Αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού λόγω μη περιβληθέντος τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου –και εξ αυτού άκυρου- προσυμφώνου. Οι θέσεις της νομολογίας ως προς τον επικουρικό χαρακτήρα της αγωγής του 904 ΑΚ
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 369 και 1033 του ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητος ακινήτου απαιτείται η σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου. Στον ίδιο τύπο υποβάλλεται (άρθρο 166ΑΚ) και το προσύμφωνο . Εάν για το προσύμφωνο δεν τηρήθηκε ο συμβολαιογραφικός τύπος, το τίμημα που τυχόν καταβλήθηκε με αυτό από τον αγοραστή για τη μέλλουσα κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, λόγω της κατά τα άρθρα 159, 180 ΑΚ ακυρότητας του προσυμφώνου, μπορεί να αναζητηθεί με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Κατά την έννοια του άρθρου 904 ΑΚ αναγνωρίζεται αξίωση προς απόδοση της ωφελείας που αποκτήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή επί ζημία άλλου και όταν η παροχή έγινε σε εκτέλεση της συμβάσεως για την οποία ο νόμος απαιτεί την τήρηση ορισμένου τύπου και ο τύπος αυτός δεν τηρήθηκε. Στην περίπτωση αυτή η σύμβαση, για την οποία δεν τηρήθηκε ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου, θεωρείται ως μη γενομένη και επομένως δεν υπάρχει νόμιμη αιτία που να δικαιολογεί τη διατήρηση της παροχής στο λήπτη, εφόσον η βούληση του δότη που εκδηλώθηκε άτυπα, δεν αναγνωρίζεται από το νόμο. Κατά συνέπεια, η προκαταβολή τιμήματος σε εκτέλεση προσυμφώνου αγοράς ακινήτου, για το οποίο δεν συντάχθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο, συνιστά χωρίς νόμιμη αιτία πλουτισμό του πωλητή από την περιουσία του αγοραστή (ΟλΑΠ 2/1987 ΝοΒ 36.69- ΑΠ 828/2003 ΑΠ 345/2004, δημ ΝΟΜΟΣ – ΕφΠειρ. 685/2013, ΕφΛαρ 460/2015 ΕφΔωδ 54/2007 δημ ΝΟΜΟΣ). Επιπλέον, η αγωγή του αδικαιολογήτου πλουτισμού έχει, τόσο από ουσιαστική όσο και από δικονομική άποψη, επιβοηθητικό ή επικουρικό χαρακτήρα παρεχόμενη στο δικαιούχο μόνο εάν αυτός δεν έχει καμία άλλη αξίωση για την ικανοποίησή του, απορρέουσα από οποιαδήποτε αιτία (όπως π.χ. από τη σύμβαση, από την κοινωνία, από τη διοίκηση αλλοτρίων, από την κυριότητα, από την αδικοπραξία κλπ), με συνέπεια εάν αυτή ( η αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό) στηρίζεται, στην εκάστοτε συγκεκριμένη περίπτωση, στα ίδια πραγματικά περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται και η σωρευόμενη αγωγή από οποιαδήποτε άλλη αιτία, να είναι η πρώτη νομικά αβάσιμη γιατί, αφού συντρέχει ενοχή από άλλη αιτία, ο ενάγων μπορεί ευχερώς να ασκήσει τις αξιώσεις του από αυτή, μη δυνάμενος πλέον να προσφύγει στην επικουρική αγωγή του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΠ 170/2016, ΑΠ 16/2008 ΑΠ 222/2003). Αυτά γίνονται παγίως δεκτά επί σωρεύσεως αγωγών, εκ των οποίων, η δικονομικά επικουρικώς σωρευόμενη είναι αυτή του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Εν τούτοις, πρέπει να σημειωθεί ότι η ΑΚ 904 καθιερώνει αυτοτελή, θεμελιώδη και αυτοδύναμη αξίωση και αντίστοιχη υποχρέωση. Κάθε διάταξη Νόμου, αν δεν ορίζεται σαφώς κάποιος περιορισμός στην εφαρμογή της, εφαρμόζεται χωρίς άλλο ευθύς άμα συντρέχουν οι όροι του πραγματικού της. Αν παράλληλα συντρέχουν και οι όροι του πραγματικού άλλης διάταξης, θα υπάρχει κατ’αρχήν συρροή των διατάξεων αυτών, εκτός αν η μία κριθεί ειδική, οπότε προηγείται η εφαρμογή της λόγω ειδικότητος. Απέναντι στην ΑΚ 904 δεν γεννιέται, όμως, θέμα ειδικότητος π.χ. της ΑΚ 914 ή της δικαιοπρακτικής αξίωσης (κατ’ αναλογίαν και της αξίωσης από προσυμβατική ευθύνη). Έτσι θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού δεν είναι επικουρική (Στ. Ματθία, Η έννοια της επικουρικότητος, ΕλΔ 1990/497 επ.). Πρακτικά βέβαια η εν λόγω αξίωση, επειδή μ’αυτήν δεν καλύπτεται όλη η ζημία του ενάγοντος, αλλά μόνον στην έκταση που υπάρχει και πλουτισμός και μάλιστα σωζόμενος (ΑΚ 909), χρησιμοποιείται συνήθως από τον ζημιωθέντα με τη βούλησή του, ως το έσχατο μέσο θεραπείας, δηλαδή επικουρικά από δικονομική άποψη. Όποιος επιθυμεί, πάντως, μπορεί να προσφύγει στο ασθενέστερο τούτο βοήθημα, εφόσον βεβαίως συντρέχουν οι όροι του και κυρίως αυτός της έλλειψης νόμιμης αιτίας. Έτσι το λεγόμενο ότι αν υπάρχει και άλλη αξίωση, κυρίως από σύμβαση, θα έπρεπε πρώτα να ασκηθεί αυτή, για να μπορεί ο εναγόμενος «να προβάλει τας εκ της οικείας εννόμου σχέσεως ενστάσεις του», δεν μπορεί να θεωρηθεί κρίσιμο. Γιατί, αν μεν οι ενστάσεις αυτές, π.χ. από τη συμβατική σχέση, δικαιολογούν τη διατήρηση, έστω προσωρινά, του πλουτισμού του εναγομένου, όπως συνήθως θα συμβαίνει επί ουσιαστικών συστάσεων, αυτός δεν θα υπέχει την ευθύνη από την ΑΚ 904, επειδή θα λείπει η προϋπόθεση του αδικαιολόγητου και όχι λόγω επικουρικότητος. Αν δε οι ενστάσεις από την άλλη έννομη σχέση δεν θίγουν τις προϋποθέσεις της ΑΚ 904, δεν υπάρχει λόγος ο κάτοχος του πλουτισμού, πραγματικά πια αδικαιολόγητου, να απαλλαγεί της ευθύνης του και από αυτόν τον λόγο, επειδή θα μπορούσε να αποκρούσει την ευθύνη του από άλλο λόγο (π.χ. σύμβαση). Άλλωστε ο ενάγων μπορεί ελεύθερα να επιλέξει τη βάση της αγωγής του με βάση και τις δυνατότητες απόδειξης αυτής που έχει (Μ.Σταθόπουλος, Γεν Ενοχ ΔΙ σελ 146, Δεληγιάννης/Κορνηλάκης, Ειδ. ΕνοχΔ σελ 15-21, Απ Γεωργιάδης, ΕνοχΔ, Γεν. Μέρος σελ 536 – Εφ Αθ 1000/2018 δημ. ΝΟΜΟΣ) (34/2020 Εφ ΑΙΓ).
Λαμπρινή Σταμέλου, δικηγόρος
Email: info@efotopoulou.gr