Αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων; Άλλως: Δεσμεύεται το πολιτικό δικαστήριο από την τυχόν προηγηθείσα -αθωωτική ή καταδικαστική- απόφαση του ποινικού δικαστηρίου; Σχέση δεδικασμένου και τεκμηρίου αθωότητας
Από το άρθρο 321 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο, συνάγεται ότι οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων δεν αποτελούν δεδικασμένο στην πολιτική δίκη (ΑΠ 410/2010, ΑΠ 443/2009, ΑΠ 1349/2008, ΑΠ 987/2008).
Από την άλλη, το άρθρο 57 § 1 ΚΠοινΔ ορίζει ότι αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ’ αυτήν διαφορετικός χαρακτηρισμός.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 6 § 1 εδ. α’ και § 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 «παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως» και «παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται, ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του».
Ταυτόσημη είναι και η διάταξη του άρθρου 14 § 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 2642/1997 και ορίζει ότι «κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο».
Προσέτι, το άρθρο 4 § 1 του εβδόμου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ ορίζει ότι κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή να καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους, για μία παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με τον νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού.
Κατά τη μία στη νομολογία άποψη, με τις ανωτέρω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις δεν καθιερώνεται μεν δεδικασμένο στην πολιτική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, κατοχυρώνεται, όμως, και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο, δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις μόνον εκείνες, στις οποίες ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, το οποίο, επιλαμβανόμενο μεταγενεστέρως είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, ερμηνεύει για τις ανάγκες της δίκης την ποινική αθωωτική απόφαση -η οποία στηρίζεται στα αυτά πραγματικά περιστατικά με εκείνα τα οποία εισάγονται ενώπιόν του- κατά τρόπο τέτοιο, ώστε να δημιουργούνται αμφιβολίες ως προς την προηγουμένη απαλλαγή του διαδίκου (βλ. ΑΠ 302/2016, ΑΠ 1364/2011 ΤΝΠ Νόμος). Το τεκμήριο αθωότητας αποτελώντας τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και άμεσα συνδεόμενο με τη γενική αρχή της ενοχής (άρθρα 7 § 1 Συντ. και 14 ΠΚ), συνεπάγεται -κατά την άποψη αυτή- τις ακόλουθες ειδικότερες αρχές: 1. Ότι κανένας δεν μπορεί να καταδικασθεί ή να κηρυχθεί ένοχος, αν δεν έχει δικασθεί σύμφωνα με το νόμο και ύστερα από μια νόμιμη δικαστική διαδικασία, 2. ότι καμία ποινή ή άλλη ανάλογη κύρωση δε μπορεί να επιβληθεί σε βάρος προσώπου, εφόσον η ενοχή του δεν έχει απαγγελθεί σύμφωνα με τους τύπους, που προβλέπει ο νόμος, 3. ότι κανένας δε μπορεί να υποχρεωθεί να αποδείξει την αθωότητά του ή βεβαίως την ενοχή του (nemo tenetur se ipsum accusare), και τέλος 4. ότι η αμφιβολία είναι πάντοτε υπέρ του κατηγορουμένου. Στην ειδικότερη περίπτωση που η τέλεση μιας ποινικά κολάσιμης πράξης δικαιολογεί συγχρόνως και αστική αξίωση του παθόντος προς προστασία των εννόμων συμφερόντων του, κατά την εκδίκαση του συγκεκριμένου βιοτικού γεγονότος στα πολιτικά δικαστήρια, το τεκμήριο αθωότητας δέον να χαράσσει τα απώτατα όρια της δικαιοδοτικής εξουσίας του πολιτικού δικαστηρίου ως εξής: 1. Ο εναγόμενος – κατηγορούμενος θα πρέπει και στην πολιτική δίκη να αντιμετωπίζεται από το δικαστήριο ως αθώος, με τις ίδιες δικαιοκρατικές εγγυήσεις, που ισχύουν και στην αντίστοιχη ποινική δίκη. 2. Δεν πρέπει το ουσιαστικό και δικονομικό αστικό δίκαιο να θέτει τεκμήρια ενοχής, δηλαδή τεκμήρια από τα οποία να προκύπτει άνευ αποδείξεως η ενοχή του εναγομένου για την διάπραξη του ποινικού και συγχρόνως αστικού αδικήματος. 3. Δεν πρέπει το βάρος απόδειξης της μη τέλεσης του ποινικού και συγχρόνως αστικού αδικήματος να επιρρίπτεται στον εναγόμενο. 4. Κατά την αναφορά του πολιτικού δικαστηρίου σε τυχόν προεκδοθείσα αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αμφισβήτηση του αθωωτικού αποτελέσματος αυτής, με την επίκληση λ.χ. ότι είναι προϊόν αμφιβολιών και όχι βεβαιότητας του δικαστηρίου για την αθωότητα, ότι λήφθηκε όχι ομόφωνα αλλά κατά πλειοψηφία, ότι στηρίχθηκε στη μη απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος, ότι διαφώνησε ο εισαγγελέας της έδρας κ.α. (βλ. ΑΠ 1422/2017 ΤΝΠ Νόμος).
Σύμφωνα, ωστόσο, με μια δεύτερη άποψη της νομολογίας, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν μπορεί να έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο κωλύεται / δεν έχει το δικαίωμα να καταλήξει -μετά από αποδείξεις και με πλήρως αιτιολογημένη δικανική κρίση, συνεκτιμώντας φυσικά και την αθωωτική ποινική απόφαση- σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί οπωσδήποτε την ποινική αθώωση και να τη θέσει ως βάση στην απόφασή του. Οι διατάξεις των άρθρων 93 – 96 του Συντ. αφενός κατοχυρώνουν τη διάκριση των δικαστηρίων και αφετέρου κατανέμουν μεταξύ τους τη δικαιοδοσία σε διοικητική, πολιτική και ποινική, κατ’ αντιστοιχία των προβλεπόμενων δικαστηρίων και των υπαγόμενων σε αυτά διαφορών ή υποθέσεων. Βασική συνέπεια που αναδεικνύει το ουσιαστικό περιεχόμενο της διάκρισης των δικαιοδοσιών είναι το διακριτό δεδικασμένο των αποφάσεων κάθε δικαιοδοτικής λειτουργίας, το οποίο ορίζεται διαφορετικά από τον αντίστοιχο δικονομικό νομοθέτη (άρθρα 321 επ. ΚΠολΔ, 57 ΚΠοινΔ, 197 ΚΔΔικ). Οι ρυθμίσεις αυτές επιβάλλουν το δεδικασμένο να είναι δεσμευτικό καταρχήν μόνον εντός της οικείας δικαιοδοσίας, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν άνευ ετέρου δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Η αποδεικτική δέσμευση των δικαστηρίων από τις δικαστικές αποφάσεις άλλων δικαιοδοτικών κλάδων μπορεί να γίνει ανεκτή, μόνο εφόσον υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου ή σε διατάξεις της οικείας δικονομίας (βλ. π.χ. άρθρο 5 παρ. 2 ΚΔΔικ).
Επομένως, όταν το πολιτικό δικαστήριο αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα -αθωωτική ή καταδικαστική- απόφαση ποινικού δικαστηρίου, επιβάλλεται, ωστόσο, να λάβει σοβαρά υπόψη του την ποινική κρίση ως ισχυρό τεκμήριο, δυνάμενο να αφίσταται απ’ αυτήν μόνο με απόλυτα αιτιολογημένη δικαστική απόφαση. Ειδικά στην περίπτωση της αθωωτικής απόφασης, αυτή δεν συνεπάγεται για το πολιτικό δικαστήριο αποδεικτική δέσμευση, η οποία να οδηγεί κατ’ ανάγκη σε αποδεικτικό αποτέλεσμα σύμφωνο με την αθώωση και συνακόλουθα σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται έτσι η αρχή του άρθρου 6 § 2 ΕΣΔΑ και 14 § 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Μια τέτοια θεώρηση αφενός δεν είναι σύμφωνη με τα δογματικά όρια του ίδιου του τεκμηρίου αθωότητας, αφετέρου προσκρούει στο Σύνταγμα, αφού έτσι δημιουργείται ένα νέο είδος αποδεικτικής δέσμευσης και δεδικασμένου, μη προβλεπόμενου νομοθετικά και ασύμβατου με τη συνταγματική διάκριση των δικαστικών δικαιοδοσιών, από την οποία και πηγάζει η δικονομική αρχή της μη δέσμευσης των πολιτικών δικαστηρίων από τις αποφάσεις των ποινικών. Με άλλα λόγια, αν η δέσμευση αυτή νοηθεί ως ένα ιδιαίτερο είδος δεδικασμένου, υπάρχει κώλυμα προερχόμενο από τις διατάξεις περί της συνταγματικής διάκρισης των δικαιοδοσιών των δικαστηρίων. Αν πάλι το νέο αυτό είδος δέσμευσης μεταξύ των δικαιοδοσιών συνιστά μία έκφραση της βεβαιωτικής ενέργειας ή αλλιώς της διαπιστωτικής δύναμης των δικαστικών αποφάσεων -έννοια άγνωστη στο αστικό δικονομικό δίκαιο- τότε για την αποδοχή μιας τέτοιου είδους δέσμευσης απαραίτητη είναι η ύπαρξη ρητής νομοθετικής πρόβλεψης, η οποία ωστόσο δεν υφίσταται (ακόμη) (βλ. τη μειοψηφήσασα στην υπ’ αρ. 889/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου άποψη δύο μελών του Δικαστηρίου, των Αρεοπαγιτών Αβροκόμης Θούα και Γεωργίου Αποστολάκη. Βλ. επίσης ΑΠ 1422/2017, ΑΠ 344/2016, ΑΠ 1398/2015, ΑΠ 215/2013 ΤΝΠ Νόμος).
Βικεντία – Άννα Μπενάκη
Δικηγόρος Αθηνών
Μ.Δ.Ε. Φιλοσοφίας Δικαίου Νομικής Αθηνών
info@efotopoulou.gr