Αξίωση διατροφής ενηλίκου τέκνου – Τι νοούνται ως περιουσία και εισόδημα – Δικαίωμα διατροφής έχει και το τέκνο που σπουδάζει – Πότε υφίσταται αξίωση διατροφής για την παρακολούθηση δεύτερου κύκλου σπουδών ή μεταπτυχιακών – Διαφορές στην αξίωση διατροφής μεταξύ ανηλίκου και ενηλίκου τέκνου
Από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486,1489, 1492 και 1493 ΑΚ, προκύπτει ότι η διατροφή είναι αμοιβαία υποχρέωση που θεσπίζεται από το νόμο μεταξύ ανιόντων και κατιόντων. Το δικαίωμα διατροφής αναγνωρίζεται από το νόμο υπέρ όποιου δεν μπορεί να διατραφεί από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την υγεία του και τις εν γένει βιοτικές του συνθήκες και ανάγκες εκπαίδευσης και στο μέτρο που τα έσοδα από τις ανωτέρω πηγές δεν επαρκούν για να καλύψουν τις διατροφικές ανάγκες. Έτσι, δικαίωμα διατροφής έναντι των γονέων, εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις έχει όχι μόνο το ανήλικο, αλλά και το ενήλικο τέκνο.
Ως περιουσία νοείται το σύνολο των κινητών και ακινήτων πραγμάτων, των οποίων ο δικαιούχος έχει την κυριότητα ή την επικαρπία, ανεξαρτήτως αν παράγουν εισόδημα ή όχι, των οποίων, όμως, η εκμετάλλευση ή εκποίηση μπορεί να αποφέρει εισόδημα, ενώ ως εισόδημα νοείται ο μισθός, οι συντάξεις, οι τραπεζικές καταθέσεις και οι τόκοι αυτών, καρποί αξιογράφων ή ακινήτων και γενικότερα οι απαιτήσεις κάθε φύσεως έναντι τρίτων. Εισόδημα αποτελεί ακόμη και η δυνατότητα λήψης δανείου από τράπεζα για την κάλυψη βιοτικών αναγκών, εφόσον δεν αξιώνονται υπερβολικοί τόκοι και υπάρχει βεβαιότητα ότι ο δικαιούχος θα το εξοφλήσει, οφείλει, δε, να αναζητήσει αυτό πριν εγείρει αξίωση διατροφής. Τέλος στην έννοια του εισοδήματος, το οποίο πρέπει να αναζητήσει ο δικαιούχος πριν αξιώσει διατροφή, περιλαμβάνονται τυχόν αξιώσεις για ασφαλιστικές παροχές και από ασφαλιστικούς οργανισμούς εν γένει, πρωτίστως όμως το εισόδημα από εργασία.
Ως κριτήρια, δε, για την εκτίμηση της καταλληλότητας της εργασίας λαμβάνονται υπ` όψιν η ηλικία, η κατάσταση της υγείας, οι βιοτικές συνθήκες του δικαιούχου, οι ανάγκες του για εκπαίδευση, οι προσωπικές ικανότητες και η εκπαίδευσή του, καθώς και η επαγγελματική κατάρτιση αυτού. Πάντως, πριν ζητήσει διατροφή ο δικαιούχος πρέπει να εξαντλήσει τις δυνατότητες για εργασία, την οποία οφείλει να αναλάβει, αρκεί να συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις[1].
Με βάση τα ανωτέρω, λοιπόν, υποχρέωση διατροφής έχουν οι γονείς έναντι των τέκνων τους και μετά την ενηλικίωσή τους, εφόσον αυτά δεν είναι σε θέση να διαθρέψουν μόνα τους τον εαυτό τους, όπως συμβαίνει, όταν το τέκνο έχει την ιδιότητα του φοιτητή, οπότε λόγω σπουδών δεν μπορεί να εργασθεί, χωρίς να εμποδίζεται η απρόσκοπτη συνέχιση της φοίτησης[2]. Ως εκπαίδευση, η οποία αποκλείει την ανάληψη εργασίας εκ μέρους του αξιούντος διατροφή νοείται εδώ, αυτή που αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση εργασίας, ιδίως, δε, επί ενήλικου τέκνου, αυτή που αποσκοπεί στην απόκτηση ειδίκευσης σε επιστημονικό ή επαγγελματικό κλάδο[3] και διαρκεί για εύλογο χρονικό διάστημα, το οποίο κρίνεται και με βάση τη δυσκολία του επιστημονικού ή επαγγελματικού κλάδου που ακολουθεί ο δικαιούχος[4].
Όσον αφορά, δε, στην αξίωση διατροφής για την παρακολούθηση δεύτερου κύκλου σπουδών ή μεταπτυχιακών, αυτή γίνεται κατ’ εξαίρεση δεκτή, εφόσον συνεκτιμηθούν οι μέχρι τώρα σπουδές του δικαιούχου, η χρησιμότητα των περαιτέρω σπουδών για την απόκτηση επαγγελματικών προσόντων και καλύτερη επαγγελματική αποκατάσταση του δικαιούχου, οι επιδόσεις και η αφοσίωση αυτού και βεβαίως οι οικονομικές δυνατότητες των γονέων και η δυνατότητα του τέκνου να εξασφαλίσει υποτροφίες ή γενικώς τα μέσα για την εκπαίδευσή του από άλλες πηγές[5].
Προσέτι, όπως προκύπτει από τη δεύτερη παράγραφο του άρθ. 1486 ΑΚ, η μόνη διαφορά στην αξίωση διατροφής μεταξύ ανηλίκου και ενηλίκου τέκνου εντοπίζεται στο γεγονός ότι το τελευταίο και αν ακόμη διαθέτει περιουσία που δεν επιφέρει έσοδα, έχει υποχρέωση πριν στραφεί κατά των γονέων του να την αξιοποιήσει ή να την ρευστοποιήσει προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του (όχι βέβαια κατά τρόπο τελείως αντιοικονομικό, δηλαδή, εισπράττοντας ευτελές τίμημα). Επίσης, σε αντίθεση με το ανήλικο, έναντι του ενηλίκου τέκνου ο εναγόμενος γονέας έχει τη δυνατότητα να προβάλλει την κατ’ άρθ. 1487 ΑΚ ένσταση διακινδύνευσης ιδίας διατροφής, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί ότι το τέκνο μπορεί να στραφεί εναντίον άλλου υπόχρεου για να διατραφεί[6].
Εξάλλου, το ύψος της διατροφής καθορίζεται με βάση τις συνθήκες ζωής του δικαιούχου. Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβίωσης, που ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη εκπαίδευσης και την κατάσταση της υγείας του δικαιούχου, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου, χωρίς να ικανοποιούνται οι παράλογες αξιώσεις και η σπατάλη χρημάτων[7]. Οι συνθήκες αυτές εξάλλου πρέπει να ανταποκρίνονται στο επίπεδο διαβίωσης του δικαιούχου ανάλογα με την ηλικία, την υγεία, τις ικανότητες, την εκπαίδευση κ.λπ., η δε προσδιοριζόμενη διατροφή μπορεί να είναι μικρότερη από τις δυνατότητες του υπόχρεου. Εάν υπάρχουν περισσότεροι υπόχρεοι αξιολογούνται τα εισοδήματά τους από οποιαδήποτε πηγή και στη συνέχεια προσδιορίζονται οι ανάγκες του τέκνου. Η διατροφή θα μειώνεται κάτω από το επίπεδο διαβίωσης του δικαιούχου, αν οι δυνατότητες του υπόχρεου είναι περιορισμένες και δεν επαρκούν)[8].
Στο σημείο αυτό, προσήκει να σημειωθεί ότι η κατά τα άνω υποχρέωση των γονέων προς διατροφή του τέκνου τους, βαρύνει αυτούς, κατά το άρθρο 1489 εδάφ. β΄ ΑΚ, ανάλογα με τις δυνάμεις τους. Ο εναγόμενος, συνεπώς, γονέας προς καταβολή ολοκλήρου του ποσού της διατροφής, μπορεί να επικαλεστεί κατ’ ένσταση, με βάση το άρθρο 262 ΚΠολΔ, ότι και ο άλλος γονέας έχει την οικονομική δυνατότητα, σε σχέση με τη δική του και σε συνδυασμό με τις λοιπές υποχρεώσεις του, να καλύψει μέρος της ανάλογης διατροφής του ανηλίκου, οπότε, με την απόδειξη της ένστασης αυτής, περιορίζεται η υποχρέωση του εναγόμενου γονέα κατά το ποσό που αντιστοιχεί στην οικονομική δυνατότητα και στη βάση αυτής υποχρέωση συνεισφοράς του άλλου γονέα[9].
Επισημαίνεται, τέλος, ότι η ένσταση συνεισφοράς είναι ανεξάρτητη από την αίτηση διακινδύνευσης ιδίας διατροφής. Έτσι, εάν μετά την προβολή της ένστασης συνεισφοράς και τον (κατόπιν αυτής) υπολογισμό του ποσοστού συμμετοχής εκάστου γονέα στη διατροφή του ανηλίκου τέκνου, προκύπτει ότι ο εναγόμενος δεν είναι σε θέση να καταβάλει το ποσό συμμετοχής του χωρίς να διακινδυνεύσει η δική του διατροφή και με την προϋπόθεση ότι ο άλλος γονέας είναι σε θέση να πληρώσει το σύνολο της οφειλόμενης διατροφής, είναι δυνατόν να απαλλαγεί πλήρως ο εναγόμενος από τη δική του υποχρέωση[10].
Αγγελική Πολυδώρου, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr
[1] βλ. Φλάμπουρα σε Απ. Γεωργιάδη ΣΕρμΑΚ υπό άρθ. 1486 σελ. 814 επ. αριθ. 8 επ.
[2] βλ. ΑΠ 828/2015, 953/2015, ΕφΠειρ 181/2016 και 537/2015, ΕφΛαρ 228/2015, ΜΠρΛαρ 190/2017 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ
[3] βλ. Φλάμπουρα ό.π. αριθ. 14, ΑΠ 117/2008, 884/2003 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, 212/1999 ΕλΔνη 1999, 1043
[4] βλ. ΕφΛαρ 228/2015, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ
[5] βλ. Φλάμπουρα σε ΣΕΑΚ ό.αν., ΑΠ 212/1999
[6] βλ. ΕφΠειρ 484/2014 δημ ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 91/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 2239/1998 ΕλΔνη 1999, 379
[7] βλ. ΕφΠειρ 214/2016, ΕφΠειρ 484/2014 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 1984/2008, ΕλΔνη 49/1099, ΕφΑθ 15715/1998, ΝοΒ 38/80
[8] βλ. πρακτικά Συντ. Προσχ. και Αιτιολογική έκθεση σελ. 133 ΕφΠειρ 484/2014, δημ. ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 4902/1995 ο.π
[9] βλ. ΑΠ 680/2010, ΑΠ 416/2007 Δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 292/2015, ΕφΠειρ 484/2014, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ ΕφΠειρ.370/2002, Δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ
[10] βλ. ΕφΘεσ 2725/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 676/2000 ΕλΔνη 41 σελ 1597, ΑΠ 804/1994 ΕλΔνη 37 σελ. 98, ΕΑ 5089/1996 Αρμεν. ΝΒ σελ. 562