Μπορεί η επιχείρηση ως σύνολο να αποτελέσει αντικείμενο κατάσχεσης;
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων ΑΚ 361, 479 και 513 συνάγεται ότι οι συμβαλλόμενοι μπορούν -κατά την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων- να συμφωνήσουν την πώληση επιχείρησης. Ως επιχείρηση νοείται -κατά τις γενικές αρχές του δικαίου των συναλλαγών- το σύνολο ποικίλων και ανομοιογενών στοιχείων, ήτοι πραγμάτων, δικαιωμάτων, άυλων αγαθών (π.χ. εμπορική επωνυμία, σήμα, διακριτικά γνωρίσματα κλπ.) ή πραγματικών καταστάσεων και σχέσεων προς την αγορά (π.χ. πελατεία, φήμη, πίστη στις συναλλαγές, θέση καταστήματος, αναπτυξιακές προοπτικές και ελπίδες κλπ.), που έχουν οργανωθεί από τον επιχειρηματία (φορέα της επιχείρησης) σε ενιαία οικονομική ενότητα και οργάνωση, από την οποία μπορεί να αντλήσει όφελος οποιοσδήποτε τρίτος, εφόσον ασκήσει την ίδια χρήση. Η επιχείρηση, ως αντικείμενο δικαίου, συνιστά μία οικονομική ενότητα, η οποία οργανώνεται στη βάση μιας συγκεκριμένης επιχειρηματικής ιδέας και δραστηριότητας, οι οποίες αποτελούν προϊόν της διάνοιας του φυσικού ή νομικού επιχειρηματία. Με την έννοια αυτή, η επιχείρηση συνιστά αφ’ εαυτής άυλο αγαθό, που περιλαμβάνει το σύνολο των κατ’ ιδίαν εμπράγματων, ενοχικών ή άλλων επί άυλων αγαθών δικαιωμάτων, με τα οποία ο επιχειρηματίας εξουσιάζει καθένα από τα περιουσιακά στοιχεία, από τα οποία απαρτίζεται η επιχείρηση, όπως ακίνητα, κινητά, επωνυμία, σήμα, διακριτικά γνωρίσματα.
Οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας αναγνωρίζουν την αυτοτέλεια και αυθυπαρξία της επιχείρησης ως συνόλου, αφού προβλέπεται η δυνατότητα μεταβίβασης, εκποίησης, πώλησης, επιδίκασης και αναγκαστικής διαχείρισης επιχείρησης (βλ. άρθρα ΑΚ 479, 1624 αρ. 6 και 483, 1034 επ. ΚΠολΔ, 18 ΝΔ 3562/1956, 46α Ν. 1892/1990, 4 § 2 Ν. 4112/1929, 22 Ν. 2239/1994 κλπ.). Αποτελεί, επομένως, η επιχείρηση, ως σύνολο, αντικείμενο δικαιώματος, που είναι α) περιουσιακό, αφού έχει καθ’ εαυτό χρηματική αξία, η οποία πολλές φορές υπερβαίνει το σύνολο της αξίας των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων και στοιχείων της, ανεξαρτήτως της χρηματικής αξίας καθενός από τα περιουσιακά δικαιώματα και στοιχεία της επιχείρησης και β) μεταβιβάσιμο, αφού, όπως από τα προεκτεθέντα προκύπτει, επιτρέπεται από τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου η μεταβίβασή της, η οποία συντελείται δια της μεταβίβασης καθενός από τα επιμέρους στοιχεία της.
Κατ’ ακολουθίαν, το άυλο αγαθό της επιχείρησης, ως σύνολο, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κατάσχεσης ως ειδικό περιουσιακό στοιχείο κατά το άρθρο 1022 ΚΠολΔ, κατά το οποίο η έννοια του δικαιώματος δεν είναι η αυστηρά νομική, αλλά περιουσιακή, ώστε να περιλαμβάνονται όχι μόνο τα νομικώς, αλλά και τα οικονομικώς αυθύπαρκτα δικαιώματα. Δεδομένου δε ότι με την κατάσχεση της επιχείρησης αποσκοπείται να περιέλθει στους δανειστές το προϊόν από την εκποίησή της, διατηρουμένης συγχρόνως της ενότητάς της και της υπόστασής της ως αυθύπαρκτης οικονομικής μονάδας, η κατάσταση αυτή της κατάσχεσης περιλαμβάνει και τα κατ’ ιδίαν (εμπράγματα, ενοχικά κλπ.) δικαιώματα, καθώς και τα ιδιαίτερα δικαιώματα επί άυλων αγαθών (σήματος, διακριτικού γνωρίσματος κλπ.), κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ο δια του πλειστηριασμού αποκτών να συνεχίζει την επιχείρηση, καθιστάμενος δικαιούχος όλων των επιμέρους δικαιωμάτων. Ουδεμία δε σημασία έχει για την κατάσχεση της επιχείρησης το γεγονός ότι η μεταβίβαση των επιμέρους δικαιωμάτων της επιχείρησης δεν συντελείται με μία πράξη, αλλά απαιτείται η τήρηση των διατυπώσεων για την μεταβίβαση καθενός δικαιώματος χωριστά, ούτε παρεμποδίζει την κατάσχεση η καθιέρωση του θεσμού της αναγκαστικής διαχείρισης, ως αυτοτελούς, μέσου εκτέλεσης, αντικείμενο της οποίας είναι τα εισοδήματα της επιχείρησης, ως ενιαίας οργανικής ενότητας.
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 1022 ΚΠολΔ, που περιέχεται στο κεφάλαιο για την κατάσχεση ειδικών περιουσιακών στοιχείων, ορίζει ότι «κατάσχεση μπορεί να γίνει και σε περιουσιακά δικαιώματα εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, τα οποία δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης κατά τη διαδικασία των άρθρων 953 παρ. 1 και 2, 982 και 992, ιδίως σε δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, ευρεσιτεχνίας, εκμετάλλευσης κινηματογραφικών ταινιών, σε απαιτήσεις κατά τρίτων εξαρτώμενες από αντιπαροχή, εφόσον κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου επιτρέπεται η μεταβίβαση αυτών των δικαιωμάτων». Λόγω της ιδιομορφίας των -κατά το άρθρο 1022 ΚΠολΔ- περιουσιακών δικαιωμάτων και της εντεύθεν δυσχέρειας υπαγωγής καθ’ έκαστο σε κοινούς κανόνες, καθορίστηκε αφενός μεν το δικαστήριο να είναι αυτό που διατάζει την κατάσχεση, το οποίο να έχει συγχρόνως τη διακριτική ευχέρεια να μην επιτρέπει την κατάσχεση, αν κρίνει ότι είναι δύσκολο να γίνει η αναγκαστική εκτέλεση ή ότι το αποτέλεσμά της θα είναι ασύμφορο (άρθρο 1023 § 2 ΚΠολΔ), αφετέρου δε να ορίζει τα κατά την κρίση του πρόσφορα μέσα για την αξιοποίηση του δικαιώματος (άρθρο 1024 § 1 ΚΠολΔ). Επομένως, η επιβολή κατάσχεσης κατά τα άρθρα 1022 επ. του ΚΠολΔ προϋποθέτει: 1ον) οποιοδήποτε περιουσιακής φύσεως και δεκτικό μεταβίβασης δικαίωμα του οφειλέτη, μη υποκείμενο σε κατάσχεση κατά τις διατάξεις των άρθρων 953 επ., 982 επ,. και 992 επ. του ΚΠολΔ, και 2ον) δικαστική απόφαση. Ως περιουσιακής φύσεως δικαίωμα νοείται το δικαίωμα, το οποίο -χωρίς να υπόκειται στην κατάσχεση των ως άνω άρθρων (κινητών, απαιτήσεων και κινητών σε χέρια τρίτου, ακινήτων, πλοίων κλπ.)- αποτελεί ή είναι δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο ιδιωτικών συναλλαγών και ως εκ τούτου έχει χρηματική ή/και συναλλακτική αξία. Όπως δε προκύπτει και από τη γραμματική διατύπωση του άρθρου 1022 ΚΠολΔ («ιδίως»), η αναφορά ορισμένων δικαιωμάτων είναι ενδεικτική, όπερ σημαίνει ότι και άλλα δικαιώματα -μη ρητώς κατονομαζόμενα από τον νόμο- είναι δυνατόν να κατασχεθούν κατά το σύστημα των άρθρων 1022 επ. του ΚΠολΔ, που κατά βάση αναζητούνται στο πλαίσιο του ουσιαστικού δικαίου, που είναι και αυτό το οποίο προσδιορίζει τη φύση, την έννοια, το περιεχόμενο, καθώς και τη μεταβίβαση και εν γένει εξέλιξη του δικαιώματος. Η δε απαγόρευση της μεταβίβασης -κι εντεύθεν και της κατάσχεσης- του δικαιώματος πρέπει είτε να προκύπτει από τον ίδιο το νόμο, είτε να είναι συνέπεια του προσωποπαγούς χαρακτήρα του.
(βλ. ΟλΑΠ 7/2009 Δ 2009, 634, ΑΠ 781/2018, ΜΠΡΑΘ 1271/2018 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 451/2012 ΝοΒ 2012, 2019, ΑΠ 14/2012 ΝοΒ 2012, 1233, ΑΠ 737/2011 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 1038/2009 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 1323/2007 ΧριΔ 2008, 444, ΑΠ 1046/2005 ΝοΒ 2005, 70, ΑΠ 1158/2002 ΕλλΔνη 2004, 437, ΑΠ 736/2002 ΕΕμπΔ 2003, 351, Κ. Παμπούκη, Κατάσχεση επιχειρήσεως, ΕπισκΕμπΔ 2008, 947, Π. Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως II, 2001, σελ. 950).
Μπενάκη Βικεντία – Άννα
Δικηγόρος Αθηνών
Μ.Δ.Ε. Φιλοσοφίας Δικαίου Νομικής Αθηνών
info@efotopoulou.gr