Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Άρθρο 38 παρ. 3, Ν. 4624/2019 – Παράνομη επεξεργασία/ μετάδοση ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων – Παράνομη προσβολή της προσωπικότητας και δη της εικόνας του προσώπου – υποκειμένου των δεδομένων, ως ιδιαίτερης έκφανσης της προσωπικότητάς του –  Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης – Προϋποθέσεις

Από το συνδυασμό των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ συνάγονται τα εξής: Όποιος παράνομα προσβάλλεται στην προσωπικότητά του, νοούμενη ως το προστατευόμενο από το Σύνταγμα (άρθρ. 2 παρ. 1) σύνολο των αξιών που απαρτίζουν την ουσία του ανθρώπου, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Σε περίπτωση, δε, που η παράνομη προσβολή της προσωπικότητας υπήρξε και υπαίτια, το Δικαστήριο μπορεί επιπλέον, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπ’ όψιν του το είδος της προσβολής, να καταδικάσει τον υπαίτιο (προσβολέα) να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη, που τυχόν έχει επέλθει, ιδίως με πληρωμή χρηματικού ποσού, με δημοσίευμα ή με οτιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Προστατεύεται έτσι με τα παραπάνω άρθρα η προσωπικότητα και κατ’ επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο, ως προελέχθη, από το άρθρ. 2 παρ. 1 του Συντάγματος[1].

Το δικαίωμα στην προσωπικότητα είναι απόλυτο, υπό την έννοια ότι αναπτύσσει την ενέργειά του εναντίον κάθε τρίτου προσβολέα, απαράγραφο αυτό καθ’ εαυτό με υπαγόμενες στην παραγραφή μόνο των απορρεουσών εξ αυτού αξιώσεων, ακατάσχετο, απολύτως προσωπικό, αφού βρίσκεται σε αναπόσπαστο σύνδεσμο με το πρόσωπο του φορέα και συνεπώς είναι ακληρονόμητο και αμεταβίβαστο, με εξαίρεση ορισμένες εκφάνσεις του που ο νόμος κατ’ εξαίρεση επιτρέπει το αντίθετο (π.χ. όνομα, προϊόντα διανοίας), ενιαίο και αυτοτελές και δεν μπορεί να ανήκει σε περισσότερους, ενώ συν τοις άλλοις είναι δημοσίας τάξης, καθόσον ενδιαφέρεται γι’ αυτό άπασα η δημόσια τάξη.

Εξαντλητική απαρίθμηση των αγαθών που συνθέτουν το περιεχόμενο του δικαιώματος της προσωπικότητας δεν είναι δυνατή. Γίνεται πάντως δεκτό, ότι τα κυριότερα από τα αγαθά που εμπίπτουν στην προστασία του άρθρου 57 ΑΚ είναι: α) τα σωματικά αγαθά (η ζωή, η υγεία, η σωματική ακεραιότητα κ.λπ.), β) τα ψυχικά αγαθά (ψυχική υγεία, συναισθηματικός κόσμος, ο οποίος προσβάλλεται κατά κανόνα δευτερογενώς συνεπεία άλλης παράνομης πράξης που στρέφεται κατά του προσβαλλόμενου και προκαλεί σε αυτόν σωματικό ή ψυχικό πόνο), γ) η εξωτερική τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι για αυτόν, ή αλλιώς στην αποδιδόμενη σε αυτόν ηθική αξία λόγω της δικανικής του ικανότητας και του ανεπίληπτου ήθους, δ) η ελευθερία και ειδικότερα η ελευθερία για ανάπτυξη της προσωπικότητας του ανθρώπου και επιχείρηση κάθε ενέργειας, στ) η αναπαράσταση της εικόνας, της φωνής και γενικώς της ζωής του ανθρώπου, ζ) το άσυλο της κατοικίας, που διασφαλίζεται και συνταγματικά και ποινικά κ.λπ.. Τα ως άνω έννομα αγαθά που περικλείονται στο δικαίωμα της προσωπικότητας δεν αποτελούν αυτοτελή δικαιώματα αλλά επιμέρους εκδηλώσεις, εκφάνσεις ή πλευρές του ενιαίου δικαιώματος επί της ιδίας προσωπικότητας, έτσι ώστε η προσβολή οποιασδήποτε εκφάνσεως της προσωπικότητας να σημαίνει και προσβολή της συνολικής έννοιας «προσωπικότητα».

Όσον αφορά, ειδικότερα, στην εικόνα του ανθρώπου, αυτή ανήκει όχι στο κοινό αλλά μόνο σε εκείνον που παριστάνει και για το λόγο αυτό, η από άλλον αποτύπωση, με φωτογράφηση ή με άλλον τρόπο ή η προβολή αυτής δημοσίως, χωρίς τη συναίνεση του εικονιζόμενου, αποτελεί, καθαυτή, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή του δικαιώματος επί της ιδίας εικόνας και δεν απαιτείται να προσβάλλεται συγχρόνως και άλλο αγαθό της προσωπικότητάς του, όπως το απόρρητο της ιδιωτικής του ζωής ή η υπόληψή του. Αν, ωστόσο, συμβεί και το εικονιζόμενο πρόσωπο εμφανίζεται κάτω από συνθήκες που παραβιάζουν το απόρρητο της ιδιωτικής του ζωής, με την αποκάλυψη στοιχείων της, όπως η κατάσταση της υγείας του ή που μειώνουν την υπόληψή του, όπως όταν συνοδεύεται με δυσμενείς κρίσεις, εκτιμήσεις ή συμπεράσματα, που είναι αληθή μεν αλλά ελλιπή και έχουν σχέση με την προσωπική κατάσταση του εικονιζόμενου, δημιουργούν, δε, εσφαλμένες εντυπώσεις ή αρνητικό κλίμα εις βάρος του, τότε προσβάλλονται περισσότερες εκφάνσεις της προσωπικότητάς του (εικόνα, απόρρητο ιδιωτικού βίου, υπόληψη), και η προσβολή είναι σημαντικότερη.

Έτι βαρύτερη, δε, καθίσταται η προσβολή του προσώπου όταν στη χρησιμοποιούμενη εικόνα, το πρόσωπο απεικονίζεται γυμνό ή ημίγυμνο, έστω και αν η φωτογράφησή του σε τέτοια κατάσταση είχε γίνει στο παρελθόν, για άλλους λόγους, με τη συναίνεσή του. Η συναίνεση δεν υπόκειται σε ορισμένο τύπο και δύναται να δοθεί ρητώς ή σιωπηρώς. Το δικαίωμα που έχει κάθε άνθρωπος στην εικόνα αυτού προσβάλλεται αυτοτελώς, χωρίς να είναι ανάγκη να προσβάλλεται συγχρόνως και άλλο αγαθό της προσωπικότητάς του, γιατί το δικαίωμα αυτό συνάπτεται περισσότερο με το δικαίωμα της ελευθερίας που έχει κάθε άνθρωπος να εμφανίζεται δημόσια ο ίδιος ή η εικόνα του (που αποτελεί την εξωτερική μορφή του), μόνο όταν αυτός το θέλει.

Για την εφαρμογή της ΑΚ 57, δηλαδή την παροχή προστασίας σύμφωνα με τους ορισμούς της στο δικαίωμα επί της προσωπικότητας, πρέπει να συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις, ήτοι: α) προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας, η οποία προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτομένου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, όπερ συμβαίνει όταν η προσβολή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή κατ’ ενάσκηση μεν δικαιώματος το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ ή το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας[2]. Στην περίπτωση αυτή, η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ασφαλώς ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας[3], οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρ. 914, 919, 920 και 932 ΑΚ (άρθρ. 57 παρ. 2 ΑΚ), ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.

Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει όταν το άτομο προσβάλλεται στην εικόνα του, ως ιδιαίτερη έκφανση της προσωπικότητάς του, δια της παράνομης επεξεργασίας/ μετάδοσης ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων του, κατά την έννοια του άρθρ. 38 παρ. 3 του Ν. 4624/2019.

Πιο συγκεκριμένα, κατά τη διάταξη του άρθ. 38 του Ν. 4624/2019: «1. Όποιος, χωρίς δικαίωμα: α) επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και με την πράξη του αυτή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών· β) τα αντιγράφει, αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, συλλέγει, καταχωρεί, οργανώνει, διαρθρώνει, αποθηκεύει, προσαρμόζει, μεταβάλλει, ανακτά, αναζητεί πληροφορίες, συσχετίζει, συνδυάζει, περιορίζει, διαγράφει, καταστρέφει, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός (1) έτους, εάν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη.

  1. Όποιος χρησιμοποιεί, μεταδίδει, διαδίδει, κοινολογεί με διαβίβαση, διαθέτει, ανακοινώνει ή καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία απέκτησε σύμφωνα με την περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 ή επιτρέπει σε μη δικαιούμενα πρόσωπα να λάβουν γνώση των δεδομένων αυτών, τιμωρείται με φυλάκιση, εάν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη.
  2. Εάν η πράξη της παραγράφου 2 αφορά ειδικών κατηγοριών δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του άρθρου 9 παράγραφος 1 του ΓΚΠΔ […], ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, εάν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη».

Κατά την αιτιολογική έκθεση, δε, του Ν. 4624/2019, οι παράγραφοι 2 και 3 του μόλις ρηθέντος άρθρου, συνιστούν «εγκλήματα χρήσης» και μάλιστα λόγω της έντασης της βλάβης που προκαλείται με την τέλεσή τους στο έννομο αγαθό των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του υποκειμένου, συνθέτουν διακεκριμένες μορφές του βασικού εγκλήματος της παραγράφου 1 περ. α΄. Στην προμνησθείσα παράγραφο 3, μάλιστα, το περιεχόμενο του αδίκου περιλαμβάνει τη «χρήση» ιδιαίτερων κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία προβλέπονται στο άρθ. 9 παρ. 1 του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (ΓΚΠΔ), μεταξύ των οποίων και δεδομένων που αφορούν στη σεξουαλική ζωή φυσικού προσώπου, που ως εκ της φύσεώς τους ως ιδιαίτερα ευαίσθητων για τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες του ατόμου, κατέστησαν αναγκαία την πρόβλεψη αυστηρότερης ποινής σε σύγκριση με την ποινή που προβλέπεται στην παρ. 2.

Στο σημείο αυτό, προσήκει να σημειωθεί ότι η δημοσίευση προσωπικών δεδομένων στο διαδίκτυο συνιστά επεξεργασία και, μάλιστα, εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων. Και τούτο, διότι, όπως έχει κρίνει και το ΔΕΚ, «η αναγραφή στοιχείων σε ιστοσελίδα του διαδικτύου προϋποθέτει, σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες σήμερα τεχνικές και μηχανογραφικές διαδικασίες, την εκτέλεση μιας εργασίας τοποθετήσεως της σελίδας αυτής σε ένα διακομιστή του διαδικτύου («server»), καθώς και τις αναγκαίες εργασίες για να μπορούν να έχουν πρόσβαση στη σελίδα αυτή τα πρόσωπα που συνδέονται με το διαδίκτυο. Οι εργασίες αυτές πραγματοποιούνται, τουλάχιστον εν μέρει, κατά τρόπο αυτοματοποιημένο […]», συνεπώς, καταλήγει το ΔΕΚ, «[…] η εργασία, που συνίσταται στην αναφορά, επί ιστοσελίδας του διαδικτύου, σε διάφορα πρόσωπα και στον προσδιορισμό τους είτε με το όνομά τους είτε με άλλα μέσα […] συνιστά αυτοματοποιημένη, εν όλω ή εν μέρει, επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 της Οδηγίας 95/46» (Απόφαση της 6.11.2003, Υπόθεση G-101ZQ1, Lindqvist, Σκέψεις 25- 27 – πρβλ. σχετικά και Απόφαση 17/2008 της Αρχής, Σκέψεις 12-13) (απόφαση με αρ. 7/2017 της επιτροπής της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα ΠΟΙΝΔ/ΝΗ).

Για την αντικειμενική θεμελίωση του παραπάνω εγκλήματος απαιτείται: α) η ύπαρξη δεδομένων που περιλαμβάνονται σε «Αρχείο», τέτοιο, δε, «Αρχείο» προσωπικών δεδομένων αποτελούν και οι σύγχρονες βιντεοκάμερες, οι οποίες διαθέτουν λογισμικά προγράμματα, στα οποία ο κάτοχος ή ο ιδιοκτήτης τους καταχωρεί σε ξεχωριστά αρχεία τα προσωπικά δεδομένα του που αναφέρονται στις φωτογραφίες του, στα βίντεο του κ.λπ., τα οποία αρχεία, όταν είναι πολλά είναι διαρθρωμένα σε φακέλους και υποφακέλους όπως και στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, άλλοις λόγοις, δηλαδή, τα αρχεία της σύγχρονης βιντεοκάμερας αποτελούν διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια και τα οποία μπορούν τύχουν επεξεργασίας[4], β) να πρόκειται για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, ήτοι πληροφορίες που αναφέρονται στο υποκείμενο των δεδομένων και γ) η ταυτότητα του υποκειμένου των δεδομένων ήτοι του φυσικού προσώπου, στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα να είναι γνωστή ή να μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή, να μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως.

Αγγελική Πολυδώρου, Δικηγόρος

e-mail: info@efotopoulou.gr

[1] βλ. ΑΠ 1735/2009

[2] βλ. ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1599/2000, 333/2010, 356/2010, 1007/2010

[3] βλ. ΑΠ 167/2000

[4] βλ. ΑΠ 1306/2006 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί