχολούνταν και ότι οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας προκαταβάλλονται κατά την έναρξη της αδείας, αλλά και από το όλο πνεύμα των διατάξεων του νόμου αυτού, καθώς και από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.16 Ν.4504/1966 που ορίζει ότι το επίδομα άδειας καταβάλλεται ομού μετά των αποδοχών άδειας, συνάγεται, ότι η λήψη αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας προϋποθέτει τη λήψη άδειας, αφού οι εν λόγω αποδοχές και το ανάλογο επίδομα άδειας δεν αποτελούν ανεξάρτητο και αυτοτελές δικαίωμα του μισθωτού, αλλά παρεπόμενο του κυρίου δικαιώματος, δηλαδή του δικαιώματος λήψεως της άδειας. Επομένως, όταν για λόγους, που αφορούν τον εργαζόμενο, δεν οφείλεται άδεια, δεν οφείλονται και αποδοχές και επίδομα αδείας, αφού οι επιμέρους παροχές, που συνθέτουν την άδεια αναψυχής έχουν στενή και άμεση εξάρτηση, η δε σχετική αξίωση είναι ενιαία και αδιαίρετη (Ολ. ΑΠ 1139/1974).
Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα
Δικηγόρος