Άσκηση αγωγής προσβολής πατρότητας μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας
Δικαίωμα άσκησης αγωγής προσβολής πατρότητας τέκνου που έχει γεννηθεί διαρκούντος του γάμου των γονέων του και αγωγής για την αναγνώριση της πατρότητας έχει, εκτός των άλλων προσώπων, και αυτό το ίδιο το παιδί, είτε μέσω της μητέρας του ή του πατέρα του, εφόσον είναι ανήλικο, είτε αυτοπροσώπως, μετά την ενηλικίωσή του. Στην τελευταία περίπτωση το δικαίωμα του παιδιού για τη δικαστική αναζήτηση της πατρότητάς του υποκύπτει σε απόσβεση εντός ενός έτους από την ενηλικίωσή του. Με την αποσβεστική προθεσμία, ο νομοθέτης επιδιώκει την άρση μιας εκκρεμότητας στις βασικές σχέσεις των ανθρώπων και προσπαθεί να περιορίσει τη συμπεριφορά του δικαιούχου, ώστε αυτή να μη συντελεί στην επίταση της προϋπάρχουσας εκκρεμότητας. Γι’ αυτό προβλέπεται από το νόμο ορισμένη προθεσμία, μετά την άπρακτη παρέλευση της οποίας αίρεται η εκκρεμότητα με την απόσβεση του δικαιώματος και την οριστική σταθεροποίηση της υπάρχουσας έννομης κατάστασης.
Συνεπώς, στην αποσβεστική προθεσμία παρατηρείται μια αυστηρότητα, η οποία επιβάλλεται: α) από την έκταση της προκαλούμενης αβεβαιότητας, η οποία είναι άσχετη με την αδράνεια του δικαιούχου και υπάρχει χωρίς αυτή, β) από το χρόνο που γεννιέται η αβεβαιότητα, γ) γιατί το συμφέρον που προστατεύεται στις σχετικές περιπτώσεις, στηρίζεται όχι σε μια κατάσταση πραγμάτων, που διατηρείται για ορισμένο χρόνο, αλλά σε δικαιώματα, σχέσεις ή καταστάσεις που ισχύουν από το νόμο ή τη δικαιοπρακτική βούληση και δ) γιατί ο νομοθέτης ή οι δικαιοπρακτούντες τάσσουν θεληματικά αποσβεστική προθεσμία επιδιώκοντας τη γρήγορη και με δραστικό τρόπο εκκαθάριση μιας αβεβαιότητας ή τον άμεσο εξαναγκασμό του δικαιούχου να επισπεύσει τη σχετική ενέργεια ή πράξη άσκησης του δικαιώματος.
Όμως η αποσβεστική προθεσμία αποτελεί δραστικό μέσο και ως τέτοιο προκαλεί έννομη μεταβολή. Διακρίνοντας ο νομοθέτης τον απόλυτο και άκαμπτο χαρακτήρα της αποσβεστικής προθεσμίας και τα άδικα αποτελέσματα, στα οποία αυτός οδηγούσε, διατύπωσε στο άρθρο 279 ΑΚ τη γενική αρχή ότι στις αποσβεστικές προθεσμίες εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την παραγραφή. Κατά λογική ερμηνεία της διάταξης, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αναλογικής απότ ο Δικαστή εφαρμογής, θα εφαρμοστούν εκείνες οι διατάξεις, που συμβιβάζονται με το σκοπό, τη φύση και την έννοια της αποσβεστικής προθεσμίας. Ως συμβιβασμένες με την έννοια και το σκοπό της αποσβεστικής προθεσμίας διατάξεις θεωρούνται κύρια αυτές που αναφέρονται στην αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής (άρθρα 255 και 260 επ. ΑΚ). Σύμφωνα με την ορθότερη άποψη, τόσο της θεωρίας όσο και της νομολογίας, εφόσον οι περί αναστολής διατάξεις συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό που επιδιώκει η αποσβεστική προθεσμία, μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι παραπάνω διατάξεις (ΑΠ 630/1963, ΑΠ 1037/1974, ΕφΚερκ 57/1969).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 255, 257 και 279 του ΑΚ συνάγεται ότι η αποσβεστική προθεσμία, όπως και η παραγραφή των αξιώσεων λόγω της αναλογίας δικαίου (ΑΠ 430/2003), αναστέλλεται, μεταξύ άλλων, για όσο χρόνο ο δικαιούχος αποτράπηκε με δόλο του υπόχρεου να ασκήσει το δικαίωμα, ο δε δόλος του υπόχρεου πρέπει να συμπίπτει με το τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής ή της αποσβεστικής προθεσμίας. Η νομοθετική πρόβλεψη της αναστολής για δόλο του υπόχρεου αποτελεί έκφραση της γενικής αρχής του δικαίου, κατά την οποία δεν είναι ανεκτός ο δόλος στις συναλλακτικές σχέσεις και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η επίτευξη της παρόδου του χρόνου με παρελκυστικές συζητήσεις ή διαπραγματεύσεις, που έχουν σκοπό την απραξία του δικαιούχου μέχρι να συμπληρωθεί η παραγραφή ή η προθεσμία. Ως δόλος νοείται κάθε ενέργεια του υπόχρεου κατευθυνόμενη στην απραξία του δικαιώματος και τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής της αξίωσης, πραγματοποιούμενος, ειδικότερα, με παραπλανητικές εκδηλώσεις τείνουσες στη δημιουργία στο δικαιούχο εντυπώσεων περί της ικανοποίησης της αξίωσής του και την απραξία του στο τελευταίο της παραγραφής εξάμηνο. Τέτοια, επομένως, δόλια συμπεριφορά του υπόχρεου υπάρχει, όταν ο τελευταίος προκαλεί την έναρξη διαπραγματεύσεων για την εξεύρεση συμβιβαστική ςλύσης, που φαινομενικά, δηλαδή, γίνονται για το σκοπό αυτό, αλλά που στην πραγματικότητα κατευθύνονται στο να συνεχιστεί η απραξία των δικαιούχων ή όταν γίνονται παρελκυστικές συζητήσεις με πρόθεση ο δικαιούχος να μην προβεί στην έγκαιρη άσκηση της αξίωσής του.
Ο ισχυρισμός του δικαιούχου περί αναστολής της προθεσμίας λόγω δόλου του υπόχρεου μπορεί να προβληθεί μόνο από τον ίδιο ως αντένσταση κατά της προτεινόμενης και αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενης ενστάσεως περί συμπληρώσεως της αποσβεστικής προθεσμίας, η οποία (αντένσταση), για να είναι πλήρης, πρέπει να καθορίζει σε τι συνίσταται ο δόλος και ότι η δόλια ενέργεια έλαβε χώρα μέσα στο τελευταίο εξάμηνο προ της συμπλήρωσης του χρόνου της αποσβεστικής προθεσμίας και διήρκεσε μέχρι το τελευταίο εξάμηνο πριν από την άσκηση της αγωγής, αφού η αναστολή αυτή διαρκεί καθ’ όλο το χρόνο της δόλιας αποτροπής (ΑΠ 715/2006). Βαριά αμέλεια δεν αρκεί, ενώ τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής δεν επηρεάζει η διατήρηση της πλάνης του δικαιούχου, η ολιγωρία του ή η επιπολαιότητά του (ΕφΑθ 6026/2001). Σημειωτέον ότι δεν χωρεί αναστολή της παραγραφής από την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης μέχρι την άσκηση ενδίκου μέσου (ΟλΑΠ 1143/1983).
Η απόφαση που δέχεται ή απορρίπτει την αγωγή προσβολής πατρότητας τέκνου που γεννήθηκε σε γάμο είναι διαπλαστική και κατά ρητή επιταγή της διάταξης 1472 εδ. 1 ΑΚ, τα αποτελέσματά της επέρχονται αφού γίνει αμετάκλητη, αναδρομικά δηλαδή, από το χρόνο της γέννησης του τέκνου.
Συνακόλουθα των ανωτέρω, το τέκνο που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου, δεν μπορεί να αναγνωρισθεί από τον αληθινό του πατέρα πριν χωρήσει προσβολή πατρότητας του συζύγου της μητέρας και εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Κατά ρητή νομοθετική επιταγή του άρθρου 1472 παρ. 2 ΑΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 19 παρ. 1γ ν. 2521/1997, στην ειδική περίπτωση που ενάγων στην αγωγή προσβολής πατρότητας είναι ο άνδρας που είχε σαρκική συνάφεια με τη μητέρα, ο εραστής, η αμετάκλητη απόφαση που δέχεται την προσβολή επιφέρει αυτοδικαίως δικαστική αναγνώριση του παιδιού από τον άνδρα αυτόν. Στην τελευταία περίπτωση εφαρμόζεται ως προς αυτόν το άρθρο 1484 ΑΚ και το τέκνο έχει ως προς όλα θέση τέκνου γεννημένου σε γάμο απέναντι και στους δύο γονείς και τους συγγενείς τους (Σκεπτικό απόφασης με αριθμό 5061/2019 του ΜονΠρΑθ, αδημ. απόφαση από υπόθεση του γραφείου μας, χειρισμός υπόθεσης: δικηγόρος Ανδρέας Ματσακάς, βλ. το κείμενο της απόφασης πατώντας εδώ).
Ευγενία Φωτοπούλου
δικηγόρος
evgenia@efotopoulou.gr