Χρυσόβουλα, έγγραφο δωρεάς του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, εκδοθέν από τον Αυτοκράτορα
Η Εκκλησία στο Βυζάντιο απέκτησε έναν ισχυρό συμβολικό, πολιτικό, θεσμικό, ενοποιητικό και κοινωνικό ρόλο, που συνέβαλε στην ακμή, την άνθηση, αλλά και την ίδια την ύπαρξη και διατήρησή της. Ο αυτοκράτορας καθοδηγούμενος από έμφυτη θρησκευτικότητα, αλλά την ίδια στιγμή συναισθανόμενος την ευεργετική δύναμη της Εκκλησίας για την κρατική υπόσταση, εξέφραζε ποικιλοτρόπως την έμπρακτη εύνοιά του, στα μέσα δε εκδήλωσης της αυτοκρατορικής θετικής στάσης απέναντι στην Εκκλησία, ανήκει η ενίσχυση της μοναστηριακής περιουσίας με την κατά πανηγυρικό τρόπο δωρεά ακινήτων. Η αυτοκρατορική ευμένεια και χάρη μπορούσε να χρησιμοποιήσει για την γραπτή έκφραση της θελήσεώς της κάθε τύπο εγγράφου. Βαθμιαία όμως αποκρυσταλλώθηκαν ειδικοί προς τούτο τύποι εγγράφων ιδιαίτερα πανηγυρικής μορφής, εφοδιασμένα με χρυσή βούλα, που για τον λόγο αυτό ονομάσθηκαν χρυσόβουλα.
Τα χρυσόβουλα, ανάλογα με τη σπουδαιότητα της παρεχόμενης δωρεάς, διακρίνονταν σε τρεις κατηγορίες, οι οποίες κατά σειρά πανηγυρικότητας εγγράφου ήταν: α) ο χρυσόβουλος λόγος, β) το χρυσόβουλο σιγίλιο και γ) ο χρυσόβουλος ορισμός. Τα χρυσόβουλα είναι επίσημα αυτοκρατορικά έγγραφα, ήτοι συνιστούν επίσημα δημόσια έγγραφα και αποτελούν βασική πηγή του δικαίου της Βυζαντινής περιόδου. Με τα χρυσόβουλα που έφεραν την σφραγίδα του αυτοκράτορα, ο τελευταίος συνήθως παραχωρούσε προνόμια: έκανε δωρεές σε μοναστήρια κατά κυριότητα ή τους παραχωρούσε μόνο τη νομή ή κατοχή ή παραχωρούσε φορολογικές απαλλαγές ή πλήρη φορολογική ατέλεια. Η αυτοκρατορική δωρεά με τον ανωτέρω τρόπο, συνιστά, κατά την ορθότερη άποψη, παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητος και όχι πρωτότυπο. Το δικαίωμα κυριότητος που αποκτούσαν οι εκάστοτε δωρεοδόχοι με την κατά κυριότητα αυτοκρατορική παραχώρηση δεν είναι νέο, ανεξάρτητο από το παλαιό (την κυριότητα δηλαδή του Βυζαντινού Δημοσίου), αλλά προϋπέθετε την ύπαρξη κυριότητας του δωρητή και εν προκειμένω του Δημοσίου, διότι τα δωρηθέντα προέρχονταν από την περιουσία του Δημοσίου και όχι από την ιδιωτική περιουσία του αυτοκράτορα (Γεωργίου Στ. Αποστολάκη «Οι αυτοκρατορικές δωρεές στην Ιερά Μονή Πάτμου και η νομική αξία των Χρυσόβουλων Λόγων», σελ. 47, 147, Ιωάννης Κονιδάρης, το δίκαιον της μοναστηριακής περιουσίας σελ. 55 επ., Παντελή Αποστολά, Το ιδιαίτερο νομικό πλαίσιο που αφορά διαχρονικά την ακίνητη περιουσία στα Δωδεκάνησα [2017], Τ.Ν.Π. Νόμος – βλ. και αντίθετη άποψη σε ΠολΠρΡοδόπ 87/2008 [επικυρωθείσα με τις ΕφΘρακ 197/2015 και ΑΠ 781/2020, στην πρώτη εκ των οποίων όμως ο επικαλούμενος στην εκεί κριθείσα αγωγή τρόπος κτήσης κυριότητας διά Χρυσόβουλου Λόγου, αναφέρεται ως παράγωγος και όχι ως πρωτότυπος], Πάνου Λαζαράτου, Τα Αυτοκρατορικά Χρυσόβουλα των ετών 1088, 1292 και 1329 και οι Κτήσεις της Ιεράς Μονής Πάτμου, σε Τιμητικό Τόμο Ι. Κονιδάρη, σελ. 348, ο οποίος παραθέτει το σκεπτικό της ως άνω πρωτοβάθμιας απόφασης, σύμφωνα με το οποίο «οι αυτοκρατορικές δωρεές δεν συνιστούν παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας, αλλά αποτελούν νόμιμους τίτλους κυριότητας που συνδυαζόμενες με άσκηση διακατοχικών πράξεων προσπορίζουν κυριότητα με πρωτότυπο τρόπο [χρησικτησία]»).
Τέλος, σε αντίθεση με τα αυτοκρατορικά χρυσόβουλα, τα «φιρμάνια» (οι διαταγές δηλαδή που εκδίδονταν στο όνομα του Σουλτάνου και έφεραν την «τουγρά», το ειδικό σήμα με το όνομά του και το όνομα του πατέρα του), απλώς αναγνωρίζουν προϋπάρχοντα δικαιώματα, εξαιτίας κάποιας αφορμής ή αμφισβήτησης, την οποία έλυσε ο σουλτάνος, δεν είναι δηλαδή παραχωρητήρια πρωτογενών δικαιωμάτων (Γ. Αποστολάκης, ό.π., σελ. 116), (148/2021 Εφετείο Δωδεκανήσου NOMOS).
Έλενα Ψαρρού
Δικηγόρος