Αξίωση μεταγαμιαίας διατροφής∙ η ειδικότερη περίπτωση του άρθρου 1442 αριθμ. 3 ΑΚ
Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1442 ΑΚ, «Εφόσον ο ένας από τους πρώην συζύγους δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματά του ή από την περιουσία του, δικαιούται να ζητήσει διατροφή από τον άλλο: 1. αν κατά την έκδοση του διαζυγίου ή κατά το τέλος των χρονικών περιόδων που προβλέπονται στις επόμενες περιπτώσεις βρίσκεται σε ηλικία ή σε κατάσταση υγείας που δεν επιτρέπει να αναγκαστεί να αρχίσει ή να συνεχίσει την άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος, ώστε να εξασφαλίζει απ’ αυτό τη διατροφή του∙ 2. αν έχει την επιμέλεια ανηλίκου τέκνου και γι’ αυτό το λόγο εμποδίζεται στην άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος∙ 3. αν δεν βρίσκει σταθερή κατάλληλη εργασία ή χρειάζεται κάποια επαγγελματική εκπαίδευση, και στις δύο όμως περιπτώσεις για ένα διάστημα που δεν μπορεί να ξεπεράσει τα τρία χρόνια από την έκδοση του διαζυγίου∙ 4. σε κάθε άλλη περίπτωση, όπου η επιδίκαση διατροφής κατά την έκδοση του διαζυγίου επιβάλλεται από λόγους επιείκειας».
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1442 και 1443 ΑΚ προς εκείνες των άρθρων 1487 και 1493 του ίδιου Κώδικα, στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1443 ΑΚ, συνάγεται ότι γενική προϋπόθεση για τη γένεση αξιώσεως διατροφής πρώην συζύγου όταν ο γάμος λύθηκε με διαζύγιο μετά την ισχύ του Ν. 1329/1983, είναι η απορία του δικαιούχου πρώην συζύγου και η ευπορία του υπόχρεου, επιπλέον δε από την πλευρά του δικαιούχου πρέπει να συντρέχει και μία από τις ειδικότερες προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1442 ΑΚ. Ως απορία του δικαιούχου θεωρείται η αδυναμία του πρώην συζύγου να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματα και την περιουσία του, ευπορία δε του υπόχρεου (που δε σημαίνει οπωσδήποτε και κάποιο ιδιαίτερο πλούτο) είναι η δυνατότητα αυτού να παράσχει στο δικαιούχο διατροφή χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τη δική του διατροφή. Έτσι, είναι δυνατό, ενόψει όλων των συνθηκών ηλικίας, υγείας, ικανότητας ή δυνατότητας προς εργασία, εισοδημάτων, περιουσίας και γενικώς της ζωής του πρώην συζύγου, συγκριτικώς πάντοτε προς την ευπορία του υπόχρεου, να γεννηθεί δικαίωμα πλήρους ή συμπληρωματικής διατροφής και όταν ο πρώτος έχει μικρής εκτάσεως απρόσοδο περιουσία της οποίας είτε είναι δυσχερής η εκποίηση είτε επιβάλλεται η διατήρηση για λόγους πρόνοιας προς εξασφάλισή του στο μέλλον για την αντιμετώπιση έκτακτης οικονομικής ανάγκης[1]. Από το συνδυασμό, λοιπόν, των διατάξεων των άρθρων 1442 και 1443 ΑΚ, προκύπτει ότι, μετά τη λύση του γάμου με διαζύγιο, για την ύπαρξη δικαιώματος διατροφής του ενός από τους πρώην συζύγους από τον άλλον, απαιτείται κατ’ αρχήν αδυναμία αυτού να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματά του ή την περιουσία του και δυνατότητα του άλλου να την παράσχει χωρίς να διακινδυνεύσει την αυτοδιατροφή του. Δεν απαιτείται ο υπόχρεος να είναι και υπαίτιος του διαζυγίου, αφού, κατά τη βούληση του νομοθέτη, το δικαίωμα διατροφής μετά το διαζύγιο γεννάται μόνο όταν δικαιολογείται από κοινωνικούς λόγους, ώστε ο πρώην σύζυγος να μη μένει αβοήθητος.
Επί το ειδικότερον, ο ένας από τους δύο πρώην συζύγους δικαιούται να ζητήσει διατροφή από τον άλλο, σύμφωνα με την προρρηθείσα διάταξη του άρθρου 1442 ΑΚ, πλην των περιπτώσεων α) β) και δ), που αφορούν στην ηλικία ή την κατάσταση υγείας του δικαιούχου, στη μη άσκηση επαγγέλματος υπ’ αυτού συνεπεία της άσκησης της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου και σε λόγους επιείκειας αντιστοίχως, και στην περίπτωση υπό στοιχείο γ), ήτοι εάν ο παραπάνω δικαιούχος σύζυγος δε βρίσκει σταθερή κατάλληλη εργασία, ή χρειάζεται κάποια επαγγελματική εκπαίδευση, για ένα διάστημα όμως που δεν μπορεί να ξεπεράσει τα τρία έτη από την έκδοση του διαζυγίου[2]. Η τρίτη αυτή περίπτωση των προϋποθέσεων για τη μεταγαμιαία διατροφική αξίωση, αναφέρεται στη χρονικά περιορισμένη παροχή διατροφής στον άπορο σύζυγο, σε δύο υποπεριπτώσεις, δηλαδή στην περίπτωση που δε βρίσκει σταθερή κατάλληλη εργασία, από λόγους αντικειμενικούς (π.χ. ανεργία, γενική οικονομική διατάραξη στις συνθήκες της αγοράς κ.λπ.) και όχι από λόγους που αναφέρονται στο πρόσωπο του δικαιούχου ή στην οικογενειακή κατάσταση που διαμορφώθηκε μετά τη λύση του γάμου, και στην περίπτωση που έχει ανάγκη κάποιας επαγγελματικής εκπαίδευσης, την οποία δεν απέκτησε και που απαιτείται για την ανεύρεση κατάλληλης και σταθερής εργασίας.
Ως κατάλληλη εργασία θεωρείται αυτή που συναρτάται με τις ατομικές, πνευματικές, σωματικές ιδιότητες και ικανότητες του δικαιούχου, με βάση και το βιοτικό του επίπεδο στη διάρκεια του γάμου, αν όμως αυτή ήταν μεγάλη, αλλά σε συνδυασμό και με την κατάσταση της αγοράς εργασίας, ενώ οι κατά τη διάρκεια του γάμου συνθήκες ζωής του δικαιούχου δε συνεκτιμώνται. Επιπρόσθετα, απαιτείται και το στοιχείο της σταθερής εργασίας, έννοια που υποδηλώνει την εργασία που έχει κάποια μονιμότητα και όχι προσωρινή και αβέβαιη διάρκεια. Οι λόγοι αδυναμίας ανεύρεσης εργασίας είναι χωρίς έννομη επιρροή, αρκεί ο δικαιούμενος να μην έχει εφησυχάσει αλλά να έχει προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για την ανεύρεση εργασίας, που έχει τα ανωτέρω χαρακτηριστικά. Ως σταθερή μπορεί να χαρακτηρισθεί και μία εποχιακή εργασία, εφόσον με το εισόδημα που προσπορίζεται ο δικαιούχος κατά το διάστημα της εργασίας του, μπορεί να ικανοποιήσει τις διατροφικές του ανάγκες για όλο το χρόνο[3].
Η ανάγκη κάποιας επαγγελματικής εκπαίδευσης, η οποία αποτελεί προπαρασκευαστικό στάδιο για την ανεύρεση μίας κατάλληλης και σταθερής εργασίας, θεμελιώνει δικαίωμα διατροφής έως την ολοκλήρωση της εκπαίδευσης, αλλά σε κάθε περίπτωση όχι για διάστημα μεγαλύτερο των τριών ετών από την έκδοση του διαζυγίου. Ως επαγγελματική εκπαίδευση πρέπει να νοηθεί οποιαδήποτε εκπαίδευση, δηλαδή σε τεχνικές σχολές, αλλά ακόμη και στη μέση εκπαίδευση, στα Τ.Ε.Ι. και Α.Ε.Ι., εφόσον δικαιολογείται από τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης, καταλαμβάνει δε τόσο την έναρξη ή την ολοκλήρωση της εκπαίδευσης που διακόπηκε για οποιονδήποτε λόγο και όχι μόνο λόγω του γάμου, όσο και τη μετεκπαίδευση σε νέες τεχνικές στην Ελλάδα ή και στο εξωτερικό. Για την παροχή της διατροφής δεν τίθεται από το νόμο ως όρος η ολοκλήρωση των σπουδών. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να συνεκτιμάται η δυνατότητα του δικαιούχου για σπουδές με επιτυχία, καθόσον η έλλειψη της δυνατότητας για επιτυχή αποπεράτωση αυτών θα καθιστούσε τη διατροφική αξίωση καταχρηστική, ενώ και η απραξία ή η αδιαφορία του δικαιούχου στη διάρκεια αυτών θα αποτελεί λόγο παύσης της διατροφής (1443 και 1494 ΑΚ).
Η υποχρέωση μεταγαμιαίας διατροφής στην υπό εξέταση περίπτωση είναι χρονικά οριοθετημένη για διάστημα τριών ετών από την αμετάκλητη λύση του γάμου. Εάν, όμως, μετά την πάροδο της τριετίας συντρέχει μία από τις καταστάσεις της πρώτης περίπτωσης (ηλικία, υγεία), τότε η υποχρέωση για διατροφή εξακολουθεί από το λόγο αυτό, χωρίς πλέον χρονικό περιορισμό. Εάν η ολοκλήρωση της αναγκαίας επαγγελματικής εκπαίδευσης συντελεσθεί πριν από την τριετία αλλά, παρά τις προσπάθειες του δικαιούχου, δε βρίσκεται κατάλληλη και στααθερή εργασία, η διατροφική αξίωση εξακολουθεί να υφίσταται, γιατί μεταξύ των δύο στοιχείων υπάρχει στενός σύνδεσμος, αφού η ανωτέρω εκπαίδευση αποβλέπει ακριβώς στην ανεύρεση εργασίας.
Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος
[1] Βλ. ΑΠ 1427/2012, ΑΠ 2142/2007, ΑΠ 1095/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 868/2004, ΧρΙΔ 2004, σελ. 988.
[2] Βλ. ΜονΠρΘεσσ 11869/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 228/2000, ΕλλΔνη 2000, σελ. 1314, ΑΠ 1473/1990, ΕλλΔνη 33, σελ. 129, ΕφΑθ 6726/1999, ΕλλΔνη 1999, σελ. 1584, ΕφΘεσσ 12/1994, Αρμ 1994, σελ. 676, καθώς και Β. Α. Βαθρακοκοίλη, ΕρΝομΑΚ, Ερμηνεία-Νομολογία Αστικού Κώδικα (κατ’ άρθρο), Τόμος Ε΄, Οικογενειακό Δίκαιο, Άρθρα 1346-1694, Αθήνα 2004, σελ. 539 επ. (υπό άρθρο 1442).
[3] Βλ. ΕφΛαρ 178/2005, Δικογραφία 2005, σελ. 500.