Χρόνος προβολής της ακυρότητας της κλήσης στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος
Η ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος εντάσσεται στις περιοριστικά αναφερόμενες στο νόμο σχετικές ακυρότητες, για τις οποίες ισχύει το τεκμήριο σιωπηρής αποδοχής τους (170 παρ. 1, 173 παρ. 1 και 174 ΚΠΔ). Έτσι, αναφορικά με το χρόνο προβολής της, ισχύουν τα κάτωθι[1]:
α) Η ακυρότητα καλύπτεται μόνο αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της (174 παρ. 2 εδ. α΄ ΚΠΔ).
β) Αντιθέτως, η ακυρότητα δεν καλύπτεται, και συνεπώς μπορεί να προταθεί υπό τους όρους του άρθρου 173, αλλά και να αποτελέσει αντικείμενο αναιρετικού ελέγχου: i) εάν ο κλητευθείς δεν εμφανιστεί καθόλου στο ακροατήριο ή ii) εάν εμφανιστεί και προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης. Οι αντιρρήσεις αυτές δέον όπως είναι ορισμένες. Εάν δε μετά την απόρριψη των προβληθεισών αντιρρήσεων και την πρόοδο της δίκης, προταθούν νέες αντιρρήσεις κατά του κλητηρίου θεσπίσματος που είναι διαφορετικές από τις πρώτες, αυτές καλύπτονται και προτείνονται απαραδέκτως[2].
Όσον αφορά το απώτατο χρονικό σημείο προβολής της ακυρότητας, ούτως ώστε να μη λειτουργήσει το τεκμήριο σιωπηρής αποδοχής και καλυφθεί η ακυρότητα της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, κατά την απολύτως κρατούσα άποψη τόσο στη θεωρία όσο και στη νομολογία, οι σχετικές αντιρρήσεις πρέπει να προβληθούν μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, γεγονός που πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά[3]. Ωστόσο, από τον Ανδρουλάκη έχει υποστηριχθεί ότι η ανωτέρω ένσταση θα πρέπει να είναι η «πρώτη κουβέντα» του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, πριν ακόμα αρχίσει οπωσδήποτε η δίκη[4].
Ως προς το εάν η ακυρότητα δύναται να προταθεί το πρώτον στη μετ’ αναβολή δίκη, διακρίνονται οι ακόλουθες περιπτώσεις: α) Εάν η αναβολή έλαβε χώρα για κρείσσονες αποδείξεις (352 παρ. 3 ΚΠΔ), τυχόν ακυρότητα έχει καλυφθεί και δεν μπορεί να προταθεί για πρώτη φορά στη μετ’ αναβολή δίκη, αφού δεν προβλήθηκε πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στη δίκη που αναβλήθηκε. β) Εάν όμως η αναβολή δόθηκε για οποιονδήποτε άλλο λόγο (π.χ. λόγω σημαντικών αιτίων κατ’ άρθρο 349 ΚΠΔ ή λόγω απουσίας ουσιωδών μαρτύρων κατ’ άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠΔ), χωρίς να έχει αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, η ακυρότητα δεν έχει καλυφθεί και δύναται να προταθεί στη μετ’ αναβολή δίκη πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας.
Από τα ως άνω συνάγονται τα ακόλουθα συμπεράσματα:
1) Ο εμφανισθείς στο ακροατήριο κατηγορούμενος δεν μπορεί να προβάλει για πρώτη φορά ακυρότητα της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος μετά την εξέταση του πρώτου μάρτυρα[5] (ή ορθότερα μετά την εξέταση του πρώτου επί της ουσίας της υπόθεσης αποδεικτικού μέσου) ή στο στάδιο της αγόρευσης του συνηγόρου.
2) Ο εμφανισθείς πρωτοδίκως κατηγορούμενος, ο οποίος δεν εναντιώθηκε στην πρόοδο της δίκης, δεν μπορεί να προτείνει για πρώτη φορά ένσταση ακυρότητας της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος στην κατ’ έφεση δίκη ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου[6].
3) Ο μη εμφανισθείς πρωτοδίκως κατηγορούμενος, ο οποίος καταδικάσθηκε ερήμην, μπορεί να προβάλει για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη την ακυρότητα της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, εφόσον αυτή δεν καλύφθηκε, υπό την προϋπόθεση ωστόσο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο θα κάνει τυπικά δεκτή την έφεσή του και θα εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης[7]. Εάν η ποινή που επιβλήθηκε πρωτοδίκως δεν είναι εφέσιμη, τότε η εν λόγω ακυρότητα προτείνεται ως λόγος αναίρεσης.
4) Ο εμφανισθείς πρωτοδίκως και εναντιωθείς εγκαίρως στην πρόοδο της δίκης, μπορεί, εφόσον η σχετική ένστασή του απορρίφθηκε πρωτοβαθμίως, να προτείνει την ακυρότητα της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος και στην κατ’ έφεση δίκη. Η νομολογία του Αρείου Πάγου δέχεται παγίως, όσον αφορά τις δύο τελευταίες ως άνω περιπτώσεις, ότι για να ερευνήσει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την ακυρότητα της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, πρέπει η ακυρότητα αυτή να εισφέρεται στο δεύτερο βαθμό με ειδικό λόγο εφέσεως[8], δεδομένου ότι δεν ερευνάται αυτεπαγγέλτως. Συγκεκριμένα, γίνεται δεκτό ότι α) αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε και δικάστηκε ερήμην πρωτοδίκως, μπορεί την ακυρότητα της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος να την προτείνει το πρώτον ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με ειδικό λόγο έφεσης που περιέχεται στη σχετική έκθεση, β) αν είχε προταθεί εγκαίρως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η ακυρότητα και η εντεύθεν αντίρρηση προόδου της διαδικασίας και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο την απέρριψε, ο κατηγορούμενος – αν εμμείνει σ’ αυτήν – μπορεί να επαναφέρει την ακυρότητα και την προβληθείσα αντίρρηση κατά της προόδου της διαδικασίας, διαλαμβάνοντας στην έφεσή του ειδικό παράπονο – ειδικό λόγο εφέσεως περί τούτου, και δεν αρκεί η γενική αιτίαση της έφεσης περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων και κήρυξης της ενοχής ή το αορίστως αναφερόμενο ότι ο κατηγορούμενος «δεν κλητεύθηκε καθόλου με την επίδοση κλητηρίου θεσπίσματος», αφού δεν περιέχεται στις δηλώσεις αυτές αντίρρηση στην πρόοδο της διαδικασίας όπως απαιτεί το άρθρο 174 παρ. 2 ΚΠΔ, γ) αν ο κατηγορούμενος προβάλει για πρώτη φορά στο Εφετείο λόγο ακυρότητας της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, διαφορετικό από το λόγο ακυρότητας που είχε προβάλει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά την πραγματική και νομική βάση του, ο λόγος αυτός έχει καλυφθεί και το Εφετείο πρέπει να τον απορρίψει ως απαράδεκτο, δ) αν το Εφετείο επιληφθεί της ακυρότητας χωρίς να διαλαμβάνεται ειδικός λόγος εφέσεως, ήτοι χωρίς να έχει μεταβιβασθεί η υπόθεση ενώπιόν του κατά το κεφάλαιο αυτό, κατ’ άρθρο 474 παρ. 2 σε συνδ. με άρθρο 502 παρ. 2 ΚΠΔ, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση εξουσίας και ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η΄ ΚΠΔ σχετικός λόγος αναίρεσης.
5) Η ακυρότητα της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος δεν μπορεί να προταθεί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου[9], μπορεί όμως να προταθεί το πρώτον στη νέα μετ’ αναίρεση δίκη ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής[10].
6) Τέλος, η ακυρότητα της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος μπορεί να προταθεί το πρώτον στη μετ’ ακύρωση της διαδικασίας (341 ΚΠΔ) ή της απόφασης (430 ΚΠΔ) συζήτηση, εντός των χρονικών ορίων του άρθρου 174 παρ. 2 ΚΠΔ, διότι δεν καλύφθηκε, καθόσον ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε στη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η ακυρωθείσα απόφαση.
Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr
[1] Βλ. Λ. Χ. Μαργαρίτη, Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Τόμος Δεύτερος (Άρθρα 305-603), Νομική Βιβλιοθήκη, 2012, σελ. 1408-1410 (υπό άρθρο 321) με περαιτέρω εκτενείς παραπομπές σε θεωρία και νομολογία, καθώς και Λ. Χ. Μαργαρίτη – Α. Κ. Ζαχαριάδη, Το κλητήριο θέσπισμα, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1996, σελ. 199 επ., Α. Χ. Παπαδαμάκη, Ποινική Δικονομία, Θεωρία – Πράξη – Νομολογία, Β’ έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2004, σελ. 222-228.
[2] Βλ. ΑΠ 1669/2002, ΠραξΛογΠΔ 2002, σελ. 293.
[3] Βλ. ενδεικτικά ΑΠ 487/2006, ΠοινΛογ 2006, 411, ΑΠ 592/2004 ΕλλΔνη 45,1553, ΑΠ 1622/2002 ΠοινΛογ 2002, 1821, ΑΠ 1669/2002 ΠοινΛογ 2002, 1915.
[4] Βλ. Ν. Ανδρουλάκη, Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, Δίκαιο & Οικονομία Π. Ν. Σάκκουλας, 3η έκδοση, 2007, σελ. 410, υποσημ. 405.
[5] Βλ. ΑΠ 429/1973, ΠοινΧρ ΚΓ΄. 574, ΑΠ 84/1970, ΠοινΧρ Κ΄, 278.
[6] Βλ. ΑΠ 198/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 300/1989, ΠοινΧρ ΛΘ΄. 879.
[7] Βλ. ΑΠ 713/2000, ΠραξΛογΠΔ 2000, 265.
[8] Βλ. ενδεικτικά ΑΠ 260/2009, ΑΠ 608/2009, ΑΠ 84/2008, ΑΠ 198/2008, ΑΠ 1188/2006, άπασες ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[9] Βλ. ΑΠ 1055/1976, ΠοινΧρ ΚΖ΄, 358.
[10] Βλ. ΑΠ 1887/1989, ΠοινΧρ Μ’, 888.