Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Χρησικτησία επί αιγιαλού

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν. 2344/1940 “περί αιγιαλού και παραλίας”, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ” ο αιγιαλός, ήτοι η περιστοιχούσα την θάλασσαν χερσαία ζώνη, η βρεχομένη από τας μεγίστας πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων, είναι κτήμα κοινόχρηστον, ανήκει ως τοιούτον εις το Δημόσιον και προστατεύεται και διαχειρίζεται υπ’ αυτού”. Κατά τη σαφή έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, αιγιαλό αποτελεί η χερσαία ζώνη που περιστοιχίζει τη θάλασσα. Η ζώνη αυτή προσδιορίζεται από το ανώτατο σημείο μέχρι το οποίο φθάνουν κατά τις συνηθισμένες αναβάσεις τους τα κύματα της θάλασσας, όχι δε και από τις έκτακτες πλημμύρες. Έτσι, ακόμη και οι βράχοι, καθώς και οι απόκρημνες ή όχι ακτές αποτελούν μέρος του αιγιαλού, όπως, επίσης, αιγιαλό αποτελεί και το τμήμα αυτού που προστατεύεται με κρηπίδωμα, έτσι, ώστε να μη φθάνει μέχρι το τελευταίο, όπως προηγουμένως, το συνήθως μεγαλύτερο κύμα.

Ο καθορισμός, όμως, και μόνο των ορίων του αιγιαλού, που γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 3 του α.ν. 2344/1940, όπως το άρθρο 2 αντικαταστάθηκε εν μέρει με το άρθρο 20 του ν. 719/1977, από την προβλεπόμενη από το άρθρο 10 του α.ν. 1540/1939 διοικητική επιτροπή, με απόφαση της τελευταίας, με τη σύνταξη του σ` αυτή αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού σε τμήμα γης, το οποίο στερείται τα πιο πάνω χαρακτηριστικά, δηλαδή, σε έδαφος μη βρεχόμενο από τα θαλάσσια κύματα, αφού, σε αντίθετη περίπτωση, ο κύριος του εδάφους που περιλήφθηκε στα όρια του αιγιαλού, χωρίς το τελευταίο να είναι κατά τα φυσικά όριά του αιγιαλός, θα έχανε την ιδιοκτησία του με απλή πράξη της διοίκησης, κατά παράβαση του προστατευτικού αυτής ορισμού του άρθρου 17 του Συντάγματος, ενόψει ακριβώς του οποίου και θεσπίστηκαν τα όσα διαλαμβάνονται στο άρθρο 4 του α.ν. 2344/1940.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων που προπαρατέθηκαν, διατηρούνται ακέραια τα δικαιώματα των ιδιωτών σε κτήματα, έστω και αν αυτά χαρακτηρίστηκαν από την παραπάνω Επιτροπή ως ανήκοντα σε αιγιαλό. Με την εξαίρεση, επομένως, της αμέσως πιο πάνω περίπτωσης, η ιδιότητα του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας. Σε κάθε δε, τοπική περίπτωση καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ανήκει στην εκτίμηση του τακτικού δικαστή και όχι της διοίκησης.

Ο αιγιαλός, ως κτήμα κοινόχρηστο, ανήκει στο Δημόσιο, τόσο κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος του ΑΚ δικαίου (ν. 93 βασ. Ββ`, ν. 96, 112 πανδ. 50. 16 και άρθρο 15 του νόμου “περί διακρίσεως κτημάτων” της 10.7.1837), όσο και κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν. 2344/1940, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 967 και 968 ΑΚ. Η κυριότητα στην οποία ο ΑΚ υπάγει τα δημόσια κτήματα είναι η κυριότητα του αστικού δικαίου, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει και όταν αυτά (δημόσια κτήματα) παύσουν, κατά τη διάταξη του άρθρου 971 ΑΚ, να υπηρετούν την κοινή χρήση, παύσουν, δηλαδή, τα κοινής χρήσης πράγματα να είναι εκτός συναλλαγής.

Εξάλλου, προκειμένου περί ακινήτων του Ελληνικού Δημοσίου, όπως είναι και ο αιγιαλός, σύμφωνα με τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των Ν. 8 παρ. 1 (Κωδ. 7.39), Ν. 9 παρ. 1 Βασ. (50.14), Ν.2 παρ. 20 Πανδ. (41-4), Ν.6 Πανδ. (44.3), Ν.76 Πανδ. (18.1),Ν 73 Παρ. 3 Πανδ. (23.3), μη τροποποιηθείσες από τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του Ν. της 21-6/3-7-1837 “Περί διακρίσεως κτημάτων”,κατ` άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, εξαιρούνταν της τακτικής, όχι όμως και της έκτακτης χρησικτησίας. Επομένως, μπορούσε, επί ακινήτου του Ελληνικού Δημοσίου, συνακόλουθα και επί του αιγιαλού, να αποκτηθεί η κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία κατόπιν άσκησης νομής, με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής τον πράγματος δεν προσβάλλει κατ` ουσία το δικαίωμα κυριότητας τρίτου και διάνοια κυρίου σε χρονικό διάστημα μίας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στον χρόνο της ίδιας του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του.

Ωστόσο, η συμπλήρωση της τριακονταετίας δεν ήταν απρόθεσμη, καθότι τα δημόσια κτήματα εξαιρέθηκαν τελικά και από την έκτακτη χρησικτησία. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου ΔΞΗ’/1912 και των διαταγμάτων “περί δικαιοστασίου” που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και τα οποία εξακολούθησαν να ισχύουν μέχρι την έκδοση του παρακάτω ν.δ/τος του έτους 1926, η έκτακτη χρησικτησία επί των δημοσίων κτημάτων ανεστάλη, κατ’ αρχήν, από τις 12-9-1915 και έπειτα. Τελικά, ο νομοθέτης επέλεξε να την διακόψει οριστικά, όπως προκύπτει από το άρθρο 21 του Ν.Δ. της 22- 4/16-5-1926 «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης» και το άρθρο 4 του ΑΝ 1539/1938 – το οποίο επαναλαμβάνει τις διατάξεις του παραπάνω νομοθετικού διατάγματος του 1926 – όπως αυτά διατηρήθηκαν σε ισχύ δυνάμει του άρθρου 53 ΕισΝΑΚ. Σύμφωνα με το πρώτο, «τα δικαιώματα του Δημοσίου επί των ακίνητων κτημάτων δεν υπόκεινται σε παραγραφή, για το μέλλον η δε παραγραφή που είχε αρχίσει μέχρι τη δημοσίευση του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος δεν έχει έννομη σημασία, αν μέχρι τη δημοσίευσή του δεν συμπληρώθηκε η τριακονταετής παραγραφή κατά τους ισχύοντες νόμους», ενώ σύμφωνα με το δεύτερο «τα δικαιώματα επί ακινήτων κτημάτων του Δημοσίου δεν υπόκεινται σε καμιά παραγραφή, κάθε δε παραγραφή δικαιώματος του Δημοσίου επί ακινήτου κτήματος, η οποία είχε αρχίσει πριν από την ισχύ του νόμου αυτού δεν έχει καμιά νόμιμη συνέπεια, αν δεν συμπληρώθηκε μέχρι τότε από τους νόμους που ήδη ίσχυσαν».

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι μετά τη δημοσίευση του παραπάνω νομοθετικού διατάγματος, ήτοι την 22-4/15-5-1926, η χρησικτησία επί δημοσίων κτημάτων αποκλείεται, διακόπτεται δηλαδή οριστικά. Συνδυαστικά και με τον ν. ΔΞΗ΄/1912, ο οποίος την είχε αναστείλει από 12-9-1915, γίνεται δεκτό ότι η απαραίτητη κατά τα ως άνω τριακονταετία για την προβολή δικαιωμάτων χρησικτησίας επί δημοσίου κτήματος έπρεπε να είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11η Σεπτεμβρίου του 1915, προκειμένου να καταλυθεί η κυριότητα του Δημοσίου επί αυτού (ΑΠ 815/2013, 33/2008).

Ωστόσο, υπάρχουν αποφάσεις του Αρείου Πάγου, οι οποίες θεωρούν τον αιγιαλό δημόσιο πράγμα, κοινό σε όλους εξαιρεμένο συναλλαγής, ανεπίδεκτο χρησικτησίας και γενικά ανεπίδεκτο οποιασδήποτε ιδιωτικής κτήσεως: «Από τις διατάξεις των άρθρων 293, 294, 295, 302 και 199 του ισχύσαντος στην Κρήτη από 23.7.1904 μέχρι 23.2.1946, Κρητ.Α.Κ. προκύπτει, ότι ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική χρησικτησία επί των κτημάτων του δημοσίου, όχι όμως και επί του έχοντος, κατά το άρθρο 199, την ιδιότητα του δημόσιου κτήματος αιγιαλού» (ΑΠ 104/2013, 129/2000).

Αγγελική Λιγοψυχάκη, ασκ. δικηγόρος

Email: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί